Τρία χρόνια μετά το Black Mass Rising (2022), ο Θοδωρής Πρασίδης επιστρέφει με νέο κόμικ. Πιστός στον λαογραφικό τρόμο που τόσο αγαπάει, εμπνέεται από λαϊκές δοξασίες του παρελθόντος για να μιλήσει για το σήμερα και με τη βοήθεια των υπέροχων σχεδίων της Staša Gačpar προσφέρει ένα κόμικ με υποβλητικές στιγμές τρόμου και τολμηρή θεματική. Με αφορμή την κυκλοφορία του The Girl, The Priest and the Devil (Dead Sky Publishing), ο Θοδωρής Πρασίδης μιλάει στο The Director’s Cut για τη διαδικασία δημιουργίας του κόμικ, τη σημασία των παραδόσεων και τις γυναίκες πολεμίστριες.
Όπως και το Black Mass Rising, έτσι και το The Girl, The Priest and the Devil, ανήκουν στο είδος του λαογραφικού τρόμου. Τι σε γοητεύει σε αυτόν;
Δεν ξέρω κατά πόσο μπορώ να το εκλογικέψω, αλλά είναι ένα είδος για το οποίο έχω μια βαθιά κατανόηση, με τον ίδιο τρόπο που καταλαβαίνω τα μπλουζ, χωρίς απαραίτητα να μπορώ να εξηγήσω τι με τραβάει σε αυτά. Σίγουρα έχει να κάνει με προσωπικά βιώματα. Γνωρίζω την αίσθηση φόβου και δέους που μπορεί να σου προκαλέσει η ύπαιθρος. Δεν γίνεται δηλαδή να έχεις μεγαλώσει στο χωριό, ακούγοντας τις ιστορίες του παππού και της γιαγιάς, και να μην σου είναι οικείο αυτό το συναίσθημα. Με γοητεύουν τα υλικά με τα οποία φτιάχνεται ο λαογραφικός τρόμος. Το χώμα, οι φυλλωσιές, το τρίχωμα των ζώων, η ανθρώπινη σάρκα. Υπάρχει κάτι αρχέγονο σε αυτές τις υφές, μια ριζική αλήθεια για τη φύση μας. Έπειτα, ζούμε σε μια εποχή αβάσταχτης πολυπλοκότητας και μεταμοντέρνου κυνισμού, οπότε η σκέψη των μαγεμένων βουνών μου απλοποιεί κάπως τα πράγματα. Μου δίνει μια αίσθηση ασφάλειας, παρηγοριάς.
Γιατί επέλεξες αυτή την ιστορία; Υπήρχε κάποια άλλη ιστορία που σκεφτόσουν να διασκευάσεις, προτού καταλήξεις σε αυτήν;
Με τον Steve Wands, τον εκδότη της Dead Sky Publishing και βετεράνο letterer και designer στην αμερικάνικη σκηνή κόμικς, δουλέψαμε μαζί πριν μερικά χρόνια στο Swamp Dogs. Όταν ετοιμαζόταν να λανσάρει το καινούργιο του εκδοτικό εγχείρημα, με ρώτησε αμέσως αν έχω κάτι να του πιτσάρω, στο γενικότερο χώρο του τρόμου και του παραδόξου. Είχα δύο μισοδουλεμένα treatments στην άκρη, ένα σύγχρονο folk horror κι ένα YA adventure/fantasy, και παρόλου που έδειξε ενδιαφέρον και για τα δύο, ήξερα ότι δεν ήταν αυτό ακριβώς που έψαχνε.
Σε εκείνη τη φάση οι Παραδόσεις του Νικόλαου Πολίτη ήταν μονίμως μαζί μου, πάνω στο γραφείο μου, δίπλα στο κρεβάτι μου, μέσα στην τσάντα μου. Τις είχα πιάσει για πρώτη φορά από την αρχή, ήθελα να κάτσω να τις μελετήσω. Όταν έπεσα πάνω σε μια συγκεκριμένη δοξασία από την Καλαμάτα, είδα μπροστά μου ολόκληρο το βιβλίο: τη δομή, τους χαρακτήρες, τα πάντα. Τα μοτίβα της ιστορίας ήταν στο κέντρο των ενδιαφερόντων μου. Ήταν μια από αυτές τις υπέροχες αλλά σπάνιες περιπτώσεις που ξέρεις αμέσως ποιο θα είναι το επόμενο βιβλίο σου. Μέσα σε μερικές μέρες είχα έτοιμο treatment, ο Steve και ο συν-εκδότης του, Jeremy Wagner, το λάτρεψαν, και να ‘μαστε.

Τι προκλήσεις κρύβει η αφήγηση μιας λαϊκής δοξασίας στο σύγχρονο κοινό;
Μια πρόκληση ίσως είναι να καταφέρεις να ενσωματώσεις σύγχρονες ευαισθησίες και προβληματισμούς, με τρόπο όμως οργανικό, χωρίς δηλαδή η ιστορία να χάσει την αυθεντικότητα και τη μυστηριακή αίγλη που θα ‘πρεπε να έχει. Σε γενικές γραμμές, όμως, οι λαϊκές δοξασίες, όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά του παγκόσμιου πολιτισμού, είναι πολύ κοντά σε εμάς. Είναι αποκύημα των συλλογικών μας φόβων και ονείρων, οπότε μιλάνε κατευθείαν στο θυμικό μας και μας αφορούν ακόμη και σήμερα.
Ποια είναι η πιο φρικιαστική ιστορία λαογραφικού τρόμου που έχεις διαβάσει;
Μου έχει μείνει μια ιστορία του Γάλλου μάστορα του παραδόξου της υπαίθρου Claude Seignolle, με τίτλο A Dog Story. Στο διήγημα, δύο στρατιώτες βουτηγμένοι στην απέραντη λάσπη του Γαλλικού μετώπου του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου δέχονται επίσκεψη από έναν μισοπεθαμένο κοπρίτη. Ο σκύλος είναι τόσο εξαθλιωμένος από την πείνα, τόσο φαγωμένος από την ψώρα, που οι στρατιώτες αποφασίζουν να δώσουν τέλος στην μιζέρια του. Του σπάνε, λοιπόν, το κεφάλι κομμάτια μ’ ένα ρόπαλο, γιατί οι σφαίρες είναι πολύτιμες και κανένα φαρμάκι δε θα μπορούσε να τον πιάσει, τέτοιο σκουπίδι που έχει καταπιεί. Την ίδια νύχτα, όμως, ο σκύλος σηκώνεται και στέκεται ξανά μπροστά τους, πιο πεινασμένος και φρικαλέος από ποτέ.
Η ιδέα της πείνας, καθοριστικού χαρακτηριστικού της θνητής μας φύσης, που κατά τη λαογραφία δε σβήνει ούτε μετά τον θάνατο, με συγκλονίζει και με τρομάζει όσο λίγα πράγματα. Ολοκληρωτικά στοιχειωτικό διήγημα, από έναν συγγραφέα του περασμένου αιώνα που αξίζει να ανακαλύψουν όσοι αγαπούν τον λαογραφικό τρόμο.
Ένα στοιχείο που αγάπησα στο The Girl, the Priest and the Devil είναι η έμφαση στο κοινωνικό πλαίσιο της εποχής. Θεωρείς πως οι λαϊκές δοξασίες, το ενδιαφέρον για τις οποίες έχει αναζωπυρωθεί τα τελευταία χρόνια, μπορούν να λειτουργήσουν αναστοχαστικά και κριτικά για κοινωνίες σε κρίση;
Η ενασχόληση με την παράδοση οφείλει να γίνεται όχι με όρους πατριδολαγνείας, αλλά ως μέσο κατανόησης της κοινής μας ανθρώπινης εμπειρίας. Ως εκ τούτου, έχουμε χρέος να την βλέπουμε με νηφαλιότητα, αναγνωρίζοντας τις όποιες προβληματικές πτυχές της. Από την άλλη, η παράδοση είναι πάντα εδώ για να μας υπενθυμίσει τα αυτονόητα, την λαχτάρα για ζωή, την ανάγκη για συλλογικότητα, την αλήθεια για την εφήμερη αλλά αδάμαστη ύπαρξή μας, ιδέες που έρχονται σε πλήρη σύγκρουση με διάφορες νεόφερτες σαχλαμάρες του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού και ακραίου ατομικισμού που κυριαρχούν σήμερα. Ο Τσαρούχης είχε πει ότι η παράδοση θα μας μάθει όχι το τέλειο, αλλά να αμφιβάλλουμε για το ατράνταχτο κάποιων νέων θεωριών. Δε θα μπορούσα να συμφωνώ περισσότερο.

Η Δάφνη, η πρωταγωνίστρια της ιστορίας, είναι πραγματικά ατρόμητη. Τι θαυμάζεις περισσότερο σε εκείνη; Υπήρχαν πρόσωπα που σε ενέπνευσαν για να τη γράψεις;
Η Δάφνη είναι ένα ελεύθερο πνεύμα, από αυτά που οι συντηρητικές κοινωνίες θέλησαν διαχρονικά να απομονώσουν και να εκδικηθούν. Είναι ορμητική, μάχιμη εκεί που πρέπει, συχνά αδέξια και σκανδαλιάρα. Αυτό, όμως, που θαυμάζω περισσότερο σε εκείνη είναι η καλοσύνη της, κι αυτή η έμφυτη ικανότητα για ενσυναίσθηση που διαθέτει, γιατί, στο τέλος της ημέρας, αυτές είναι οι τελειότερες των αρετών. Δεν βασίζεται σε κάποιο υπαρκτό πρόσωπο, αλλά έχει στοιχεία από διάφορες γυναίκες που ήμουν τυχερός να έχω στη ζωή μου.
Ενώ η (επαναστατική) ιστορία είναι γεμάτη από γυναίκες πολεμίστριες, στην αντίληψή του περισσότερου κόσμου η μορφή του πολεμιστή παίρνει κυρίως αρσενική υπόσταση. Χωρίς να μπούμε σε σπόιλερ, η Δάφνη ανατρέπει αυτή την εικόνα, οπότε αναρωτιέμαι, κατά πόσο θα ήθελες, και αν υπάρχουν πλάνα, να δούμε μια συνέχεια που να κινείται σε πιο «πολεμικά» μονοπάτια και να εξερευνήσει αυτή την πτυχή της.
Θυμάμαι όταν βγήκε η πρώτη σεζόν του Rings of Power, μέσα σε όλο εκείνο τον κακό χαμό που προκάλεσε και έκανε πολλούς Τολκινικούς γλωσσαμύντορες να χάσουν τον ύπνο τους, ένας τύπος που ξενίστηκε από την εικόνα της Γκαλάντριελ με σπαθί μου είπε ότι ο ρόλος των γυναικών στον πόλεμο ήταν πάντα να εμψυχώνουν τους άνδρες πριν τη μάχη. Δεν έχω ακούσει μεγαλύτερη βλακεία στη ζωή μου. Από την Αρτεμισία και την Ιωάννα της Λωραίνης μέχρι τις shieldmaidens των βίκινγκς και τη Μπουμπουλίνα, η Ιστορία είναι όντως γεμάτη από γυναίκες πολεμίστριες, που συχνά μάλιστα πολέμησαν πολύ σφοδρότερα από τους άνδρες. Και είναι ακριβώς αυτή η αντίληψη του κόσμου ότι η εικόνα του πολεμιστή έχει ανδρική μορφή, που με κάνει συνειδητά, σχεδόν σε κάθε πράγμα που έχω γράψει, να βάζω το σπαθί στο χέρι των γυναικών.
Όσο για το σίκουελ, η αλήθεια είναι ότι γράφοντας την ιστορία δεν είχα καμία σκέψη για συνέχεια. Ήταν ένα αυτοτελές παραμύθι. Βλέποντας όμως τις πρώτες αντιδράσεις των αναγνωστών, είναι κάτι που πολλοί συζητάνε, οπότε μου δημιουργήθηκαν αρκετές ιδέες για το πώς θα μπορούσε να συνεχιστεί η ιστορία της Δάφνης.
Το σχέδιο της Staša Gačpar πετυχαίνει να αποτυπώσει με απόλυτη επιτυχία τις λαϊκές καταβολές της ιστορίας. Πώς προέκυψε η συνεργασία σας και τι σε εντυπωσίασε περισσότερο στη δουλειά της για το κόμικ σας;
Έψαξα αρκετό καιρό για εικονογράφο για αυτό το βιβλίο. Είναι κάτι που το συνηθίζω γενικά, αν δε βρω κάποιον που να μου ταιριάζει με την ιστορία, δεν προχωράει. Έχω πλήρως ανεπτυγμένα treatments που βρίσκονται στο συρτάρι επειδή ακόμη δεν έχω βρει τον κατάλληλο άνθρωπο. Κάποια στιγμή, λοιπόν, σκόνταψα στο Instagram της Staša κι έπαθα. Οι πανέμορφες ακουαρέλες της είναι ένα ολόκληρο σύμπαν φολκλορικού φάνταζι. Οι χαρακτήρες, η ατμόσφαιρα, οι υφές, ήταν όλα όπως ακριβώς τα ήθελα. Της μίλησα για το project και ενθουσιάστηκε. Η δε αντίδρασή της όταν διάβασε το ολοκληρωμένο σενάριο ήταν το πιο ένθερμο και συγκινητικό feedback που έχω ακούσει ποτέ για δουλειά μου. Κλικάραμε αμέσως. Είναι τόσο ικανή storyteller, που ακόμη και τώρα δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι αυτό ήταν το ντεμπούτο της. Η συνεργασία μου μαζί της είναι η πολυτιμότερη που είχα μέχρι τώρα.
Θεωρείς πως η Βαλκανική καταγωγή της βοήθησε να συνεννοηθείτε πιο εύκολα σε σχέση, ας πούμε, με κάποιον με εντελώς διαφορετικές πολιτισμικές αναφορές;
Δε το συζητάμε. Η Staša είναι αυθεντία στο Βαλκανικό φολκλόρ, και η πολιτιστική κληρονομιά μας τόσο παραπλήσια, που ήταν σαν να μιλάμε την ίδια γλώσσα. Της έδειχνα τους κλέφτες, μου έδειχνε τους ανάλογους Βαλκάνιους παρανόμους της εποχής, της έδειχνα την τάδε φορεσιά από την Ήπειρο, μου έδειχνε μια σχεδόν πανομοιότυπη από τη Σερβία. Έχουμε κοινές ρίζες, κοινά μουσικά ακούσματα, κοινά παιδικά βιώματα, οπότε η συνεννόηση ήταν αβίαστη, οργανική, και από κάθε άποψη υπέροχη.
Πρόσφατα, ανέβασες στο Instagram μερικές σελίδες από ένα one-shot που ετοιμάζεις. Περί τίνος πρόκειται και υπάρχει κάποιο άλλο πρότζεκτ που βρίσκεται στα σκαριά;
Η Kalina Hanson είναι μια φοβερή Καναδή εικονογράφος με ένα πραγματικά μοναδικό, παραμυθένια φολκλορικό στυλ. Ήθελα να γράψω κάτι μικρό για τους καλικάντζαρους, γιατί παρόλο που είναι κυριολεκτικά μέρος του DNA μας, είναι εντυπωσιακή η έλλειψη εικονογραφίας γύρω από αυτούς. Το κουβεντιάσαμε, ανταλλάξαμε ιδέες και αναφορές, και προέκυψε ένα 24σέλιδο folk horror/musical one-shot, κάτι μεταξύ Gremlins, Χριστουγεννιάτικου Εφιάλτη και Χιονάτης και Επτά Νάνων. Αναζητήστε το στους πάγκους μας, στα επερχόμενα cons.
Πέρα από αυτό, δουλεύω πάνω σε ένα καινούργιο graphic novel, μια πολύ ελεύθερη διασκευή ενός Παπαδιαμαντικού διηγήματος, εμπλουτισμένη με τις δικές μου αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας, όπου τέσσερα ξαδέλφια και ο παππούς τους ξεκινούν για μια πεζοπορία στο βουνό που θα τους αλλάξει για πάντα. Πρόκειται για το πιο προσωπικό μου πρότζεκτ μέχρι στιγμής, και για ένα βιβλίο που θέλω να γράψω εδώ και χρόνια.


















