02 - Ιουνίου - 2025
Κιούκα, Πριν το Τέλος του Καλοκαιριού: Συλλέγοντας υδάτινες φωτογραφίες για όσα δεν ειπώθηκαν

Ο Κωστής Χαραμουντάνης κάνει το μεγάλου μήκους σκηνοθετικό του ντεμπούτο με την ταινία «Κιούκα, Πριν το Τέλος του Καλοκαιριού».

Στιγμιότυπο από την ταινία «Κιούκα, Πριν το Τέλος του Καλοκαιριού». Του Κωστή Χαραμουντάνη.

Τι σκεφτόμαστε όταν ακούμε «καλοκαίρι»; Μία θάλασσα, σκούρα μπλε, ξυπόλητα πόδια στην καυτή άμμο, ξεγνοιασιά με τους ανθρώπους που αγαπάμε. Αλλά όχι μόνο. Ανασύρουμε τα καλοκαίρια που δεν θα επιστρέψουν, νοσταλγούμε φωτογραφίες τραβηγμένες με ξεθωριασμένο φιλμ, σκεφτόμαστε πόσο αλλάξαμε, πόσα παίρνει μαζί του κάθε καλοκαίρι όταν τελειώνει.

Ο Κωστής Χαραμουντάνης, στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, Κιούκα, Πριν το τέλος του καλοκαιριού, προσπαθεί να σκιαγραφήσει υπαινικτικά, σα να μελετά αποσπάσματα ενός άλμπουμ χωρίς ιδιαίτερη εμβάθυνση, τις διαφορετικές πτυχές που κρύβουν τα καλοκαίρια. Από την ήρεμη επιφάνεια ως τον σκοτεινό βυθό που έδιωξε όσα ψάρια φώλιαζαν μέσα του.

Δύο αδέρφια, η Έλσα (Έλσα Λεκάκου) και ο Κωνσταντίνος (Κωνσταντίνος Γεωργόπουλος), πηγαίνουν διακοπές στον Πόρο με τον πατέρα τους, Μπάμπη (Συμεών Τσακίρης) και το ιστιοπλοϊκό του. Οι μέρες κυλούν αργόσυρτα κάτω από τον ήλιο, ο Μπάμπης, κάποτε δεινός ψαράς, προσπαθεί ανυπόμονα να ανακτήσει το ταλέντο του στο ψάρεμα, τα παιδιά απολαμβάνουν την απραξία τους στο έπακρο. Καθένας τους με τις ιδιοτροπίες του, τελικώς βρίσκουν την ισορροπία στην τριμελή τους οικογένεια. Ώσπου μία συνάντηση με ανοιχτές πληγές του παρελθόντος έρχεται να ταράξει τα νερά. Τα καλοκαίρια δεν είναι πάντα ανέμελα.

Στιγμιότυπο από την ταινία «Κιούκα, Πριν το Τέλος του Καλοκαιριού». Του Κωστή Χαραμουντάνη.

Πρόκειται για ένα φιλμ ξεχωριστό, με τολμηρά τεχνικά μέσα και απρόσμενη διεισδυτικότητα στα συναισθήματα των ηρώων. Δεν μας προσφέρονται αρκετές πληροφορίες για κανέναν τους, αλλά έτσι είναι καλύτερα, γιατί αφήνουν χώρο στη ρευστότητα που έχει μία ανάμνηση. Η έμφαση του σεναρίου δίδεται στην απρόσμενη φύση της ενηλικίωσης, με την έννοια της αποδόμησης εκείνων που μας μεγάλωσαν, της συνειδητοποίησης ότι αν θέλουμε να μην μας κρατούν άλλο πίσω τα σφάλματα που μας επέβαλαν οι γονείς μας, οφείλουμε να φεύγουμε, με τον δικό μας τρόπο. Οι φωτογραφίες διατηρούνται, τις κοιτούμε χαμογελαστά, μα δεν είμαστε πια οι παρελθοντικοί εμείς.

Ο Συμεών Τσακίρης, ο πατέρας που μεγάλωσε τα παιδιά του με την απουσία της μητέρας τους, που έμεινε μετέωρος όταν εκείνη τους εγκατέλειψε, και δεν κατόρθωνε πια να βρίσκει ψάρια όπως παλιά, δίνει συγκινητική ερμηνεία. Προσπαθεί να δείχνει εύθυμος μπροστά στην Έλσα και τον Κωνσταντίνο, όμως τα μάτια του βαραίνουν με μία θλίψη, ένα παράπονο. Εκνευρίζεται, γκρινιάζει για καθετί, μιλά επιθετικά όταν συναντά την πρώην γυναίκα του στον Πόρο. Η αλήθεια είναι πως δεν μπόρεσε ποτέ να προχωρήσει μπροστά, αγκιστρώθηκε στο παρελθόν. Η έκφρασή του, διαρκώς σκυθρωπή, ακόμα και όταν γελά, υποδηλώνει πως κάποτε το καλοκαίρι τον κατάπιε, και δεν ορθοπόδησε ξανά.

Ο Χαραμουντάνης εστιάζει στην αισθητική αρτιότητα. Τον ενδιαφέρει μέσα από τα γλυκά χρώματα του τοπίου και το θερμό φίλτρο που χρησιμοποιεί να αποτυπώσει πλήρως την αίσθηση που αφήνει το καλοκαίρι στο δέρμα. Η ομορφιά των εικόνων του αντισταθμίζεται με εντελώς ιδιοσυγκρασιακά, δικά του στοιχεία, για να προσδώσει οικειότητα στις αλληλεπιδράσεις, καθιστώντας τες εντελώς προσωπικές και εσωστρεφείς. Εν γένει, οι αντιφάσεις γεμίζουν κάθε κάδρο. Υπάρχουν διάλογοι που προκαλούν πηγαίο γέλιο, ωστόσο υποκρύπτονται ίχνη θλίψης. Επικρατεί η συνειρμική σύνδεση μεταξύ των πλάνων, κάθε σκηνή, ακόμα και αν φαίνεται παράταιρη, συσχετίζεται με μία άλλη, έτσι συνάγεται η ευαλωτότητα των ηρώων, κατανοούμε το συναισθηματικό κενό τους όχι από αυτό που είναι, αλλά από τα όσα λένε και κάνουν.

Η συνειρμική σύνδεση και το μοντάζ της, καθιστούν το Κιούκα μια ταινία αξιοπρόσεκτη. Διότι το μοντάζ αξιοποιείται δημιουργικά για να αποδώσει τη ψυχική ένταση, καρέ επαναλαμβάνονται προς ανάδειξη της σύγκρουσης, της επιθυμίας για αποστασιοποίηση. Ακόμα και αν κάποιες πτυχές του σεναρίου είχαν προοπτική για περαιτέρω εξέλιξη, η ταινία κινείται με άξονα τις αισθήσεις που γεννά, μία πρωτότυπη οπτική που δεν γίνεται να παραγνωρίσουμε.

Ιδίως όσοι αγαπούν το συγκεκριμένο είδος σινεμά, δηλαδή εκείνο που επιθυμεί να διεγείρει την ευαισθησία μέσα από την ποίηση και τη βουτιά σε θολές αναμνήσεις, θα νιώσουν ζεστασιά όταν βγουν από την αίθουσα. Κυρίως γιατί η Έλσα και ο Κωνσταντίνος δεν βιώνουν μόνοι την απομυθοποίηση των καλοκαιριών της παιδικής τους ηλικίας, αλλά μπορούν να στηρίζονται ο ένας στον ώμο του άλλου.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *