07 - Μαΐου - 2026
Πριν το «Joker» του Todd Phillips υπήρχε ο «Δράκος» του Νίκου Κούνδουρου

Μήπως η εμβληματική ελληνική ταινία αποτέλεσε έμπνευση για τη διλογία του Todd Phillips;

Ο Ντίνος Ηλιόπουλος πρωταγωνιστεί στην ταινία «Ο Δράκος» σε σκηνοθεσία Νίκου Κούνδουρου.

Ένας περιθωριοποιημένος άντρας μετατρέπεται άθελά του σε λαϊκό σύμβολο, περνώντας από την προσωρινή μέθεξη της αποδοχής στην τραγωδία της βάρβαρης απόρριψης από τους ίδιους ανθρώπους που τον αποθέωναν. Όχι, δεν πρόκειται για τη σύνοψη των Joker (2019) και Joker: Folie à Deux (2024) του Todd Phillips, αν και θα επανέλθουμε σε αυτά, αλλά για εκείνη του Δράκου (1956) του Νίκου Κούνδουρου που κυκλοφόρησε πριν μερικούς μήνες σε αποκατεστημένη blu-ray έκδοση από την Radiance.

Δύο χρόνια μετά την Μαγική Πόλη (1954), ο Κούνδουρος σκηνοθετεί το σενάριο του Ιάκωβου Καμπανέλλη με πρωταγωνιστή τον Θωμά (Ντίνος Ηλιόπουλος), έναν άχρωμο και άοσμο, μα καλοκάγαθο τραπεζικό υπαλληλάκο που περνάει απαρατήρητος από τους γύρω του. Όταν όμως συνειδητοποιεί την αδιαμφισβήτητη ομοιότητά του με τον καταζητούμενο «Δράκο», βρίσκει καταφύγιο σε ένα καταγώγι. Εκεί, καταλήγει υπό την προστασία μιας συμμορίας ληστών, η οποία αποφασίζει να του δώσει πρωταγωνιστικό ρόλο στο σχέδιο που ετοιμάζει για την κλοπή μιας εκ των στηλών του Ολυμπίου Διός με σκοπό την πώλησή της σε αμερικανούς αρχαιοκάπηλους.

 

Το αποτύπωμα του Δράκου στον ελληνικό κινηματογράφο

Με φόντο μια πόλη που ακόμα δεν έχει γιατρευτεί από τις πληγές της κατοχής και του εμφυλίου, ο Δράκος επιχειρεί να μιλήσει για το κοινωνικό και πολιτικό κλίμα της μετα-εμφυλιακής Ελλάδας, αποτυπώνοντάς την με τρόπο που δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από τις «τουριστικές» εκδοχές της, όπως αυτές εκφράστηκαν στον εμπορικό κινηματογράφο της εποχής. Η αστυνομοκρατία, ο χαφιεδισμός και το παρακράτος που αντιμετωπίζουν τον καθένα και την καθεμία ως εν δυνάμει εγκληματία, η κατακερματισμένη πολιτισμική ταυτότητα που βρίσκεται υπό την επιρροή της αμερικανικής ηγεμονίας (τα καμαρίνια των χορευτριών του μαγαζιού που βρίσκει καταφύγιο ο Θωμάς είναι γεμάτα με φωτογραφίες χολιγουντιανών αστέρων, ενώ κάποια στιγμή οι μουσικοί παίζουν μια διασκευή του Ιλισσού σε ρυθμούς μπούγκι γούγκι), αλλά και η καιροσκοπική λογική που δεν διστάζει να ξεπουλήσει μέχρι και το ιστορικό παρελθόν της χώρας στον βωμό του πρόσκαιρου κέρδους βρίσκονται στην καρδιά της ταινίας.

 

Οι Δραματουργικές & Υφολογικές Ασυνέπειες του Δράκου

Στιγμιότυπο από την ταινία «Ο Δράκος» σε σκηνοθεσία του Νίκου Κούνδουρου.

Το τολμηρό ψυχογράφημα της ελληνικής κοινωνίας και η αισθητική γλώσσα που συνομιλεί με το νουάρ και τον εξπρεσσιονισμό είναι οι κύριοι λόγοι που συνέβαλαν ώστε η ταινία να διατηρήσει τη γοητεία της μέσα στα χρόνια και να θεωρείται ένας εκ των προδρόμων του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, παρ’ ότι η αποδοχή της την εποχή της κυκλοφορίας της ήταν απογοητευτική τόσο σε επίπεδο κριτικής, όσο και εισπράξεων. Ωστόσο, δεν είναι ικανοί να εγγυηθούν και τον χαρακτηρισμό του αριστουργήματος, γεγονός που οφείλεται κυρίως σε υφολογικές και σεναριακές ασυνέπειες.

Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας διαδραματίζεται στο καταγώγι που κρύβεται ο Θωμάς, ένας χώρος που μοιάζει με εξελληνισμένη εκδοχή των κακόφημων μπαρ που συναντάμε συχνά στα φιλμ νουάρ. Μόνο που, ενώ στο τυπικό νουάρ αυτοί οι χώροι ξεχωρίζουν για την ατμόσφαιρά τους, εδώ παραπέμπουν περισσότερο σε τσίρκο. Πινακίδες στα αγγλικά που προσκαλούν τους ξένους να ζήσουν τον μύθο τους στην Ελλάδα μετατρέπουν το σκηνικό σε κιτς τουριστικό θέρετρο με μουσικοχορευτικές παραστάσεις αμφιβόλου αισθητικής (είπαμε, ο Ιλισσός ερμηνεύεται σε ρυθμούς μπούγκι γούγκι!) και οι κακοποιοί, αντί για αδίστακτοι γκάνγκστερ μοιάζουν με κακόμοιρα μωράκια που είναι αδύνατο να πάρεις στα σοβαρά (εδώ βέβαια, δεν βοηθάει και η παρουσία του Βέγγου που παίζει τον… Βέγγο, και ο απελπιστικά κακός Φάτσος του Γιάννη Αργύρη που φλερτάρει με τα όρια της καρικατούρας).

Το επιχείρημα σε όλα αυτά είναι πως ο Κούνδουρος θέλει, όπως είδαμε και νωρίτερα, να σατιρίσει την αμερικανική επιρροή και το ξεπούλημα της πολιτισμικής ταυτότητας στον βωμό του πρόσκαιρου κέρδους που υπόσχεται ο τουρισμός, αλλά την ίδια στιγμή υιοθετεί ένα απόλυτα σοβαρό ύφος που θέλει να παραπέμπει σε κλασικά φιλμ νουάρ. Κάπως έτσι, προκύπτει μια ταινία που ούτε αρκετά αστεία είναι ώστε να επικοινωνεί τις προθέσεις της, ούτε εκμεταλλεύεται στο έπακρο τις νουάρ ευαισθησίες της, καταλήγοντας τελικά μια αμήχανη ανάμειξη των δύο αυτών πτυχών της. Μια ξέμπαρκη -θεωρητικά κωμική- σκηνή, όπου δύο μαυροντυμένοι ασφαλίτες συλλαμβάνουν έναν από τους θαμώνες του μαγαζιού είναι ενδεικτική του προβλήματος.

Σημαντικές ελλείψεις εντοπίζονται και στο σενάριο, όπου η ταινία ναι μεν μας λέει πως ο «Δράκος» έχει μετατραπεί σε ένα είδος λαϊκού ήρωα, αλλά, σύμφωνα με όσα αποτυπώνονται, η συμπεριφορά του κόσμου είτε δεν φανερώνει την παραμικρή συμπάθεια προς το πρόσωπό του, είτε είναι φιλική μόνο και μόνο επειδή εξυπηρετεί άλλους, πονηρότερους σκοπούς. Ο μόνος χαρακτήρας που δείχνει ειλικρινές ενδιαφέρον για τον Θωμά είναι το «Μωρό», της ερμηνευτικά εξαιρετικής Μαργαρίτας Παπαγεωργίου, μια χορεύτρια του μαγαζιού που γοητεύεται (σε πλατωνικό επίπεδο) από τον ευγενικό χαρακτήρα του και ουχί από την υποτιθέμενη εγκληματική του δραστηριότητα.

Με βάση τα παραπάνω, λοιπόν, η σκηνή της σύλληψης του «Δράκου», όπου το πλήθος μαζεύεται και τάχα θρηνεί για την κατάληξη του -χωρίς όμως την παραμικρή διάθεση να επέμβει, όπως συνέβη λόγου χάρη στο Joker– δεν διαθέτει την απαραίτητη βαρύτητα. Αδυνατεί να πείσει για τη δύναμη που ασκεί στο λαϊκό συνειδητό ο «Δράκος», αφήνοντάς το κοινό να παρατηρεί με αμηχανία την ερασιτεχνική δουλειά στη σκηνοθεσία των κομπάρσων, όπου εμφανίζονται ένας-ένας και περιμένουν τη σειρά τους για να χασμουρηθούν, ρίχνοντας παράλληλα κλεφτές ματιές στην κάμερα για να βεβαιωθούν πως ακολουθούν σωστά τις οδηγίες…

Κυρίως, όμως, η ταινία αδυνατεί να προσφέρει στον πρωταγωνιστή της ένα αφηγηματικό τόξο αντάξιο των υπαρξιακών προβληματισμών του. Ο Θωμάς, ερμηνευμένος στην εντέλεια από τον Ντίνο Ηλιόπουλο, παραμένει αποστασιοποιημένος ακόμα και μπροστά στον ίδιο του τον θάνατο -«Αφήστε με μόνο. Σ’ όλη μου τη ζωή απέφευγα τον θόρυβο», ψελλίζει σιωπηλά λίγο πριν το τέλος-, ενώ ποτέ δεν φάνηκε να «απολαμβάνει», έστω και για μια στιγμή, το στάτους που του πρόσφερε η ψευδής του ταυτότητα. Σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, ο χαρακτήρας του δεν είχε την παραμικρή διακύμανση∙ ούτε φόβο, ούτε εφήμερη απόλαυση, ούτε θλίψη, παρά μόνο μια μόνιμη παθητική στάση που ενδεχομένως θα μπορούσε να λειτουργήσει, αν ήταν πιο πολυδιάστατοι οι χαρακτήρες που τον πλαισίωναν.

 

Οι απροσδόκητες ομοιότητες του Δράκου με τα Joker και Joker: Folie à Deux

Οφείλω να ομολογήσω πως οι παραπάνω σεναριακές και σκηνοθετικές αστοχίες, σε συνδυασμό με τεχνικά προβλήματα όπως το κάκιστο ντουμπλάζ, μείωναν όλο και περισσότερο το ενδιαφέρον μου για την ίδια την ταινία, οδηγώντας όμως σε μια απροσδόκητη σκέψη: μήπως ο Δράκος αποτελεί την κρυφή έμπνευση πίσω από τις ταινίες Joker του Todd Phillips; Εκ πρώτης όψεως, μια τέτοια σύνδεση μοιάζει ουρανοκατέβατη, ίσως και αιρετική, αν λάβουμε υπόψη τον αντιαμερικανισμό της ταινίας. Κι όμως, μια προσεκτικότερη ματιά αποκαλύπτει μικρές και μεγάλες ομοιότητες μεταξύ των δύο περιπτώσεων.

Σε πρώτο επίπεδο, τόσο ο Κούνδουρος όσο και ο Phillips δίνουν ιδιαίτερη βαρύτητα στην πόλη με την Αθήνα και τη Gotham αντίστοιχα να προσφέρουν το απαραίτητο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο της κάθε ιστορίας. Στην περίπτωση του Δράκου, ο αστικός ιστός βρίσκεται σε φάση ανοικοδόμησης ύστερα από τις καταστροφικές συνέπειες της Κατοχής και του Εμφυλίου, ενώ στην περίπτωση του Joker, η Gotham είναι ένα καζάνι που βράζει εξαιτίας των ταξικών ανισοτήτων, ενώ και οι δύο ταινίες αποτυπώνουν την ευκολία με την οποία κάποιος που βρίσκεται στο περιθώριο μπορεί να οδηγηθεί σε ακραίες συμπεριφορές. Αυτές οι ομοιότητες, όμως, αν και δεν είναι αμελητέες, θα μπορούσαν να θεωρηθούν και τυχαίες, με την έννοια πως είναι πιθανό να βρεθούν σε οποιαδήποτε ταινία επιχειρεί να θίξει παρεμφερείς προβληματισμούς (βλ. Taxi Driver, The Batman).

Η σύγκριση αποκτά πραγματικό ενδιαφέρον, όταν διαπιστώνει κανείς κοινά μοτίβα στην πλοκή, τα οποία όμως δεν είναι ιδιαίτερα αναμενόμενα. Όταν ο Θωμάς οδηγείται στο αστυνομικό τμήμα για να εξακριβωθεί η ταυτότητα του, οι αστυνομικοί λοιδωρούν τη θηλυπρεπή εμφάνισή του∙ «Γυναίκα είσαι βρε;», τον ρωτάει ένας εξ’ αυτών, προτού ξεσπάσουν όλοι σε γέλια. Στο Joker: Folie à Deux, o Arthur έρχεται αντιμέτωπος με ακόμα πιο κακοποιητικές συμπεριφορές, ενώ ήδη από την πρώτη ταινία ο Joaquin Phoenix ερμηνεύει τον χαρακτήρα με μια λεπτή, σχεδόν ανεπαίσθητη δόση θηλυπρέπειας. Αντίστοιχα, υπονοείται πως και οι δύο χαρακτήρες πιθανότατα είχαν ελάχιστη σεξουαλική εμπειρία (αν είχαν καθόλου), αποκτούν μια θαυμάστρια και μοιράζονται την ίδια τραγική κατάληξη∙ όταν παύουν να ανταποκρίνονται στην εικόνα του συμβόλου που είχαν δημιουργήσει για αυτούς οι «υποστηρικτές» τους, τιμωρούνται με θανάσιμες μαχαιριές, αφήνοντας την τελευταία τους πνοή, ήδη ξεχασμένοι από τη συλλογική μνήμη.

 

Ένας τελευταίος χορός

Αν όλα τα παραπάνω μοιάζουν με χαριτωμένες συμπτώσεις, είναι η σημασία που δίνουν και οι δύο περιπτώσεις στον χορό που προκαλεί ειλικρινή έκπληξη. Λίγο πριν τα μέλη της συμμορίας ξεχυθούν στους δρόμους για να υλοποιήσουν το σχέδιο τους, αρχίζουν να χορεύουν ζεϊμπέκικο στην κορυφαία και πιο ανατριχιαστική σεκάνς της ταινίας. Έναν «σπαρακτικό διονυσιακό αναστεναγμό», όπως τον χαρακτηρίζει ο Βρασίδας Καραλής στο βιβλίο Μια Ιστορία του Ελληνικού Κινηματογράφου (εκδ. Δώμα), που δίνει την ευκαιρία στους ταλαιπωρημένους άντρες να μοιραστούν τον καημό τους και να αφήσουν το τραύμα να τούς ενώσει∙ «Εμένα η ζωή μου αλλάζει απόψε» φωνάζει ο ένας, «Έχω αδερφάκι άρρωστο βαριά στη Σωτηρία. Βοήθα, Χριστέ μου, να τελειώσει αυτή δουλειά», παρακαλάει ο άλλος. Δειλά δειλά, μπαίνει και ο Θωμάς στον χορό με ένα ζεϊμπέκικο άβολο και αμήχανο, όπως ο ίδιος, μια τελευταία απόπειρα να γίνει μέρος ενός συνόλου.

Όσο για το Joker, όταν ο Arthur δολοφονεί τα πρώτα θύματα του, κρύβεται σε μια δημόσια τουαλέτα όπου αρχίζει να χορεύει με έναν ανατριχιαστικά απελευθερωτικό τρόπο. Η αργή κίνηση, η υποβλητική μουσική και το στυλιζαρισμένο σκηνικό με τον πρασινωπό φωτισμό και τον καθρέφτη που επιτρέπει στον Arthur να θαυμάζει τον εαυτό του δημιουργούν μια σχεδόν υπερβατική ατμόσφαιρα, βυθίζοντας σταδιακά το κοινό στην εύθραυστη ψυχοσύνθεση του πρωταγωνιστή. Από εκείνο το σημείο και μετά, ο προσωπικός χορός του Arthur μετατρέπεται σε μια πράξη απελευθερωτική, σύμβολο των ηρωικών φαντασιώσεων του και της καταπιεσμένης οργής των λαϊκών στρωμάτων.

Σε μια καλλιτεχνικά απρόσμενη απόφαση, το χορευτικό στοιχείο αποκτά ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις στο Joker: Folie à Deux, όπου η ταινία μεταπηδά δίχως αναστολές στο είδος του μιούζικαλ με τις σκηνές χορού να αποτυπώνουν την κοινή «τρέλα» του Joker και της Harley Quinn. Μια κατεύθυνση ανήκουστη για τα δεδομένα μιας χολιγουντιανής υπερηρωικής ταινίας μαζικής απεύθυνσης, η οποία μοιάζει εχθρική απέναντι στην ίδια της την ύπαρξη, γεγονός που την μετατρέπει σε ένα αρρωστημένο κινηματογραφικό αστείο και επομένως, μια άψογη ταινία Joker.

 

Από τον Δράκο στον Joker

Τελικά, αποτέλεσε ο Δράκος έμπνευση για τη διλογία του Joker; Η απάντηση μάλλον δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Ωστόσο, αν προκύπτει κάτι ενδιαφέρον από αυτή την απρόσμενη σύγκριση είναι το γεγονός πως δύο τόσο διαφορετικές ιστορίες κατέληξαν να συνομιλούν παρά τις δεκαετίες που τις χωρίζουν και τις διαφορετικές συνθήκες που τις γέννησαν. Λες και πρόκειται για ένα αστείο παιχνίδι της μοίρας, από αυτά που θα λάτρευε η νέμεσις του Batman, οι ομοιότητές τους μάς υπενθυμίζουν πως κάθε έργο τέχνης έχει τις προοπτικές να αποκτήσει στρώματα αναγνώσεων που ο δημιουργός του δεν θα μπορούσε να προβλέψει ποτέ.

Περισσότερα αφιερώματα ταινιών.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *