21 - Αυγούστου - 2026
Στους «Απόντες» του Νίκου Γραμματικού, η αγάπη έγινε κομμάτια

Η Ελπίδα Μαθιουδάκη ξαναβλέπει τους «Απόντες» του Νίκου Γραμματικού, την ιστορία έξι παιδικών φίλων και των συμβιβασμών της ενηλικίωσης τους.

Στιγμιότυπο από την ταινία «Απόντες» του Νίκου Γραμματικού.

Ξεδιαλέγει παλιές φωτογραφίες τραβηγμένες με μια κάμερα που κάηκε. Λυπάται γιατί όλο έβγαζε τοπία και νεκρές φύσεις, διώχνοντας τα πρόσωπα από το πλάνο. Πίστευε πως τα πρόσωπα θα μείνουν και μετά τη λήψη, πως τα ίχνη τους πάνω στα φωτογραφισμένα αντικείμενα, τα τασάκια, τα μισοάδεια ποτήρια ούζου, ήταν ένδειξη παρουσίας. Έκανε λάθος. Ήταν ένας από τους έξι απόντες. Πίστευε πως θα γινόταν φωτογράφος. Έκανε λάθος.

Οι Απόντες (1996) του Νίκου Γραμματικού είναι η ιστορία έξι παιδικών φίλων, των συμβιβασμών και των ρηγμάτων που φέρνει η ενηλικίωση, της αγάπης που μας κάνει κομμάτια ξανά, όπως έχουν γράψει οι Joy Division, (Love will tear us apart again), μέχρι που η αγάπη είναι αυτή που γίνεται κομμάτια, τελικά. Μια ιστορία που εκτείνεται από το 1987 μέχρι το 1994, στη Σαλαμίνα. Μια ιστορία που θα μπορούσε να εκτείνεται οπουδήποτε, οποτεδήποτε.

 

Η συναισθηματική ιδιαιτερότητα της αφήγησης

Πρόκειται για μια ταινία με αποσπασματική, εστιασμένη σε στιγμές αφήγηση, μοντάζ επίτηδες δομημένο σαν ημερολόγιο με σκόρπιες καταχωρίσεις, επανενώσεις ανθρώπων και σχέσεις που σπάνε. Το σενάριο, δια χειρός Νίκου Γραμματικού και Νίκου Παναγιωτόπουλου, επιλέγει να ξεκινήσει την αφήγηση με την επιστροφή ενός από τους έξι φίλους, του Νίκου, από την Αμερική στη Σαλαμίνα, για το καλοκαίρι. Η στιγμή της επανασύνδεσης είναι φορτισμένη, τα αγόρια που δεν είναι πια αγόρια αγκαλιάζονται θερμά, το μόνο που τα ενδιαφέρει είναι το μοίρασμα της χαράς, δεν συγκινούνται ούτε από την επικείμενη νίκη της Ελλάδας στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα μπάσκετ, όπως εκτυλίσσεται στη μικροσκοπική τηλεόραση του καφενείου της πλατείας. Ο χρόνος σταματά, ή μάλλον επιστρέφει σε μια παιδικότητα που δεν γυρίζει πίσω.

Γνωρίζουμε τους χαρακτήρες μέσα από μεμονωμένες στιγμές, σαν συραμμένες σε ένα φωτογραφικό άλμπουμ. Πράγματι, κάθε επανασύνδεση τιτλοφορείται με χρονικά ορόσημα, όπως στα φωτογραφικά άλμπουμ, π.χ.: «Χριστούγεννα 1988». Αλλά και τα ίδια τα χρώματα και τα φίλτρα των κάδρων, οι κοντινές λήψεις σε όλους τους, συγκεντρωμένους, εκπέμπουν νοσταλγία, εικόνες που καθώς απαθανατίζονται αποτελούν ήδη παρελθόν.

Ο σκηνοθέτης επιλέγει να δείξει τις αλληλεπιδράσεις τους μέσα από συγκεκριμένες συνήθειες, προβαλλόμενες κατ’ επανάληψη σε κάθε νέα επανασύνδεση, τα ούζα στο καφενείο, το σκαρφάλωμα μέχρι τον σταυρό, σφηνωμένο στην κορυφή των βράχων του νησιού, τα άγαρμπα, θυμωμένα παιχνίδια μπάσκετ, τις βουτιές στην παραλία, τις διαρρήξεις σε άδεια σπίτια για τον εορτασμό της Πρωτοχρονιάς, τους τετ α τετ διαλόγους ρίχνοντας πέτρες που αναπηδούν στο νερό. Με αυτόν τον τρόπο, καρέ-καρέ, οι ήρωες γίνονται οικείοι, παλιοί γνώριμοι, κάθε ανεπαίσθητη μεταβολή γίνεται αμέσως αισθητή, μαζί με τη δυσάρεστη συνειδητοποίηση πως, ενώ τα μέρη, οι ρουτίνες, τα ροκ κομμάτια, είναι ίδια, αλλάζουν οι συμπεριφορές, οι προσλήψεις για τον κόσμο. Αλλάζουν, εντέλει, οι άνθρωποι. Η οδύνη του να βλέπεις τους ανθρώπους που νόμιζες ότι ξέρεις, ότι θα μείνουν κοντά σου μια ζωή, να αλλάζουν, να απομακρύνονται χωρίς να μπορείς να τους εμποδίσεις, βιώνεται από το κοινό οργανικά. Γιατί, ύστερα από το μοίρασμα τόσων επαναλαμβανόμενων συνηθειών των έξι φίλων, ανεπαίσθητα το κοινό νιώθει πλέον να τους γνωρίζει. Τον Νίκο (Κωσταντίνος Σταρίδας), τον Σάκη (Βαγγέλης Μουρίκης), τον Αντώνη (Αιμίλιος Χειλάκης), τα αδέρφια Μανώλη (Γιώργος Ευγενικός) και Γιάννη (Τάσος Νούσιας). Τον Αντρέα (Νίκος Γεωργάκης). Κυρίως τον Αντρέα. Διακρίνει τις επί μέρους πολώσεις και αντιπαλότητες, πληγώνεται καθώς το χάσμα ολοένα και μεγαλώνει.

Ο συμβιβασμός ως κεντρική έννοια στους Απόντες

Τόσο στις μεταξύ τους σχέσεις, όσο και προσλαμβάνοντας πολιτική-ιστορική διάσταση (απλουστευτικά μιλώντας, ως άσκηση κριτικής κατά του διαχρονικού στην Ελλάδα πελατειακού κράτους και της χρήσης μέσων και γνωριμιών με την πολιτική εξουσία για εύρεση εργασίας) κεντρικό πεδίο σύγκρουσης αποτελεί η έννοια του συμβιβασμού. Τα μέλη της παρέας που σταδιακά επαναπαύονται χάρη στις γνωριμίες που διαθέτουν τα ίδια ή οι γονείς τους με φορείς εξουσίας και, στην αντίπερα όχθη, εκείνοι που αντιστέκονται σθεναρά στον συμβιβασμό, επιδιώκοντας αντισυμβατική, αντιεξουσιαστική στάση και, συνακόλουθα, έρχονται σε ρήξη με τους συμβιβασμένους.

Πράγματι, η παρέα, ενώ εμφανίζεται ενωμένη, στην πορεία διασπάται, στην αρχή σε δύο επίπεδα, των συμβιβασμένων και των ασυμβίβαστων, με τον συμβιβασμό σταδιακά να εξαπλώνεται περισσότερο, σαν αρρώστια. Η σύγκρουση αξιών αποτυπώνεται χαρακτηριστικά με έναν προφανή, όμως πρωτότυπο, συμβολισμό από τον σκηνοθέτη. Όταν, κάποια χρόνια μετά το 1987, ακολουθούν την πορεία προς τον σταυρό στους ψηλούς βράχους, οι τρεις πρώτοι συμβιβασμένοι αποφασίζουν να ακολουθήσουν το μονοπάτι της ευκολίας, χωρίς απότομα πατήματα και κίνδυνο γκρεμίσματος, ενώ οι υπόλοιποι θα συνεχίσουν την παράδοση που τους ακολουθούσε από τα παιδικά τους χρόνια, και θα σκαρφαλώσουν για μια ακόμα φορά ως την κορυφή. Και θα φτάσουν πρώτοι. Όμως η πρωτιά έχει πικρή γεύση.

 

Ο Αντρέας του Νίκου Γεωργάκη

Ξεχωριστή αναφορά είναι αναγκαίο να γίνει στον πολυεπίπεδα γραμμένο, κλειστό και θλιμμένο χαρακτήρα του Αντρέα. Ο Αντρέας που ήθελε να παραμείνει αναλλοίωτα ασυμβίβαστος. Που ξεκινούσε πρώτος τους καυγάδες, πετώντας αιχμηρά καρφιά στον Αντώνη, που συμβιβάστηκε νωρίτερα από όλους. Που επέλεξε, μετά τις σπουδές του στη Φυσική, να επιστρέψει στη Σαλαμίνα. Να μη διοριστεί, μόνο να ανακαλύπτει ροκ κομμάτια και να ζητά από τον Γιάννη, που μάθαινε αγγλικά, να του τα μεταφράζει. Που ανέκαθεν βίωνε μία βαθιά προσωπική, δημιουργική μοναξιά, βυθισμένος στο γουόκμαν και τις σκέψεις, από τις οποίες προέκυπταν τα ωραιότερα ποιήματα- πληγές στο χαρτί. Ποιήματα που δεν θα διάβαζε κανείς, πέρα από τον Νίκο.

Ο Αντρέας, σταθερός στις απόψεις και τα ιδανικά του. Και όταν μένεις σταθερός, είναι δύσκολο να βλέπεις τα πάντα να μεταβάλλονται. Προς μια κατεύθυνση που δεν αποδέχεσαι. Ο μόνος που άφηνε να εισχωρήσει στο συννεφιασμένο μυαλό του, κάτω από την ασπίδα του αφηρημένου χαμόγελου, ήταν ο Νίκος. Ίσως η σημαντικότερη σταθερά της ταινίας ήταν οι προσωπικές τους συζητήσεις καθώς παράλληλα συναγωνίζονταν ποιος θα πετάξει την πέτρα του πιο μακριά στη θάλασσα. Εκεί που ο Αντρέας ξεδιπλωνόταν, έστω και λίγο. Εκεί που μαθαίνουμε την ομορφιά και τα εμπόδια από τα οποία δυσκολευόταν να απαλλαγεί. Εκεί που ο Νίκος τού είπε πως έχανε γιατί πάντα διάλεγε τη λάθος πέτρα. Και είναι δύσκολο για ανθρώπους που, καθώς μεγαλώνουν, ψάχνουν πρώτα τη δική τους σταθερότητα, να διακρίνουν τους κόμπους του διπλανού τους.

Ο Νίκος Γεωργάκης παραδίδει μία ευαίσθητη και εσωτερική ερμηνεία. Το βλέμμα του διαρκώς χαμένο πέρα από τον ορίζοντα, οι εκφράσεις του προσώπου του χαμογελαστές, ζεστές, ακόμα και όταν δεν μπορούσε να συγκρατήσει τον θυμό του, επιτιθόταν με άκακη ειρωνεία. Ο θυμός του έμοιαζε μάλλον με απογοήτευση. Προσεγγίζει ένα πρόσωπο που απομένει μόνο του, ύστερα από διαδοχικές εγκαταλείψεις, που βίωνε τη μοναξιά ήδη πριν τις εγκαταλείψεις, γιατί δεν τον καταλάβαινε κανείς, γιατί δεν μπορούσε να δώσει τον απαιτούμενο χώρο. Κι ας χρειαζόταν να κρατηθεί από ένα χέρι, δίσταζε να το παραδεχτεί. Όμως, ο Αντρέας δεν είναι μόνο αυτό. Είναι και ο φίλος που θέλει να σε δει να βρίσκεις την ευτυχία κάπου αλλού, ακόμα και αν αυτό σημαίνει ότι θα χάσει και εσένα. Είναι εκείνος από τους Απόντες που προσπάθησε να είναι παρών ως το τέλος, για εκείνους που άξιζαν την παρουσία του. Που δεν συμβιβάστηκαν. Ακόμα και αν έπρεπε να υπερβαίνει τον ίδιο του τον εαυτό, κάθε φορά.

 

Η διαχρονικότητα των Απόντων

Αυτό που κάνει τους Απόντες να φωλιάζουν στις καρδιές μας μέχρι σήμερα (έχουν περάσει ακριβώς τριάντα χρόνια από την κυκλοφορία της ταινίας, κι όμως, σε κάθε νέα προβολή, προστίθενται καινούρια μάτια με κρατημένα δάκρυα), είναι, νομίζω, το γεγονός ότι διηγούνται μία ιστορία χωρίς ανατροπές, χωρίς σεναριακές υπερβολές. Μία ιστορία που είναι η ζωή η ίδια. Και βρίσκουμε κομμάτια μας σε αυτή την ιστορία, τη γεμάτη ρουτίνες, επαναλήψεις, ίδια πρόσωπα. Επιστρέφουμε σε αυτά αργά, όταν καταλήγουν αναμνήσεις. Όταν δεν υπάρχει δυνατότητα να βιωθούν ξανά. Όμως, σημασία έχει ότι κάποτε βιώθηκαν, ήμασταν εδώ, με πρόσωπα που αγαπούσαμε, το μέλλον δεν υπήρχε. Μόνο το τώρα, το εδώ, και η ευτυχία που αισθανόμασταν παντοτινή. Μακάρι να ήσασταν εδώ, ψιθυρίζουν οι Pink Floyd καθώς κυλούν οι τίτλοι τέλους.

Η ταινία Απόντες του Νίκου Γραμματικού είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα του Cinobo.

Περισσότερα αφιερώματα ταινιών.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *