07 - Αυγούστου - 2026
Μπορεί το IMAX να σώσει το σινεμά;

Ο Λάζαρος Κολαξής βάζει «Στο Μικροσκόπιο» την τεχνολογία IMAX και τις συνέπειες που μπορεί να έχει στην κινηματογραφική βιομηχανία.

Ο Christopher Nolan με μια μηχανή IMAX στα γυρίσματα της «Οδύσσειας».

Καμία ταινία δεν είναι σαν την Οδύσσεια του Christopher Nolan. Και όχι, δεν υπερβάλλουμε. Κυριολεκτικά καμία ταινία δεν είναι σαν την Οδύσσεια, διότι είναι η μοναδική που έχει γυριστεί εξ ολοκλήρου με κάμερες IMAX. Τουλάχιστον, για την ώρα. Ένα όνειρο ζωής για τον Christopher Nolan που πλέον έγινε πραγματικότητα και του δίνει την ευκαιρία να προσφέρει στο κινηματογραφόφιλο κοινό (που είναι πρόθυμο να ξοδέψει κάτι τις παραπάνω) μια μοναδική εμπειρία. Μία εμπειρία που κανένα home cinema δεν μπορεί να αναπαράγει και υπόσχεται να επαναφέρει τη χαμένη αίγλη της σκοτεινής αίθουσας. Αλήθεια, όμως, πόσο πιθανό είναι να συμβεί κάτι τέτοιο και τι επιπτώσεις μπορεί να έχει η εμμονή του Christopher Nolan με τη συγκεκριμένη τεχνολογία στο μέλλον των κινηματογράφων;

 

Υπήρχαν και ταινίες πριν το IMAX;

Λίγο πολύ, ολόκληρη η προωθητική καμπάνια της Οδύσσειας έχει στηθεί γύρω από την τεχνολογία με την οποία γυρίστηκε. Σκηνοθέτης και ηθοποιοί δεν χάνουν την ευκαιρία να μας θυμίζουν πως δεν έχουμε ξαναδεί κάτι αντίστοιχο, πως η νέα τεχνολογία σε βυθίζει στον κόσμο που έχει χτίσει ο Nolan και η ομάδα του, ωθώντας μεγάλο αριθμό θεατών να κάνει ολόκληρο ταξίδι για να βρει μια πραγματική IMAX αίθουσα για να απολαύσει την ταινία με τον τρόπο που θέλει ο Δημιουργός της. Φυσικά, ουδείς αμφισβητεί την εντυπωσιακή αίσθηση που γεννά η παρακολούθηση της ταινίας σε μια ποιοτική αίθουσα, αλλά μήπως υπερβάλλουμε λίγο;

Όλη αυτή η έμφαση που δίνεται στον τρόπο με τον οποίον γυρίστηκε η ταινία δίνει την αίσθηση πως μέχρι τώρα δεν βλέπαμε πραγματικές ταινίες, πως κανένα από τα αριστουργήματα του μέσου δεν είναι ατόφια αριστουργήματα, επειδή να, δεν γυρίστηκαν με την καλυτερότερη τεχνολογία που έχει υπάρξει (και θα υπάρξει) ποτέ. Για την ομάδα μάρκετινγκ της Οδύσσειας, η τεχνολογία φτιάχνει την ταινία και όχι το αντίθετο. Όλες αυτές οι ταινίες που γυρίστηκαν με πενιχρά μέσα και «πρωτόγονες» τεχνολογίες μάλλον δεν αξίζουν τον χρόνο μας πλέον.

Δηλαδή, καλός ο Buster Keaton, οι κασκαρίκες του, οι οποίες δεν διέθεταν ίχνος ψηφιακών εφέ, τα δεκάδες οπτικά τρικ του και οι προσεγμένες μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια χορογραφίες του που εντυπωσιάζουν ακόμα και σήμερα με την εφευρετικότητα και την κωμική ευφυΐα τους, αλλά από τη στιγμή που δεν είναι γυρισμένες σε IMAX, ποιο το νόημα να τις παρακολουθήσει κανείς; Αν δεν νιώθεις δέος μπροστά στην τεραστίων διαστάσεων οθόνη του κινηματογράφου, δεν έχεις δει πραγματικό σινεμά και ούτε μπορείς να εκτιμήσεις μια ταινία ως έργο τέχνης. Γεγονός που σε κάνει να αναρωτιέσαι πώς είναι δυνατόν τόσοι και τόσοι άνθρωποι να αγάπησαν τον κινηματογράφο βλέποντας ταινίες σε βιντεοκασέτες που είχαν φθαρεί από τις δεκάδες επαναλήψεις.

Μέχρι τώρα, νομίζαμε πως η καλή αφήγηση αναδεικνύει το μεγαλείο της ταινίας είτε την βλέπεις σε τηλεόραση, είτε σε κινηματογράφο. Αλλά φέτος, μάθαμε ότι ούτε ο κινηματογράφος είναι αρκετός, αν δεν παίζει φιλμ 70 χιλιοστών με τεχνολογία IMAX. Δίδαξέ μας, βρε Christopher!

 

Το IMAX ως Δούρειος Ίππος

Η χρήση της τεχνολογίας IMAX από τον Nolan ξεπερνάει τα όρια της προσωπικής εμμονής. Αντιθέτως, πρέπει να γίνει αντιληπτή ως μια ευρύτερη αναζήτηση της βιομηχανίας για τεχνάσματα ώστε να επιστρέψει ο κόσμος στη σκοτεινή αίθουσα. Όταν το μέσο home cinema μπορεί να προσφέρει μια άκρως ποιοτική εμπειρία παρακολούθησης, πώς θα παραμείνουν ανταγωνιστικοί οι κινηματογράφοι; Με τεράστιες οθόνες που κόβουν την ανάσα, εξαιρετικό ήχο, άνετα καθίσματα, μαλακά κρεβάτια και γκουρμέ φαγητό, απαντάει η βιομηχανία! Και βέβαια, ας μην ξεχνάμε τις αίθουσες τεσσάρων διαστάσεων (4DX) που εμπλουτίζουν τη θέαση μιας ταινίας με πρακτικά εφέ (χρήση νερού, ανέμου, δόνηση ανάλογα με το τι διαδραματίζεται επί της οθόνης κλπ) ή τις Infinity Vision αίθουσες που ετοιμάζεται να πλασάρει η Disney για να ανταγωνιστεί εκείνες της IMAX. Με άλλα λόγια, παρατηρείται μια τάση για επαναπλασάρισμα της επίσκεψης στην κινηματογραφική αίθουσα ως πολυτέλεια που δεν μπορεί να βρεθεί πουθενά αλλού.

Φυσικά, αυτός δεν είναι ούτε ο μοναδικός τρόπος να αυξηθούν τα εισιτήρια (μια καλή ιδέα θα ήταν οι ταινίες να προβάλλονται για περισσότερο καιρό στις αίθουσες αντί να φεύγουν άρον άρον για να γίνουν διαθέσιμες σε κάποια πλατφόρμα), ούτε έρχεται χωρίς το αντίστοιχο τίμημα. Μπορεί οι αίθουσες IMAX να μην ξεφυτρώσουν σαν τα μανιτάρια εξαιτίας του υπέρογκου κόστους τους και την έλλειψη των κατάλληλων προτζεκτόρων, αλλά ήδη βλέπουμε τοπικούς κινηματογράφους να υιοθετούν τη λογική της «πολυτελειοποίησης» με τις αντίστοιχες αυξήσεις στις τιμές των εισιτηρίων.

Πέρα από την προφανή συνέπεια, δηλαδή τον αποκλεισμό ατόμων που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να πληρώσουν ένα τόσο ακριβό εισιτήριο (ή δεν έχουν κάποιον αντίστοιχο κινηματογράφο σε κοντινή απόσταση), αυτού του είδους η λογική κρύβει και μια πιο επικίνδυνη παγίδα, αφού εκπαιδεύει το κοινό να επισκέπτεται τα σινεμά μόνο για ταινίες που «αξίζουν», δηλαδή υπερπαραγωγές όπως η Οδύσσεια, οι οποίες εγγυώνται ένα οπτικοακουστικό υπερθέαμα.

Τι θα απογίνουν όμως οι μεσαίου και μικρού προϋπολογισμού ταινίες; Εκείνες που στερούνται φανταχτερών σκηνικών και ήχου που τραντάζει ολόκληρο το είναι σου; Γιατί κάποιος να πληρώσει πανάκριβα για να δει τις υπόλοιπες «κακοφτιαγμένες» ταινίες σε μια αίθουσα με τέλειο ηχοσύστημα και άψογη ποιότητα εικόνας από τη στιγμή που οι ίδιοι οι κινηματογράφοι και οι διανομείς υπονοούν πως δεν αξίζει να τις δεις στη σκοτεινή αίθουσα; Εν ολίγοις, αυτό το δώρο που προσφέρει απλόχερα ο Christopher Nolan και παρουσιάζεται ως σανίδα σωτηρίας για τη βιομηχανία, μακροπρόθεσμα μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ και ίσως να αποτελέσει την αιτία που οι κινηματογράφοι είτε θα αναγκαστούν να αναβαθμιστούν (…αν έχουν την οικονομική δυνατότητα) για να παίζουν αποκλειστικά μπλοκμπάστερ είτε να επιλέξουν τη σιωπηλή εξαφάνισή τους.

 

Η ξεχασμένη δύναμη του κινηματογράφου

Προφανώς, οι παραπάνω ενστάσεις δεν πρέπει να παρεξηγηθούν ως μια γενικότερη απέχθεια για κάθε είδους βελτίωση της ποιότητας μιας αίθουσας. Εννοείται πως όλοι μας θέλουμε να βλέπουμε ταινίες χωρίς να σιχτιρίζουμε για την κακή ποιότητα εικόνας και ήχου ή για κατεστραμμένα καθίσματα στα οποία πρέπει να αλλάζεις θέση κάθε τρεις και λίγο για να βολευτείς. Αυτό που λέμε είναι ότι το σινεμά πρέπει να είναι πρώτα απ’ όλα μια εμπειρία που δίνει έμφαση στην τέχνη του κινηματογράφου και στη συλλογική του διάσταση και μετά σε όλα τα υπόλοιπα.

Ναι, οι πολυδιαφημισμένες ταινίες Avatar (2009-) «συγκλονίζουν» με την εντυπωσιακή τεχνολογία τους και σπάνε το ένα εισπρακτικό ρεκόρ μετά το άλλο, αλλά κανείς δεν μιλάει για αυτές. Είναι ταινίες που σαρώνουν στα ταμεία, αλλά δεν έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν μια κοινότητα γύρω από αυτές. Είναι δηλαδή χειροπιαστή απόδειξη πως η πρωτοποριακή τεχνολογία δεν μπορεί να αντικαταστήσει την καλοφτιαγμένη αφήγηση που γεννά πληθώρα συναισθημάτων και σε ωθεί σε συζητήσεις με φίλους ή και διαδικτυακούς αγνώστους.

Ίσως, ο μόνος τρόπος να σωθεί η μικρή αίθουσα, εκείνη που μπορεί να καυχιέται πως αποτελεί στέκι γειτονιάς και όχι έναν «μη-τόπο» προσωρινής επίσκεψης, είναι να δοθεί έμφαση στη συλλογική εμπειρία του κινηματογράφου. Στην προβολή παλιών και δυσεύρετων ταινιών, αλλά και στην πλαισίωσή τους με συζητήσεις που επιτρέπουν στο κοινό να αναπτύξει μια διαφορετική σχέση με το έργο τέχνης, μετατρέποντας το σινεμαδάκι σε ένα κινηματογραφικό εργαστήρι, ένα μικρό σχολείο όπου μαθαίνεις την ιστορία του κινηματογράφου βλέποντάς την και συζητώντας την με άλλους. Τέτοιες δράσεις λαμβάνουν ήδη χώρα σε μικρή κλίμακα, κυρίως κατά τους θερινούς μήνες, και αποδεικνύουν πως το σινεμά (μπορεί να) είναι κάτι παραπάνω από μία εντυπωσιακή τεχνολογία και ανακλινόμενα καθίσματα.

Περισσότερα αφιερώματα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *