Τον περασμένο Ιούνιο, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις inkpress ένα από τα πιο ιδιαίτερα κόμικς της εγχώριας παραγωγής (και όχι μόνο). Πρώτο μέρος μιας τριλογίας, όπου το κάθε βιβλίο θα αποτυπώνει κι από ένα στάδιο της δημιουργίας του ίδιου του έργου, το The End είναι ένα τολμηρό, ανορθόδοξο και τελικά εντυπωσιακό εγχείρημα. Με αφορμή την παρουσίαση του κόμικ την Πέμπτη 2 Απριλίου στο Hyper Hypo και την έκθεση σχεδίων που θα την πλαισιώσει μέχρι τις 11 Απριλίου, ο Δημήτρης Ρόκος, δημιουργός και εκδότης του The End απαντά στις ερωτήσεις του The Director’s Cut.
Δημιουργός και εκδότης κόμικς, ζωγράφος και DJ. Πώς ξεκίνησε η ενασχόληση σου με την Τέχνη;
Οι γονείς μου είναι καλλιτέχνες (γλύπτης ο πατέρας μου και ζωγράφος/χαράκτρια η μητέρα μου) και είχαν από πάντα και οι δύο τα εργαστήριά τους στο ίδιο κτίριο όπου ζούσαμε. Η επαφή μου με αυτόν τον κόσμο ήταν καθημερινή και από πολύ μικρό παιδάκι -κι εγώ και ο αδερφός μου- ζωγραφίζαμε ή φτιάχναμε πράγματα με τα χέρια μας συνέχεια. Προφανώς επηρεασμένοι από το οικογενειακό περιβάλλον αλλά και με μία πηγαία τάση προς οτιδήποτε δημιουργικό, αρχίσαμε από νωρίς και οι δύο να διαβάζουμε κόμικς, να ακούμε μουσική και να βλέπουμε ταινίες όλη την ώρα, με ένα πάθος που δεν ξέρω από πού ακριβώς προέκυπτε αλλά και μία περίεργη διάθεση να μοιραζόμαστε αυτή την εμπειρία με ολοένα και περισσότερους φίλους!
Υπάρχει κάποια από αυτές τις ταυτότητες που θεωρείς ως κύρια;
Όχι! Νομίζω ότι η μεγάλη μου αγάπη και αυτό με το οποίο μου αρέσει να ασχολούμαι βασικά είναι το να μεταπηδώ από τη μία στην άλλη ή να συνδυάζω πράγματα.

Το ημιτελές κόνσεπτ του The End μού έφερε στο μυαλό όλους εκείνους τους σκηνοθέτες που κάθε τόσο πειράζουν τις ταινίες τους για να παραδώσουν τη νέα «τελική» εκδοχή τους. Πώς αντιμετωπίζεις την ολοκλήρωση κάθε έργου σου; Επανέρχεσαι σε αυτά για διορθώσεις ή, άπαξ και δημοσιευτεί, προχωράς στο επόμενο;
Το κεντρικό θέμα του βιβλίου είναι ακριβώς αυτό: η πρόθεση (ή ψευδαίσθηση) της ολοκλήρωσης ενός έργου τέχνης.
Με το πέρασμα των χρόνων, παρατήρησα ότι στην προσωπική μου ζωγραφική δουλειά, είχα καταλήξει να ολοκληρώνω με πολύ συγκεκριμένο τρόπο τα περισσότερα έργα μου, γεμίζοντας τα απ΄άκρη σ’ άκρη με χρώμα, λεπτομέρειες και μια πολύ συγκεκριμένη τεχνική. Μια διαδικασία που ναι μεν, με καθησύχαζε πλήρως και μ’ άφηνε όπως λες να προχωρήσω σε οτιδήποτε «επόμενο» ήθελα με ανακούφιση αλλά παράλληλα απέκλειε τελικά όλα εκείνα τα στοιχεία που με συνάρπαζαν κατά τη διάρκεια της περιπέτειας που είχε προηγηθεί.
Είχε γίνει επίσης το όλο πράγμα τόσο χρονοβόρο που μπορεί από τη μία να είχα βρει έναν τρόπο να μην αποφεύγω το ΤΕΛΟΣ, από την άλλη όμως άρχισα να με βλέπω να αναβάλλω επικίνδυνα την αρχή και το μέσο, συσσωρεύοντας ιδέες και μισοτελειωμένα project απλά και μόνο επειδή θα έπρεπε όλα να έχουν το ίδιο επικών διαστάσεων, εντυπωσιακό αλλά και πολύ απαιτητικό – σε επίπεδο δουλειάς – φινάλε!
Κάπως έτσι σκέφτηκα την ιδέα πίσω από τη συγκεκριμένη τριλογία, με κάθε έναν από τους τρεις τόμους να αποτυπώνει κι από ένα στάδιο της δημιουργίας του ίδιου έργου, χωρίς το υποτιθέμενο αυτό βάρος της «ολοκλήρωσης». Στάδια που αν και αποτελούν μέρη μιας διαδικασίας με αρχή-μέση-τέλος, παρουσιάζονται σαν αυτόνομες πράξεις μιας ιστορίας, που αρχίζει και τελειώνει σχεδόν όποτε θέλω και με όποιον τρόπο αποφασίσω ότι θέλω!
Βέβαια μια άλλη εξήγηση είναι ότι απλά σκέφτηκα ένα κόλπο να αντιμετωπίσω την αναβλητικότητα που προανέφερα με ακόμα περισσότερη αναβλητικότητα. Ή ότι εξέφρασα τελικά μια προσωπική αγωνία να μεταθέσω το ΤΕΛΟΣ –με όλες τις πιθανές έννοιες!– για όσο πιο μετά γίνεται.
Δεδομένης της ασυνήθιστης φύσης του, με ποιον τρόπο προσέγγισες τη δημιουργία του The End; Δούλεψες πάνω σε προσχέδια ή ακολούθησες μια εντελώς αυτοσχεδιαστική διαδικασία;
Αποφάσισα καταρχάς να βασίσω πολλές από τις ιδέες, τις εικόνες ή τους όποιους αφηγηματικούς άξονες έχει το βιβλίο σε ζωγραφιές ή προσχέδια που είχα κάνει παλιότερα, παίρνοντας έμπνευση από τη δουλειά μιας ζωής κι ενίοτε ακόμα και αντιγράφοντας πολλά πράγματα που είχα ήδη κάνει.
Παρόλο που είχα μια διαμορφωμένη κεντρική ιδέα ξεκινώντας, ήθελα σίγουρα να αφήσω ανοιχτή και την πιθανότητα να εμπλουτίζω την «ιστορία» με νέα στοιχεία στην πορεία, συχνά εκπλήσσοντας τον εαυτό μου ή αλλάζοντας την ατμόσφαιρα τελείως, οπότε έφτιαξα κάποια πολύ πρόχειρα drafts για αρκετές από τις σελίδες και άφησα πολλά ενδιάμεσα κενά για πλήρη αυτοσχεδιασμό (κάποια από τα οποία στο πρώτο μέρος έχουν επίτηδες παραμείνει και στην κυριολεξία κενά).
Οι λεπτομερείς απεικονίσεις μηχανών και το στυλ του σχεδίου, που παραπέμπει στο αρκετά τεχνικό αξονομετρικό σχέδιo, συνυπάρχει με στοιχεία σουρεαλισμού, τα οποία συχνά είναι κρυμμένα, περιμένοντας να ανακαλυφθούν. Υπήρχε εξαρχής αυτή η αντίθεση στις προθέσεις σου ή προέκυψε κατά τη διάρκεια δημιουργίας του κόμικ;
Έχω γενικά μια περίεργη τάση να δουλεύω με έναν τρόπο που να προσομοιάζει –τουλάχιστον όπως το βλέπω εγώ- με αυτόν μιας μηχανής. Θα φανεί νομίζω περισσότερο στο δεύτερο μέρος, όπου θα χρωματίζω άλλοτε σαν ψηφιακός πρίντερ, άλλοτε σαν μεταξοτυπείο και άλλοτε σαν κατεστραμμένο ρομπότ – όλα πράγματα που κάνω έτσι κι αλλιώς – και σίγουρα πάντως κάθε φορά σαν να εκτελώ μια προκαθορισμένη οδηγία.
Ο τρόπος που περιέγραψες ότι μπορεί κάποιος να εντοπίζει κρυμμένα στοιχεία σουρεαλισμού με παρέπεμψε λίγο και στην περιγραφή της ανάγνωσης σαν σκανάρισμα, όχι;;;
Σουρεαλισμός υπάρχει αναμφίβολα πολύς στο βιβλίο, ελπίζω όχι ακούσια γραφικός, από την άποψη ότι έχω όντως συνειδητά προσπαθήσει να συνδυάσω όσα περισσότερα αφηγηματικά -sci-fi ή μη- κλισέ με συναρπάζουν σε ποπ δημιουργήματα (ταινία μέσα στην ταινία, πραγματικότητα ή φαντασίωση, ο καταραμένος καλλιτέχνης με writer’s block, η βία ως ηρωισμός, το τέλος της ανθρωπότητας ως εγωκεντρική προφητεία και πολλά άλλα).
Η ιστορία του κόμικ ακολουθεί ένα κινηματογραφικό συνεργείο, ενώ στους πίνακες σου βλέπουμε συχνά αναφορές στον κινηματογράφο (Holy Mountain) και ευρύτερα την ποπ κουλτούρα (Mickey Mouse). Αποτελεί το σινεμά έμπνευση για εσένα;
Ναι, πάρα πολύ! Μου αρέσει πάρα πολύ το σινεμά, κάποτε έβλεπα συνέχεια, αλλά εξίσου με συναρπάζει και η –συχνά υπερβολική και σίγουρα αυτάρεσκη– μυθολογία γύρω από τον τρόπο που γίνονται οι ταινίες, κυρίως στον εμπορικό κινηματογράφο (με την ευρεία έννοια – όχι μόνο τα blockbusters), με τα μεγάλα μεγέθη, τις υψηλές απαιτήσεις, την άσκοπη σπατάλη, την έντονη ιεραρχία και τη συνεχή ματαίωση!

Το The End αποτελεί το πρώτο πρωτότυπο κόμικ που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Inkpress. Να περιμένουμε περισσότερες αντίστοιχες κυκλοφορίες στο μέλλον;
Έχουμε ήδη βγάλει και το δεύτερο (πρωτότυπο κόμικ), το Tarwar του φίλου και παλιού συνεργάτη Ιλάν Μανουάχ, σε συμπαραγωγή με εκδοτικούς οίκους από το Βέλγιο, την Ιταλία, τη Σουηδία και την Πορτογαλία, μία conceptual σύνθεση σκοτεινών πάνελς από πολλά και διάφορα στυλ της παγκόσμιας ιστορίας του είδους ενώ συζητάμε και μια αντίστοιχη συμπαραγωγή ενός ακόμα πρωτότυπου βιβλίου – άλλου δημιουργού – για τις αρχές του επόμενου χρόνου.
Δεν ξέρω αν πρόκειται να αυξήσουμε τόσο δραματικά τον ρυθμό των εκδόσεών μας αλλά ναι, χαίρομαι που ανοίξαμε τώρα κι αυτό το ενδεχόμενο, των πρωτότυπων έργων.
Ακόμα θυμάμαι την έκπληξη που μου προκάλεσε η ανάγνωση κάποιων παλιότερων κόμικς της inkpress, συγκεκριμένα το Schizo και το Κορίτσι του Μπαμπά. Τα βρήκα ιδιαίτερα τολμηρές επιλογές για τα τότε εκδοτικά δεδομένα της χώρας. Θεωρείς πως τώρα το κλίμα ευνοεί περισσότερο παρόμοιες επιλογές;
Είναι γεγονός ότι όταν κυκλοφορήσαμε το Schizo του Ivan Brunetti το 2009 και το Σαν Σιδερένιο Ομοίωμα Γαντιού Από Βελούδο του Daniel Clowes αμέσως μετά, δεν υπήρχαν πάρα πολλά παρόμοιου ύφους μεταφρασμένα βιβλία στην Ελλάδα. Αυτός ήταν κι ένας από τους λόγους που είχαμε ξεκινήσει τότε το εγχείρημα, με πρόταση και επιμέλεια των φίλων Ιλάν Μανουάχ και Χάρη Λαγκούση.
Το δε Κορίτσι του Μπαμπά της Debbie Drechsler μιλούσε για ένα πολύ ευαίσθητο θέμα με τρόπο που ναι, πρέπει να ήταν σχετικά πρωτοφανής για τα δεδομένα των ελληνικών κόμικς εκείνη την εποχή.
Έκτοτε έχουν γίνει αρκετές αντίστοιχες επιλογές από αρκετούς εκδότες, εξειδικευμένους ή μη, και νομίζω η εκδοτική κίνηση σε αυτό το επίπεδο έχει αυξηθεί κατά πολύ. Αλλά δεν ξέρω καθόλου αν το κλίμα το ευνοεί ή όχι. Νομίζω για περιορισμένης στόχευσης εγχειρήματα σαν το δικό μας, δεν έχουν αλλάξει και τόσα πολλά.
Επιστρέφοντας στην πολύπλευρη επαφή σου με την τέχνη, αναρωτιέμαι αν ο ρόλος του δημιουργού κόμικ συγκρούεται ποτέ με εκείνον του εκδότη. Υπήρχε λόγου χάρη στιγμή που, ως εκδότης, να έχεις δεύτερες σκέψεις για την πειραματική φύση του The End;
Αν και δεν το είχα αποφασίσει από την αρχή να το κυκλοφορήσω «μόνος μου», στην inkpress, το The End το εμπνεύστηκα και το προχώρησα λαμβάνοντας υπόψιν και τις δύο αυτές ιδιότητες που έχω. Αποφάσισα δηλαδή να φτιάξω ένα βιβλίο που πέρα από το καλλιτεχνικό ενδιαφέρον που είχε για μένα ως δημιουργό, πίστευα ότι –ως ασπρόμαυρο- θα ήταν σχετικά φτηνό να τυπωθεί, –ως «βουβό»- θα μπορούσε να κυκλοφορήσει σε όλον τον κόσμο και -ως ιδιαιτέρως προσωπικό έργο και μέρος ενός μεγαλύτερου συνόλου– θα είχε μακρά πορεία.
Θα είναι ο δεύτερος τόμος του The End η επόμενη δουλειά σου ή ετοιμάζεις κάτι άλλο στο ενδιάμεσο;
Σκέφτομαι διάφορα αλλά μάλλον ναι, ο δεύτερος τόμος θα είναι η επόμενη δουλειά μου.
Σίγουρα θα κάνω την παρουσίαση τώρα στο Hyper Hypo, άλλη μια αντίστοιχη στη Λάρισα στις 21 Μαΐου, την εμφάνιση του The End στο Comicdom Con στην Αθήνα, ένα μουσικό τουρ με τον φίλο Καναδό performer Sean Nicholas Savage σε Λάρισα, Θεσσαλονίκη και Αθήνα επίσης τον Μάιο και θα ήθελα να έκανα και μία αυτόνομη δική μου έκθεση κάποια στιγμή του χρόνου ίσως αλλά δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω…
Περισσότερες συνεντεύξεις.



















