//

Στο Blue in Green, η jazz συναντά τον τρόμο

Σύμφωνα με έναν αρκετά διαδεδομένο θρύλο, αν κάποιος πουλήσει τη ψυχή του στο Διάβολο θα μπορέσει να πετύχει τους πιο φιλόδοξους στόχους του. Αυτό το μοτίβο κάνει την εμφάνιση του σε παραδοσιακές ιστορίες, όπως ο Φάουστ, ενώ διάφορες παρόμοιες φήμες περιτριγυρίζουν και καλλιτέχνες με ίσως πιο γνωστή την περίπτωση του μπλουζίστα μουσικού Robert Johnson, ο οποίος ξαφνικά απέκτησε ζηλευτές κιθαριστικές ικανότητες. Πάνω σε αυτή την ιδέα βασίζεται και μια από τις -προσωπικά- πιο πολυαναμενόμενες κυκλοφορίες κόμικ της χρονιάς, το Blue In Green, σε σενάριο του Ram V, σχέδιο του Anand RK και χρώμα του John J. Pearson, στο οποίο πρωταγωνιστεί ο Erik, ένας σαξοφωνίστας, ο οποίος παρ’ ότι ως παιδί είχε δημιουργήσει προσδοκίες για μια ξεχωριστή μουσική καριέρα, αυτές δεν επαληθεύτηκαν, αφού προτίμησε την καριέρα του καθηγητή. Ο θάνατος της μητέρας του, η προσωρινή επιστροφή στο πατρικό του σπίτι και η φωτογραφία ενός άγνωστου μουσικού που θα ανακαλύψει στις στοίβες πραγμάτων που η μητέρα του αρνούνταν να πετάξει σύντομα θα αποδειχθούν καθοριστικοί για το μουσικό του μέλλον, αφού θα τον υποχρεώσουν να πάρει μια σημαντική απόφαση, πληρώνοντας βέβαια το αντίστοιχο βαρύ τίμημα.

Η ιστορία που αφηγείται ο Ram V πιθανότατα δεν είναι και η πιο πρωτότυπη και σίγουρα σε αυτόν τον τομέα υπολείπεται της συγκλονιστικής προηγούμενης δουλειάς του, These Savage Shores. Ωστόσο, πολλές φορές δεν έχει σημασία τόσο το τι λες, αλλά το πώς. Ο, τι υπολείπεται σε σεναριακή πρωτοτυπία, λοιπόν, ο Ram V το αναπληρώνει με την εμβάθυνση των χαρακτήρων και την αφήγηση μέσω της οποίας ξεδιπλώνεται η πλοκή. Όσον αφορά τους χαρακτήρες, ο Ram V καταφέρνει να σκιαγραφήσει σύντομα και περιεκτικά τις σχέσεις του Erik με τα κοντινά του πρόσωπα – την απόμακρη σχέση με την αδερφή του, η οποία οδηγείται σε κάποια ξεσπάσματα που βρήκαν ευκαιρία να εκφραστούν μετά την κηδεία, αλλά και τον φόβο που ένιωθε για τη μητέρα του, η οποία του απαγόρευε να ασχολείται με το σαξόφωνο. Κυρίως, όμως, καταφέρνει να βουτήξει στην ψυχοσύνθεση του ίδιου του πρωταγωνιστή του, του Erik, και να αναδείξει τους προσωπικούς του φόβους και τις ανασφάλειες για την ίδια του τη ζωή, την οποία θεωρεί άνευ σημασίας.

Η κατάβαση στη ψυχή του Erik επιτυγχάνεται μέσω του εσωτερικού μονολόγου, τον οποίον ο Ram V χρησιμοποιεί ως βασικό όχημα για το ξεδίπλωμα της ιστορίας. Τούτη η αφηγηματική επιλογή κρίνεται επιτυχημένη για δύο λόγους – αφενός συνεισφέρει στη δημιουργία μιας πλούσιας αναγνωστικής εμπειρίας (η οποία απουσιάζει από την πλειονότητα των σύγχρονων κόμικς που τις περισσότερες φορές αφήνουν μια αίσθηση βιασύνης) με έντονη λογοτεχνική αύρα και αφετέρου δημιουργεί μια ατμόσφαιρα ταιριαστή με το ύφος της ιστορίας, όπως αυτό διαμορφώνεται από το σχέδιο και το χρώμα.

Σ’ αυτό το σημείο, αξίζει να αναφερθεί πως η πλοκή προέκυψε ύστερα από αυτοσχεδιασμούς του Ram V και του Anand RK, προκειμένου να αποτυπωθεί η αυτοσχεδιαστική φύση της τζαζ μουσικής. Έχοντας, όμως, αυτή την πληροφορία κατά νου οφείλουμε να παρατηρήσουμε πως το τελικό αποτέλεσμα, αν και αρκετά αφαιρετικό, μοιάζει πιο δομημένο απ’ ότι θα περίμενε κανείς, λες και το σενάριο ποτέ δεν παρασύρθηκε από αποφάσεις της στιγμής. Βέβαια, για να είμαι ειλικρινής, δεν έχω αποφασίσει ακόμα αν αυτό το θεωρώ προτέρημα ή μειονέκτημα της ιστορίας. Αντιθέτως, αυτό που με βεβαιότητα μπορώ να ισχυριστώ πως έλειψε από την ιστορία ήταν ο πρωταγωνιστικός ρόλος της jazz ή για να μην το συγκεκριμενοποιώ τόσο, της μουσικής γενικότερα. Σίγουρα, η ενσωμάτωση μουσικών χαρακτηριστικών στο άνευ ήχων μέσο των κόμικς φαντάζει από δύσκολη ως ακατόρθωτη, αλλά θα είχε ενδιαφέρον μια έστω και αποτυχημένη προσπάθεια.

Βέβαια, το Blue in Green είναι από εκείνες τις ιστορίες που το σχέδιο έχει την πρωτοκαθεδρία. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να συμβεί διαφορετικά, όταν το επίπεδο είναι τόσο υψηλό, καταφέρνοντας να ξεχωρίζει σε μια χρονιά γεμάτη με πανέμορφες κυκλοφορίες. Ο Anand RK, γνώριμος συνεργάτης και φίλος του Ram V, φιλτράρει τις διδαχές των Bill Sienkiewicz, Dave McKean και Andrea Sorrentino (Joker: Killer Smile), παραδίδοντας εικόνες που μοιάζουν φευγαλέες (ακριβώς, όπως συνέβη και στην προηγούμενη συνεργασία τους, το Grafity’s Wall), μα σε υποχρεώνουν να χαζεύεις για ώρες. Το σχέδιο του, ένα συνονθύλευμα ποικίλων μα οργανικά δεμένων εικαστικών τεχνικών, ισορροπεί ανάμεσα στη γοητευτική ασάφεια των γρήγορων σκίτσων και στην αισθητική αρτιότητα που συναντάται σε λεπτοδουλεμένους πίνακες ζωγραφικής, αποτυπώνοντας τον υπαρξιακό τρόμο που βιώνει ο Erik ως έναν εφιάλτη, όπου οι λεπτομέρειες χάνουν το νόημα τους, γίνονται δυσδιάκριτες και τον πρώτο λόγο παίρνει μια απροσδιόριστη αίσθηση απειλής που υποβόσκει σε κάθε καρέ. Από κοντά, βρίσκεται και ο υπέροχος χρωματισμός του John J. Pearson, ο οποίος παρ΄ότι υιοθετεί χρώματα ασυνήθιστα (πχ μωβ) μοιάζοντας ανα στιγμές να αψηφά τη λογική, εν τέλει αποδεικνύεται απόλυτα ταιριαστός με το σχέδιο.

Το Blue in Green είχε δημιουργήσει αρκετές προσδοκίες πριν την κυκλοφορία του λόγω του υλικού που είχε δημοσιευτεί. Έχοντας ολοκληρώσει την ανάγνωσή του, οφείλουμε να παραδεχτούμε πως δικαίωσε την αναμονή, αποτελώντας μια ιστορία που όλες οι πτυχές της συνεργάζονται ιδανικά μεταξύ τους. Σίγουρα, η αισθητική του σχεδίου κλέβει τις εντυπώσεις, ωστόσο και το σενάριο κρύβει ιδέες που μολύνουν τις σκέψεις των αναγνωστών ώρες μετά το φινάλε, εξερευνώντας τα όρια της καλλιτεχνικής φιλοδοξίας. Εν ολίγοις, μια απ’ τις καλύτερες κυκλοφορίες της χρονιάς.

Σχόλια

Your email address will not be published.