17 - Νοεμβρίου - 2025
Ζηλωτής: Αλλόκοτο ψυχολογικό δράμα με φόντο την οικογένεια

Η ταινία «Ζηλωτής» με τους Γιάννη Παπαδόπουλο, Αναστασία Λουλέ και Ανδρέα Κωνσταντίνου αποτελεί σκηνοθετικό ντεμπούτο του Στέλιου Ρεπάνη.

Στιγμιότυπο από την ταινία «Ζηλωτής».

Ο Ζηλωτής, σκηνοθετικό ντεμπούτο του Στέλιου Ρεπάνη στο οποίο εκτελεί και χρέη σεναριογράφου, πρόκειται για μια ταινία η οποία αψηφά τις προσδοκίες του θεατή μέσα από την υφολογική της ποικιλομορφία και η οποία είναι ενδεικτική ενός νέου δημιουργού που πατάει καλά στα πόδια του, γνωρίζοντας τι θέλει να προσφέρει ως πρώτο του έργο.

Στην ταινία πρωταγωνιστούν ο Ιωσήφ (Γιάννης Παπαδόπουλος) και η Βίκη (Αναστασία Λουλέ), ένα νεαρό ζευγάρι από τη Θεσσαλονίκη. Όταν ο πατέρας του Ιωσήφ τον ενημερώνει πως θα επισκεφτεί την πόλη με την ερωμένη του, οι δύο χαρακτήρες ετοιμάζουν από κοινού το ακίνητο της οικογένειας στα Βασιλικά Θεσσαλονίκης, προκειμένου να είναι σε καλή κατάσταση ενόψει της επικείμενης επίσκεψης. Εκεί ο Ιωσήφ γνωρίζει τον Αντώνη (Ανδρέας Κωνσταντίνου), που περιπλανιέται από πόλη σε πόλη χωρίς κάποιον σαφή προορισμό ή προέλευση, με μόνη του κατεύθυνση μια ηθική στάση ζωής σύμφωνα με το κοινό καλό και την ηθική του χριστιανισμού. Οι ιδέες και η στάση του Αντώνη απέναντι στη ζωή προκαλούν το ενδιαφέρον του Ιωσήφ, όσο μια ιδιαίτερη σχέση αναπτύσσεται μεταξύ τους.

Στιγμιότυπο από την ταινία «Ζηλωτής».

Στο επίκεντρο του Ζηλωτή βρίσκεται η καλλιέργεια της σχέσης αυτής μεταξύ των δύο προσώπων και η εστίαση στέκεται ιδιαίτερα στην ψυχοσύνθεση του Ιωσήφ. Ενώ η τελευταία παρουσιάζεται στον θεατή ως μεταβαλλόμενη, ο Αντώνης παρουσιάζεται ως ένας άνθρωπος με καθαρή συνείδηση και σταθερές αντιλήψεις για τον κόσμο. Με τον τρόπο αυτόν, μέσα από τις συζητήσεις που τα δυο πρόσωπα έχουν κατά τη διάρκεια εργασιών στον κήπο του ακινήτου, οι αντιλήψεις του Αντώνη επηρεάζουν τον Ιωσήφ, τον οδηγούν σε ηθικούς ή και υπαρξιακούς ακόμη προβληματισμούς για την κοινωνία και την αναγκαία στάση του κάθε ανθρώπου εντός της, ενώ ταυτόχρονα το έντονο ενδιαφέρον του σπιτονοικοκύρη αυτού για τον απρόσμενο επισκέπτη παίρνει όλο και περισσότερο τη μορφή μιας σαγήνης.

Ο Αντώνης δεν έχει μόνιμη κατοικία, ούτε κοινωνικό περίγυρο με τον οποίο φαίνεται να διατηρεί επαφή. Περιπλανιέται από μέρος σε μέρος, ζώντας με λίγα αντικείμενα στην κατοχή του και με την τροφή ακόμη να είναι κάτι υπό συνεχή διακύβευση. Παρόλα αυτά, υποστηρίζει πως με την κατάσταση αυτήν ο ίδιος νιώθει ψυχικά ήρεμος και ικανοποιημένος με τον εαυτό του, αφού θεωρεί πως ο άνθρωπος πρέπει να ζει ταπεινά˙ μιλώντας για όλα αυτά παραπέμπει στα διδάγματα του χριστιανισμού. Ο ίδιος εφαρμόζει την αρχή «αγάπα τον πλησίον σου» και δηλώνει λάτρης της φύσης, ενώ η πόλη, με την ασχήμια του τσιμέντου και του καυσαερίου και τους φρενήρεις ρυθμούς της, τον απωθεί, αλλά και δεν είναι συμβατή σύμφωνα με τον ίδιο με τη φύση του ανθρώπου.

Στη στάση αυτή, που προβάλλεται στην ταινία ως ένα ηθικό πρότυπο, διακρίνει κανείς δύο στοιχεία, πέραν του αυτονόητου και άμεσα προβεβλημένου χριστιανισμού: μια βαθύτερη συμφωνία ή και έναν απόηχο του προτύπου ζωής του χιπισμού, όπου ο κάθε άνθρωπος οφείλει να ζει με γνώμονα την αγάπη και την προσφορά στον συνάνθρωπο και τη φύση, παρουσιάζοντας παράλληλα μια λατρεία προς την τελευταία˙ ακόμα, ο τρόπος ζωής του Αντώνη θυμίζει αμυδρά το βιταλιστικό πρότυπο του καζαντζακικού Αλέξη Ζορμπά, που παραμένει ευχαριστημένος μέσα από τις απλές χαρές της ζωής δίχως να αναζητά κάποιο βαθύτερο νόημα, αλλά και παραμένοντας μακριά από τη βαβούρα της πόλης και των ανθρώπινων δραστηριοτήτων εντός αυτής.

Μπορεί η προβολή αυτού του προτύπου να καταλαμβάνει σημαντικό κομμάτι της ταινίας, όμως η ίδια φροντίζει να μην υποπέσει σε ένα ανέμπνευστο και, εντέλει, ανιαρό μοντέλο σύμφωνα με το οποίο η ίδια θα αρκούνταν απλά σε αυτό. Μάλιστα, κατά μία έννοια η ταινία φροντίζει, αφού προβληθεί αυτό το διαταξικό και, ουσιαστικά, αντι-ιστορικό πρότυπο μιας μεταφυσικού τύπου «ηθικής» όπου όλοι πρέπει να είναι αδέλφια με όλους (το αιώνιο ερώτημα, φυσικά, είναι: και οι καταπιεστές με τους καταπιεζόμενους;), αυτό να μετατεθεί στο παρασκήνιο. Η προβολή της στάσης ζωής του Αντώνη αλλά και των ψυχικών διακυμάνσεων του Ιωσήφ προετοιμάζει απλώς το έδαφος για το δεύτερο μισό της ταινίας, όταν σταδιακά αποκαλύπτονται στοιχεία του παρελθόντος του πρωταγωνιστή που παρέμεναν μέχρι πρότινος άγνωστα, κυρίως σε ό,τι αφορά την τύχη της χαμένης μητέρας του.

Στιγμιότυπο από την ταινία «Ζηλωτής».

Το επίτευγμα του ντεμπούτου του Ρεπάνη, όμως, είναι εμφανές στη σταδιακή απομάκρυνση από το αρχικό ύφος αυτής, η οποία επιτελείται με κάθε αποκάλυψη στο κοινό σχετικά με την τύχη της μητέρας του πρωταγωνιστή. Εξαρχής πρόκειται για μια ταινία με ξεκάθαρη εσωτερική εστίαση στον ψυχισμό του πρωταγωνιστή: στους προβληματισμούς του σχετικά με την εργασία του, στην ταραγμένη σχέση με τον πατέρα του και την αγάπη προς μια μητέρα η τύχη της οποίας είναι, στα μάτια του κοινού, άγνωστη. Όμως, ενώ στην αρχή η ταινία φαίνεται να ακολουθεί μια συμβατική αφηγηματική πορεία και μάλλον κινδυνεύει να καθοριστεί από αυτήν, η εσωτερική εστίαση όλο και περισσότερο μοιάζει με ένα αλλόκοτο όνειρο με στοιχεία εφιάλτη, που καθορίζεται από τα άγχη και τις πληγές που φέρει ο πρωταγωνιστής.

Με τον τρόπο αυτόν, ο Ζηλωτής του Ρεπάνη επιδεικνύει μια βαθύτερη σιγουριά για την κατεύθυνσή του, όχι διατηρώντας την σταθερή και αυτονόητη καθ’ όλη τη διάρκεια του, αλλά ανατρέποντας με -φαινομενική τουλάχιστον- σιγουριά τις προσδοκίες που καλλιεργούνται στο κοινό. Ενδεχομένως, η ταινία θα μπορούσε να κατηγορηθεί ότι «δεν ξέρει τι θέλει να είναι»˙ το φαινόμενο σαφώς μαστίζει πολλές ταινίες που επιδιώκουν να υπερβούν ένα συμβατικό ή αναμενόμενο όριο για αυτό που θέλουν να διηγηθούν και να αναπαραστήσουν. Το ντεμπούτο του Ρεπάνη όμως ξεφεύγει από αυτή την «παγίδα», ακριβώς γιατί δεν υποπίπτει ακριβώς σε καμία από τις κατηγοριοποιήσεις με τις οποίες μπορεί να συσχετιστεί (οικογενειακό, ρομαντικό ή ψυχολογικό δράμα), με τρόπο που η μεταπήδηση από το ένα ύφος στο άλλο θα κούραζε ή θα οδηγούσε σε ένα καθαρά αμήχανο αποτέλεσμα. Ενώ για αρκετή ώρα μια ερωτική επιθυμία εκ μέρους του Ιωσήφ προς τον Αντώνη φαίνεται να είναι αντικείμενο υπαινιγμού από την ταινία καλλιεργώντας την πεποίθηση πως η πλοκή θα στραφεί προς μια αντίστοιχη κατεύθυνση, το στοιχείο αυτό ανατρέπεται από το δεύτερο μισό της ταινίας. Ακόμα, η μετάβαση από το ένα ύφος στο άλλο προκύπτει με οργανικό κι όχι απότομο τρόπο κι αυτό προκαλεί ακόμη περισσότερο το ενδιαφέρον του θεατή, αλλά και την αγωνία του.

Αυτό που προκύπτει από τις σεναριακές προτιμήσεις είναι ένα φινάλε που διαθέτει μια έντονα αλλόκοτη, μυστήρια ή και τρομακτική ατμόσφαιρα, η οποία σαφώς δεν θυμίζει σε τίποτα αυτήν της αρχής της ταινίας. Αποκορύφωμα είναι η σκηνή με τον επισκέπτη (Adrian Frieling) που εισχωρεί βράδυ στον κήπο του Ιωσήφ και ο οποίος ψάχνει έναν άνδρα που δεν αποκαλύπτεται ποιος είναι, όμως το κοινό οδηγείται να πιστέψει πως είναι ο Αντώνης. Η σκοτεινή και ατμοσφαιρική μουσική της σκηνής (θυμίζει dark ambient, έως και drone ηχητικά μονοπάτια), η «σπαστή» κι έτσι ασυνήθιστη ομιλία του επισκέπτη καθώς και η επίσημη ενδυμασία του θυμίζουν ακόμη και σκηνικό υπερρεαλιστικού τρόμου και όλα μαζί συγκροτούν την «αλλόκοτη» αίσθηση (αυτό «που δεν ανήκει εδώ» κι έτσι προκαλεί έναν ιδιότυπο τρόμο, κατά τον θεωρητικό Mark Fisher). Δεν είναι να απορεί κανείς που ο Ρεπάνης έχει δηλώσει πως το Lost Highway, μια ταινία του είδους αυτού από τον David Lynch, έχει αποτελέσει πηγή έμπνευσης για τη σκηνή αυτή.

Και, ενώ στοιχεία της ταινίας θα μπορούσαν να είναι αρκετά καλύτερα, όπως μερικές από τις ερμηνείες που δείχνουν τα σημάδια του αρχικού σταδίου στο οποίο βρίσκονται μερικοί από τους ηθοποιούς ή θα μπορούσαν απλά να είναι πιο καλοδουλεμένες, ή ορισμένα από τα πλάνα των εργασιών στο σπίτι που θα μπορούσαν να είχαν κοπεί νωρίτερα, το σκηνοθετικό αυτό ντεμπούτο εντέλει καθορίζεται από δύο πράγματα. Αφενός, την αλλόκοτη ατμόσφαιρα που αναφέρθηκε, στην καλλιέργεια της οποίας, πέρα από όσα αναφέρθηκαν, συντελεί και η εξαιρετικά ταιριαστή μουσική της Αναστασίας Γιαμούζη (πάντα οι μινιμαλιστικοί, ατμοσφαιρικοί ambient ήχοι, ιδίως οι πιο σκοτεινοί υφολογικά, ήταν ταιριαστοί στο αλλόκοτο στοιχείο). Αφετέρου, ότι η σταδιακή και προσεκτικά σχεδιασμένη εναλλαγή του ύφους και ο τρόπος που αυτή επιτελείται είναι ενδεικτική μιας σχετικά σίγουρης κατεύθυνσης (με τον τρόπο που περιγράφηκε παραπάνω) αλλά και μιας δημιουργικής τόλμης από τον σκηνοθέτη – σεναριογράφο.

Αυτό που εντέλει μένει στον θεατή είναι ότι αυτό που ξεκίνησε ως μια συνηθισμένη ταινία καταλήγει μια ταινία ψυχολογικής θεματικής κι αλλόκοτου ύφους, η οποία τον αφήνει με περισσότερα ερωτήματα παρά απαντήσεις σε όσα συνέβησαν σε αυτή. Ακριβώς όπως ένα όνειρο που είναι διαποτισμένο από τα τραύματα του παρελθόντος και το οποίο, έτσι, καθορίζεται από μια σκοτεινή ατμόσφαιρα που το κάνει να ξεχωρίζει.

Η ταινία Ζηλωτής προβλήθηκε στο 66ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίνικης.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *