Λίγες είναι οι τηλεοπτικές σειρές που είχαν μεγαλύτερο αντίκτυπο στη μαζική κουλτούρα από το Buffy the Vampire Slayer. Η σειρά, που προβλήθηκε σε 7 σεζόν από το 1997 έως το 2003, έχει αφήσει ανεξίτηλο στίγμα στο τηλεοπτικό Μέσο, στον τρόπο που πλέον οι παραγωγοί και τα studio αντιμετώπιζαν την ίδια την τηλεοπτική αφήγηση, ενώ ακόμη παρουσίασε και εδραίωσε εντέλει καινοτομίες σχετικά με τον τρόπο που παρουσιάζονται οι γυναικείοι χαρακτήρες στο σινεμά και την τηλεόραση. Στο παρόν κείμενο, επιστρέφουμε σε αυτόν τον μοναδικό κόσμο που βρίσκεται κάπου ανάμεσα στον τρόμο και το φανταστικό, για να αναλογιστούμε τις τεράστιες αλλαγές που μια τόσο μοναδική σειρά έφερε σε ολόκληρο το τηλεοπτικό και πολιτισμικό στερέωμα των αρχών του αιώνα μας.
Μια νέα εποχή για την τηλεοπτική μυθοπλασία στις αρχές του αιώνα
Αναμφίβολα, η πρώτη δεκαπενταετία, χονδρικά, του 21ου αιώνα ήταν μια περίοδος μεγάλων αλλαγών στην τηλεοπτική δραματουργία, στην ίδια τη δομή ουσιαστικά των τηλεοπτικών αφηγήσεων. Ένα ολόκληρο κύμα νέων τηλεοπτικών παραγωγών έφερε το τηλεοπτικό δράμα εγγύτερα προς τον κινηματογράφο, αμφισβητώντας τρόπους παραγωγής ιστοριών που για δεκαετίες ήταν δεδομένες για την τηλεόραση, ήδη από την αρχή της μεταπολεμικής περιόδου. Η λεγόμενη «Χρυσή εποχή της τηλεόρασης» (αποτελεί αντικείμενο συζήτησης το αν σήμερα έχει τελειώσει ή αν απλά συνεχίζεται με νέα μορφή, στην εποχή του streaming) αναίρεσε το μοντέλο σύμφωνα με το οποίο οι τηλεοπτικές σειρές θεωρούνταν μυθοπλαστικές παραγωγές στην οθόνη «δευτέρας διαλογής» σε σχέση με τον κινηματογράφο, καθώς οι σειρές πλέον χαρακτηρίζονταν από πιο περίτεχνη και προσεγμένη σεναριακή γραφή, ενώ άρχισε να γίνεται όλο και λιγότερο σπάνιο να φιγουράρουν σε αυτές ηθοποιοί με καριέρα είτε στο σινεμά είτε ακόμη και στο θέατρο. Κορυφαία παραδείγματα: The Sopranos (1999-2007), The Wire (2002-2008), Mad Men (2007-2015), Breaking Bad (2008-2013)/Better Call Saul (2015-2022), μεταξύ άλλων, όμως πολλοί θεωρούν πως τον πιο καθοριστικό ρόλο στην εν λόγω αλλαγή παραδείγματος και, επί της ουσίας, τη μετάβαση προς μια εξ ολοκλήρου νέα εποχή για ένα ολόκληρο Μέσο, έπαιξε η αγαπημένη μας βαμπιροφόνισσα.
Μια μεγάλη αλλαγή που σχηματικά θεωρείται πως αντικατοπτρίζει σε μεγάλο βαθμό τη μετάβαση σε μια νέα εποχή του τηλεοπτικού δράματος, είναι η ενιαία αφήγηση που πλέον γινόταν χαρακτηριστικό όλο και περισσότερων σειρών της «χρυσής εποχής». Για παράδειγμα, στις σειρές που θεωρείται πως αντιπροσωπεύουν αυτή την ιστορική περίοδο του τηλεοπτικού Μέσου, τα αυτοτελή επεισόδια δεν υπήρχαν πλέον, όπως για παράδειγμα υπήρχαν στο X–Files (1993-2018) με την πασίγνωστη «monster-of-the-week» δομή του ή, ακόμη παλαιότερα, στο θρυλικό The Twilight Zone (1959-1964) με μια εντελώς νέα ιστορία κάθε εβδομάδα, αλλά είχαν αντικατασταθεί από μια ευρύτερη, ενιαία, απόλυτα συνεκτική αφήγηση που διαπερνούσε επεισόδια αλλά και σεζόν, καθιστώντας αδύνατη την παρακολούθηση της σειράς εάν ο θεατής δεν είχε δει εκ των προτέρων όλα τα προηγούμενα επεισόδια. Και, σε μεγάλο βαθμό, το παράδειγμα αυτό καθιερώθηκε μετά την επιτυχία της Buffy.
Οι “σταθμοί” προς τη νέα εποχή
Συγκεκριμένα, οι παραγωγοί της Buffy ακολούθησαν ένα αφηγηματικό μοντέλο στο οποίο θα υπήρχαν μεν πολλές φορές ξεχωριστοί ανταγωνιστές και, αντίστοιχα, ιστορίες από επεισόδιο σε επεισόδιο, όλα όμως θα συνέβαιναν υπό το φως (ή μάλλον τη σκιά) ενός «μεγάλου κακού» κάθε σεζόν, που θα λειτουργούσε ως σεναριακός μοχλός ενοποίησης κάθε ιστορίας σε μια ενιαία, ευρύτερη, που εκτεινόταν σε μάκρος μίας σεζόν. Αυτή ήταν μια καινοτόμα ιδέα που, πράγματι, από κοινού με άλλα στοιχεία που αναφέρθηκαν παραπάνω, αλλά πρωτίστως σε συνδυασμό με το χαρακτηριστικό σενάριο και τους διαλόγους της Buffy, έκαναν για πρώτη φορά μια τηλεοπτική σειρά να γίνει αντικείμενο σοβαρής αποτίμησης από την κινηματογραφική και πολιτισμική κριτική (υπάρχει ολόκληρος ακαδημαϊκός κλάδος που αποκαλείται «Buffy studies» και είναι ακριβώς αυτό που δηλώνει ο τίτλος του, όμως εν προκειμένω ας επικεντρωθούμε στις αλλαγές που έφερε η Buffy στο Μέσο της και στη μαζική κουλτούρα ευρύτερα).
Βέβαια, μπορεί κανείς να δει αυτή τη μετάβαση ως μια συνεχιζόμενη διαδικασία ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, η οποία γνώρισε διάφορους κόμβους στην πορεία της, μέχρι εντέλει να αποκρυσταλλωθεί στο ιστορικό πολιτισμικό φαινόμενο της Χρυσής εποχής. Δε μπορεί σε μια τέτοια αποτίμηση της περιόδου αυτής να μη βρίσκει θέση ως οργανικό της κομμάτι το Twin Peaks. Όχι απλά επειδή είναι μια από τις καλύτερες και πιο αγαπημένες τηλεοπτικές σειρές όλων των εποχών, αλλά γιατί ήταν η πρώτη σειρά που, πολύ πριν γίνει αυτό πλέον κανόνας, παρουσίασε στο κοινό μια ενιαία συνεκτική ιστορία που θύμιζε κινηματογραφική ταινία «τραβηγμένη» σε αφηγηματικό πλαίσιο δύο ξεχωριστών τηλεοπτικών σεζόν. Ενώ, φυσικά, καθόλου αμελητέο δεν μπορεί να θεωρηθεί το γεγονός ότι ένας από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς σκηνοθέτες, που έκανε εν πολλοίς το avant-garde ή αλλόκοτο σινεμά κτήμα των μαζών πλέον -φυσικά και μιλάμε για τον David Lynch-, βρήκε θέση ως δημιουργός ενός έργου, αυτή τη φορά, για την τηλεόραση.
Ακόμα και το X–Files, ερχόμενο στα μέσα της δεκαετίας του ’90 και αντλώντας έμπνευση (υφολογικά σίγουρα, αλλά και δομικά μπορεί κανείς να πει) από το παράδειγμα που έφερε το Twin Peaks (1990-1991), είχε έναν ρόλο στην περαιτέρω εδραίωση του νέου αυτού παραδείγματος. Μπορεί το X–Files να ακολουθούσε κατά βάση τη συμβατική για τα τηλεοπτικά δεδομένα δομή του «monster-of-the-week» και της μίας, διαφορετικής ιστορίας ανά επεισόδιο, όμως στον πυρήνα του είχε παράλληλα δύο μεγάλα μυστήρια: την ύπαρξη ή μη εξωγήινης ζωής και την τύχη της αδελφής του Fox Mulder (όσο κι αν προτιμάμε πλέον να ξεχνάμε τα επεισόδια αυτά λόγω του τρόπου που οι σεναριογράφοι εντέλει χειρίστηκαν τις ιστορίες αυτές).
Η Buffy ως τηλεόραση είδους

Όλα αυτά τα βήματα κεφαλαιοποιούνται εντέλει με το φαινόμενο που αποτελεί η Buffy. Ταυτόχρονα όμως, οι παραγωγοί της σειράς δεν φοβήθηκαν να πραγματοποιήσουν κι άλλα τολμηρά για την τηλεόραση βήματα που δεν σχετίζονταν με την αφηγηματική δομή της σειράς, αλλά με τους χαρακτήρες και το ίδιο το είδος της. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό το ότι η Buffy, πέραν από τηλεοπτική σειρά, ανήκε ειδολογικά και στη λεγόμενη τηλεόραση είδους: δηλαδή, στα είδη της φαντασίας και του τρόμου (ουσιαστικά στο dark fantasy). Τα είδη αυτά, ήδη προπολεμικά και πριν κατακτήσουν ακόμα την οθόνη, μικρή και μεγάλη, όταν δηλαδή τα έβρισκε κανείς στις σελίδες των λογοτεχνικών βιβλίων δηλαδή, λοιδορούνταν από την κριτική ως «παραλογοτεχνία» (!). Θεωρούνταν το αντίθετο της «σοβαρής» και «υψηλής» λογοτεχνίας και τέχνης του μοντερνισμού (Thomas Mann, T.S. Eliot κτλ.). Ακόμη και σήμερα, στη «μετανεωτερική» εποχή όπου τέτοιοι διαχωρισμοί θεωρείται ευρέως πως αποτελούν τμήμα του παρελθόντος, δημοφιλείς κριτικοί όπως ο Harold Bloom αρνούνται να αναγνωρίσουν την αξία του έργου του Stephen King φερειπείν, ενός «ποπ» λογοτέχνη και κατεξοχήν ίσως εκπροσώπου του λογοτεχνικού τρόμου. Έχει ιδιαίτερη σημασία, έτσι, το γεγονός ότι ένας τόσο σημαντικός σταθμός για την Ιστορία της τηλεόρασης είναι μια σειρά που εντάσσεται σε αυτά τα είδη, πόσο μάλλον αν αναλογιστούμε ότι η σειρά είχε και πρωταγωνιστές εφήβους και στις πρώτες σεζόν χαρακτηριζόταν, σε τεράστιο βαθμό, από ένα ανάλαφρο ύφος εφηβικού δράματος.
Ξαναγράφοντας τον μύθο των βαμπίρ σε σύγχρονο πλαίσιο: μια νέα εποχή για το gothic
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, είναι αναγκαίο να γίνει λόγος για τη θεματική της Buffy. Συγκεκριμένα, για τον τρόπο που χειρίζεται η σειρά τον μύθο των βαμπίρ. Από τον Δράκουλα του Bram Stoker μέχρι τον Nosferatu του F.W. Murnau (όχι του Robert Eggers, λυπούμαστε) και μέχρι την ίδια τη μουσική, το gothic rock και τους Bauhaus, μπορεί να υποστηρίξει κανείς πως πρόκειται για τον πιο ανθεκτικό στο πέρασμα του χρόνου μύθο στο είδος του τρόμου. Για έναν μύθο που έχει τις ρίζες του στον λαογραφικό τρόμο και τις μυθοπλαστικές λαϊκές αφηγήσεις, που έφτασε όμως να ταυτιστεί εντέλει με το υποείδος του γοτθικού τρόμου, κι ας ξεκίνησε το είδος αυτό με μια ιστορία φαντασμάτων (Το κάστρο του Οτράντο του Horace Walpole) κι όχι βαμπίρ. Στη Buffy βλέπει κανείς μια εντελώς καινούρια εκδοχή των βαμπίρ, που αντλεί από την παράδοση αυτή για να τα εντάξει σε ένα νέο πλαίσιο. Λείπουν οι παραδοσιακές, βικτωριανές ενδυμασίες, οι ταυτισμένες με την εποχή του ρομαντισμού και τον 19ο αιώνα, όμως αυτή ήταν μια αλλαγή που είχε ήδη τελεστεί με τη συμβολή του μουσικού κινήματος του gothic rock και με συγκροτήματα όπως οι Bauhaus και οι Damned, μεταξύ πολλών άλλων, των οποίων η παρουσία είχε έναν χαρακτήρα μινιμαλιστικό που δεν θύμιζε σε τίποτα τη μεγαλοπρέπεια του παραδοσιακού γοτθικού.
Όμως με τη Buffy, επιπλέον, έχουμε μια μυθοπλαστική αφήγηση που αποχαιρετά μια για πάντα μοτίβα του γοτθικού τρόμου (σε λογοτεχνία και κινηματογράφο) όπως το τρομακτικό κάστρο στην κορυφή του λόφου ή τον ίδιο τον Κόμη: το ομιχλώδες και ζοφερό φυσικό τοπίο των Καρπαθίων αντικαθίσταται από την πάντα ηλιόλουστη μυθοπλαστική κωμόπολη του Sunnydale στη Νότια Καλιφόρνια και τα βαμπίρ δεν μας στοιχειώνουν από τον κάστρο τους, αλλά από το πύρινο «στόμα της κόλασης» που βρίσκεται ακριβώς κάτω από την περιοχή αυτή. Η Buffy, έτσι, νοηματοδοτεί εκ νέου τον πιο ανθεκτικό μύθο του τρόμου, για να αλλάξει μια για πάντα το ίδιο το τηλεοπτικό Μέσο.
Οι πρωτοπόρες σεναριακές επιλογές και ο πολιτισμικός απόηχος

Υπάρχει όμως λόγος που η Buffy θεωρείται πως εδραίωσε ένα νέο παράδειγμα όχι μόνο στην τηλεόραση αλλά ευρύτερα στη μαζική κουλτούρα, κι αυτό έχει να κάνει με τους χαρακτήρες. Συγκεκριμένα, φυσικά, με το ότι για πρώτη φορά σε τόσο μόνιμη βάση στο προσκήνιο ήταν μια μαχητική πρωταγωνίστρια, που όχι απλά αναιρούσε το χιλιοειπωμένο και κουραστικό εδώ και δεκαετίες μυθοπλαστικό μοτίβο της «δεσποσύνης σε κίνδυνο», αλλά ήταν αυτή η «επίλεκτη» που θα έσωζε την ανθρωπότητα από το κακό (για να το συνδέσουμε με όρους είδους και με άλλες ιστορίες που ακολουθούν το μοτίβο αυτό, όπως τα Star Wars, Lord of the Rings κλπ). Έτσι, άνοιξε μια νέα εποχή για τον τρόπο με τον οποίον παρουσιάζονται οι γυναίκες στην οθόνη, όχι μόνο στην τηλεόραση φυσικά, αλλά και στον ίδιο τον κινηματογράφο, εξάλλου μιλάμε για την εποχή που τα όρια μεταξύ των δύο παρόμοιων σε πολλά Μέσων έγιναν περισσότερο θολά σε σχέση με προηγουμένως, από δομική αφηγηματική άποψη. Σημαντικό στοιχείο στο ίδιο πλαίσιο είναι και η αναπαράσταση ΛΟΑΤΚΙΑ χαρακτήρων στην οθόνη, με τη Willow και την Tara να αποτελούν ένα από τα πρώτα ομοφυλόφιλα ζευγάρια στην οθόνη και ίσως το πρώτο σε μια τόσο δημοφιλή σειρά (μιλάμε για τα early ‘00s!).
Θα ήταν παράλειψη να μη γίνει, τέλος, μια αναφορά στο κύμα σειρών του φανταστικού που προέκυψε στα ‘00s και μετέπειτα ως απόηχος της επιτυχίας της Buffy: Supernatural (2005-2020), True Blood (2008-2014), Vampire Diaries (2009-2017), Game of Thrones (2011-2019), Riverdale (2017-2023), Chilling Adventures of Sabrina (2018-2020)… και η λίστα δεν έχει τελειωμό. Πράγματι, μαζί και με άλλες επιτυχημένες παραγωγές της μεγάλης οθόνης που κυκλοφόρησαν την εποχή εκείνη, η Buffy έδωσε μεγάλη διακαλλιτεχνική, επί της ουσίας, ώθηση στο είδος του φανταστικού και του τρόμου, από τη μικρή στη μεγάλη οθόνη κι από τα κόμιξ στα βιντεοπαιχνίδια.
Αναιρώντας μοτίβα που ήταν κυρίαρχα στην τηλεοπτική μυθοπλασία σε όλη τη μεταπολεμική εποχή, δίνοντας φρέσκια πνοή στα παλιά και αγαπημένα είδη του τρόμου και της φαντασίας και τολμώντας να φανταστεί χαρακτήρες σε ρόλους που δύσκολα θα έβρισκε κανείς πρωτύτερα, η Buffy αποτέλεσε εντέλει αλλαγή παραδείγματος και πολιτισμικό φαινόμενο. Σε μεγάλο βαθμό καθόρισε την ίδια την πολιτισμική ταυτότητα μιας ολόκληρης δεκαετίας, όπως ακριβώς είχαν κάνει για τη δική τους δεκαετία τα X–Files. Ίσως το πιο καθοριστικό της αποτύπωμα, όμως, να βρίσκεται στην ώθηση που έδωσε για την αλλαγή ενός ολόκληρου Μέσου, στο ότι ουσιαστικά άλλαξε τον τρόπο που αφηγούμαστε ιστορίες στην οθόνη. Και το αποτύπωμα αυτό μπορούμε να το εντοπίσουμε σε μερικά από τα πιο αξιόλογα δείγματα μυθοπλασίας του πρώτου τέταρτου του αιώνα μας.
Περισσότερα αφιερώματα σειρών.



















