Στις Πολυκατοικίες (2018), ο Λεξ καταφέρνει να συμπυκνώσει μέσα σε περίπου τρία λεπτά όλες τις παθογένειες που οδήγησαν την ελληνική κοινωνία στην οικονομική και κοινωνική κατάρρευση, συνεχίζοντας το πολύτιμο κοινωνιολογικό έργο που είχε ξεκινήσει η Τζούλια Αλεξανδράτου με το τραγούδι Στόχος είναι τα Λεφτά (2010). Παράλληλα, τιμάει απόλυτα τον τίτλο του τραγουδιού, διότι οι ρίμες του πιάνουν και την ουσία των ίδιων των πολυκατοικιών. Επικρίνουν την κατασκευαστική τους προχειρότητα («…τοίχοι από χαρτί») που οδηγεί σε μειωμένη ιδιωτικότητα («Τρωκτικά μ’ ακουστικά ακούν τις συνομιλίες…») και όταν αναφέρονται στον φοιτητή του ισογείου, στον μετανάστη του πέμπτου και τον γέρο από τον έκτο, αναδεικνύουν ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά τους∙ τη συνύπαρξη ανθρώπων διαφορετικών καταγωγών, κοινωνικών τάξεων και ηλικιών, εκείνο δηλαδή το στοιχείο που συμβάλλει στην ιδιαίτερη ζωντάνια του ελληνικού αστικού τοπίου και λειτουργεί αποτρεπτικά για την εμφάνιση φαινομένων γκετοποίησης, τουλάχιστον στον βαθμό που συναντώνται σε πόλεις του εξωτερικού. Δυστυχώς, το κόμικ Πολυκατοικίες (εκδόσεις Μικρός Ήρως), σε σενάριο του Μι Δέλτα (Τερματοφύλακας Γιατρός: Η Ιστορία Συνεχίζεται) και σχέδιο του Δημήτρη-Κρις Αγκαράι (Σκυλονουάρ), αποδεικνύεται πιο μονοδιάστατο από την πηγή έμπνευσής του.
Αυτή η κοινωνική διαστρωμάτωση αποτελούσε την ιδανική ευκαιρία για την αποτύπωση του βιώματος της οικονομικής κρίσης μέσα από ένα μωσαϊκό διαφορετικών οπτικών. Η παρουσία τους θα έδινε μια πολύτιμη δυναμική στο κόμικ, ιδίως αν συνδυαζόταν με μια περιπλάνηση στους μικρόκοσμους της πολυκατοικίας∙ τους παρατημένους ακάλυπτους, τις ταράτσες με τα πλυμένα ρούχα και τους θερμοσίφωνες, τα μπαλκόνια με τις στριμωγμένες γλάστρες τους, τα φωτεινά και ευρύχωρα ρετιρέ και τα σκοτεινά διαμερίσματα των ημιορόφων ή με λίγες κουβέντες για τη βραχυχρόνια μίσθωση και την «αναβάθμιση» των φούρνων σε microbakery που αλλοιώνουν εδώ και μερικά χρόνια τον χαρακτήρα των γειτονιών.
Ακόμη και μικρές, αλλά πολύτιμες λεπτομέρειες που δεν θα απαιτούσαν ριζικές σεναριακές αλλαγές θα έκαναν πιο αισθητή την παρουσία της πολυκατοικίας. Ένα χαλασμένο ασανσέρ που αναγκάζει τον Δήμο να ανέβει από τις σκάλες, οι καβγάδες των γειτόνων που διαπερνούν τους «χάρτινους» τοίχους ή μια σύντομη επίσκεψη στο μπαλκόνι για ένα τσιγάρο και κλεφτές ματιές στα διπλανά διαμερίσματα θα εμπλούτιζαν την αφήγηση και θα έδιναν στο άρτιο, εκφραστικό και υφολογικά ευέλικτο σχέδιο του Αγκαράι την ευκαιρία να ξεδιπλώσει με μεγαλύτερη λεπτομέρεια το πάθος του για το αστικό τοπίο.
Προτιμώντας, όμως, να κλειδωθούν σε τέσσερις τοίχους για να αφηγηθούν βιαστικά την επίσκεψη του Δήμου στον άρρωστο, αλλά αποξενωμένο πατέρα του, οι Πολυκατοικίες υποβαθμίζουν το χωρικό στοιχείο, ρίχνοντας μόνο φευγαλέες ματιές στο αρχιτεκτονικό και αστικό τοπίο. Με αυτόν τον τρόπο, ο τόπος στον οποίον διαδραματίζεται η ιστορία παύει να έχει σημασία∙ αν η συνάντηση λάμβανε χώρα στο δωμάτιο κάποιου νοσοκομείου δεν θα άλλαζε απολύτως τίποτα, γεγονός που μόνο ως αρνητικό μπορεί να λογιστεί στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Όμως, εκτός από την ηχηρή απουσία της χωρικής διάστασης, το κόμικ πάσχει και από τη «συντηρητική» ανάγνωση του τραγουδιού. Οι στίχοι προσεγγίζονται λες και πρόκειται για κάποιο ιερό κείμενο που πρέπει να συμπεριληφθεί αυτούσιο και να οπτικοποιηθεί λέξη προς λέξη, προσέγγιση που αποδεικνύεται βαρίδι για το τελικό αποτέλεσμα. Από τη μια, η κυριολεκτική αποτύπωση μεταφορικών στίχων («Εκεί έξω, έξω, έξω από’ δω, Σιγά μην κλείσω συμφωνία με τον Εξαποδώ!» ή «Τρωκτικά μ’ ακουστικά ακούν τις συνομιλίες…») αποδεικνύεται αμήχανη, αφού δεν συγχρονίζεται με τον ωμό ρεαλισμό που θέλει να υπηρετήσει το κόμικ και από την άλλη, η συνοπτική παρουσίαση του κοινωνικού αναβρασμού στην Ελλάδα της κρίσης μπορεί να λειτουργεί ιδανικά σε ένα ολιγόλεπτο τραγούδι, αλλά δεν είναι αρκετή για ένα κόμικ που έχει την ευκαιρία (και πρέπει, αν θέλει να προσθέσει κάτι νέο) να εμβαθύνει περισσότερο σε αυτές τις θεματικές.
Με αυτόν τον τρόπο, οι ενδιαφέρουσες ιδέες του σεναρίου, όπως η «οικογένεια του δρόμου» ως εναλλακτική στις δυσλειτουργικές βιολογικές οικογένειες, δεν έχουν χώρο να ανασάνουν, οι εμπειρίες του Δήμου παραγκωνίζονται, αδυνατώντας να μετατραπούν από στιγμιότυπα σε χειροπιαστά βιώματα, ενώ η άγαρμπη και μονοκόμματη παρουσία του τραγουδιού δεν επιτρέπει στην πλοκή της σχέσης πατέρα και γιού να αποκτήσει τον κεντρικό ρόλο που θα έπρεπε να έχει. Αντιθέτως, περισσότερο μοιάζει με υποσημείωση, λες και προστέθηκε εκ των υστέρων για να δικαιολογηθεί η ύπαρξη του «μουσικού μοντάζ», το οποίο κάλλιστα θα μπορούσε να σταθεί αυτόνομο, ύστερα από την αφαίρεση της αφήγησης του Δήμου. Τελικά, το χάσμα που δημιουργείται ανάμεσα στα δύο μέρη της ιστορίας είναι αγεφύρωτο και το αποτέλεσμα δίνει την εντύπωση δύο ξένων σωμάτων που υποχρεώθηκαν σε απρόθυμη συγκατοίκηση.
Απόδειξη πως η πιστότητα στο περιεχόμενο ενός κειμένου δεν εξασφαλίζει πάντα και το καλύτερο αποτέλεσμα μιας διασκευής του, οι Πολυκατοικίες αδικούνται από την απροθυμία του σεναρίου να συνομιλήσει με απελευθερωμένο και δημιουργικό τρόπο με το τραγούδι του Λεξ. Και είναι πραγματικά κρίμα, διότι η αγάπη των συντελεστών είναι έκδηλη, αλλά η σχεδόν ευλαβική προσέγγιση δεν προσφέρει κάποιον ουσιαστικό λόγο να διαβάσεις το κόμικ, όταν όλα όσα λέει έχουν ήδη ειπωθεί σε τρία λεπτά.
Περισσότερες κριτικές κόμικς.



















