Ο τρόμος είναι ίσως το ιδανικό είδος για να ασχοληθεί μαζί του ένας νέος σκηνοθέτης στην πρώτη του μεγάλου μήκους δουλειά: κοστίζει λίγο σχετικά με άλλα είδη, έχει μεγάλη αγορά και φανατικό κοινό, προσφέρει δυνατότητα πειραματισμού και, αν ο δημιουργός έχει ταλέντο και έμπνευση, αποτελεί πεδίο διάκρισης σκηνοθετικών δεξιοτήτων.
Έτσι, είναι πάρα πολλοί οι μεγάλοι σκηνοθέτες που έκαναν τα πρώτα τους βήματα από το σινεμά τρόμου, είτε υπηρετώντας το σε όλη τη διάρκεια της μετέπειτα καριέρας τους, είτε μεταπηδώντας ακόλουθα σε άλλα είδη. Ειδικά στον 21ο αιώνα, δε, δε θα ήταν υπερβολή να ισχυριστούμε ότι η πλειοψηφία των σημαντικών Αμερικανών δημιουργών που έχουν ξεκινήσει την καριέρα τους από το 2000 και μετά ασχολήθηκαν αρχικά με τον τρόμο.
Για τις ανάγκες του παρόντος, και με αφορμή το εξαιρετικό Together (2025) του Michael Shanks που προβάλλεται αυτήν τη στιγμή στις κινηματογραφικές αίθουσες, επιλέξαμε 15 περιπτώσεις πρώτων ταινιών σκηνοθετών που ανήκουν στο είδος του τρόμου. Η λίστα μας δεν εξαντλεί τις αξιόλογες προτάσεις επί του θέματος, είναι απλά μια ενδεικτική παράθεση ταινιών που αποδεικνύουν αυτό που ισχυριστήκαμε στην αρχή του κειμένου: ότι ο τρόμος μας έχει χαρίσει, εκτός από μερικές από τις αγαπημένες μας ταινίες, και αρκετούς από τους αγαπημένους μας σκηνοθέτες.
The Seventh Victim, Mark Robson (1943)
Στις αρχές της δεκαετίας του 1940, ο Ανατολικοευρωπαίος εμιγκρές Val Lewton ανέλαβε επικεφαλής του τμήματος παραγωγής χαμηλού προϋπολογισμού ταινιών τρόμου της εταιρείας RKO. Από το 1942 και μέχρι το τέλος της δεκαετίας, ο παραγωγός, σε συνεργασία με τους σκηνοθέτες Jacques Tourneur, Mark Robson και Robert Wise, γύρισε μερικές από τις ωραιότερες ταινίες τρόμου όλων των εποχών, ακολουθώντας ορισμένους κανόνες: διάρκεια γύρω στα 70 λεπτά, τουλάχιστον τρεις ανατριχιαστικές σεκάνς τρόμου, τις οποίες διαδέχονται σκηνές τρυφερότητας που απαλύνουν το δράμα, και χρήση σκηνικών, κοστουμιών και αντικειμένων από μεγαλύτερες παραγωγές της εταιρείας ώστε να γίνει εξοικονόμηση χρημάτων. Διαμάντι του στέμματος αυτής της παραγωγής ήταν οι ταινίες του Tourneur, επειδή όμως ο συγκεκριμένος σκηνοθέτης είχε κάνει ταινίες και πριν τη συνεργασία με τον Lewton επιλέγουμε το The Seventh Victim, το εκπληκτικό ντεμπούτο του Robson, το οποίο μέσα σε κάτι παραπάνω από μία ώρα φιλμικού χρόνου συστήνει μια ντουζίνα χαρακτήρες και αφηγείται την ιστορία τους με αρχή, μέση και τέλος, επιδεικνύοντας εντυπωσιακή σκηνοθετική και αφηγηματική οικονομία στο ενδιάμεσο. Η ταινία είναι αρκετά τρομακτική ακόμη και σήμερα για δημιουργία του 1943, αποτέλεσε ντεμπούτο στον κινηματογράφο για την πρωταγωνίστρια Kim Hunter (Α Matter of Life and Death, A Streetcar Named Desire) και παραμένει ως σήμερα μια από τις απολύτως αγαπημένες ταινίες του γράφοντος.
Βαγγέλης Βίτσικας
Night of the Living Dead, George Romero (1968)
Η μάλλον πιο καθοριστική για τον τρόμο ταινία της λίστας, το ντεμπούτο του «πατέρα των ζόμπι», George Romero, είναι και η ταινία που αποκρυστάλλωσε άπαξ διά παντός τι εστί zombie film στιγματίζοντας ευρύτερα την ποπ κουλτούρα. Ο Romero δεν ήταν ο πρώτος που αποτύπωσε διηγήσεις με ζόμπι στην οθόνη, όμως καθόρισε το genre, ενώ μάλιστα το υπηρέτησε σε όλη την καλλιτεχνική του πορεία! Το είδος θα αποδεικνυόταν… απέθαντο, όπως και το έργο του Romero, με ευφάνταστες αναπροσαρμογές των βασικών μοτίβων του, που το συνδέουν με τις ρίζες του στον λαογραφικό τρόμο (Zombi 2 του Lucio Fulci) ή προσδίδουν νέα στοιχείο στον μύθο των ζόμπι (Return of the Living Dead, 28 Days Later…), ενώ ο ίδιος ο Romero θα συνέχιζε την ιστορία που ξεκινά εδώ σε μια αριστουργηματική τριλογία (με αποκορύφωμα το sequel, Dawn of the Dead), όπου, όπως και στην πρώτη αυτήν ταινία, ο τρόμος των ζόμπι συνδέεται διαρκώς θεματικά με μια κοινωνική κριτική που παραμένει επίκαιρη: στο ντεμπούτο αναφέρεται στον ρατσισμό, στο sequel στην «όαση» του μεταπολεμικού καταναλωτισμού… όλα, όμως, ξεκινούν εδώ, με το φρικιαστικό ξέσπασμα της «αποκάλυψης» των ζωντανών νεκρών, στην πιο καθοριστική ταινία για το είδος.
Λεωνίδας Βέργος
Duel, Steven Spielberg (1971)
Στα 25 του μόλις χρόνια, κι έχοντας μονάχα μερικές μικρού μήκους ερασιτεχνικές ταινίες ως εμπειρία, ο Steven Spielberg γύρισε αυτήν εδώ την τηλεταινία με πρωταγωνιστή έναν οικογενειάρχη (ο Dennis Weaver της τηλεοπτικής σειράς Gunsmoke) ο οποίος, ξεκινώντας μια μέρα να πάει οδικώς στη δουλειά του, πέφτει θύμα καταδίωξης από ένα μυστηριώδη οδηγό φορτηγού. Με πολύ απλά μέσα στη διάθεσή του και διατηρώντας τον «κακό» αθέατο και τα κίνητρά του ανεξήγητα από την αρχή μέχρι και το τέλος της ταινίας, ο νεαρός σκηνοθέτης δίνει το στίγμα των ικανοτήτων του και παραδίδει το πρώτο του κομψοτέχνημα. Η ταινία έκανε τόσο μεγάλη εντύπωση, που προβλήθηκε τελικά και στους κινηματογράφους. Ο Spielberg μπορεί να μην ακολούθησε καριέρα σκηνοθέτη τρόμου, όμως όλες σχεδόν οι ταινίες του διαθέτουν στοιχεία του είδους και αυτό είναι ένα από τα μυστικά της επιτυχίας τους.
Β.Β.
Last House on the Left, Wes Craven (1972)
Με μία λέξη μπορεί να περιγραφεί το ντεμπούτο του Wes Craven: ωμότητα. Η παραγωγή μιας ταινίας τόσο βίαιης, σκληρής και δύσκολης στη θέαση λίγα μόλις χρόνια μετά το «καλοκαίρι της αγάπης», της στιγμής που αποτέλεσε την κορυφαία στιγμή της κουλτούρας των χίπηδων, δεν ήταν κάτι άλλο από μια πρόκληση στις πολιτισμικές τάσεις της εποχής. Η ίδια η πλοκή είναι μια απάντηση σε αυτό: δύο νεαρές χίπισσες γίνονται θύματα των πιο αποτρόπαιων εγκλημάτων που μπορεί να φανταστεί κανείς, όταν ψάχνοντας ναρκωτικά γνωρίζουν έναν φαινομενικά αθώο νεαρό, ενώ στη συνέχεια οι γονείς της μίας από αυτές έρχονται σε επαφή με τους δολοφόνους. Η απίστευτη γλαφυρότητα με την οποία ο Craven σκηνοθετεί τα σαδιστικά εγκλήματα σόκαρε με πρωτόγνωρο τρόπο το κοινό της εποχής, όμως ακόμη και σήμερα η θέαση της ταινίας δεν είναι ό,τι πιο εύκολο. Σε έκπληξη κανενός, η ταινία θεωρήθηκε “video nasty” κι απαγορεύτηκε για δεκαετίες. Αυτή η δύσκολη και τόσο ωμή ταινία του Craven αποτελεί ένα βήμα προς την όλο και πιο σκληρή αποτύπωση βίας στις ταινίες τρόμου (κίνηση που κορυφώθηκε την επόμενη δεκαετία με το slasher), αλλά κι ένα ντεμπούτο-δήλωση: ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες τρόμου είχε μόλις φτάσει στο κινηματογραφικό στερέωμα, για να σπάσει όλους τους κανόνες.
Λ.Β.
The Wicker Man, Robin Hardy (1973)
Η ταινία που έχει χαρακτηριστεί «ο Πολίτης Κέιν του τρόμου» αποτελεί επάξια το ιερό τοτέμ του λαογραφικού τρόμου. Όταν ένας ευσεβής αστυνομικός στέλνεται στα νησιά του σκωτσέζικου Βορρά για να ερευνήσει την εξαφάνιση ενός μικρού κοριτσιού, έρχεται αντιμέτωπος με την αλλόκοτη συμπεριφορά και τις αντίστοιχες συνήθειες των ντόπιων, με το ένα περίεργο γεγονός να διαδέχεται το άλλο. Διαβόητη για τη μνημειώδη ερμηνεία του Christopher Lee ως λόρδου του νησιού, αλλά και για την ατμόσφαιρά της, που καταφέρνει να είναι ασύγκριτα ζοφερή μέσα από την αντίθεση μεταξύ όσων «ανίερων» συμβαίνουν και του μόνιμα ηλιόλουστου, ευχάριστου φυσικού τοπίου, το ντεμπούτο του Robin Hardy αποτυπώνει μια απόμακρη επαρχία που είναι απόκοσμη, δυσνόητη, όπου ο «Άλλος» είναι ο ίδιος ο άνθρωπος του άστεως κι όχι το αντίστροφο. Όλα οδηγούν στη θρυλική κατάληξη της ταινίας, που σταθερά προοικονομείται χωρίς ποτέ να καθίσταται ο θεατής ικανός να την προβλέψει, και η οποία χαρίζει στην ταινία μια μόνιμη θέση στη μνήμη όποιου-ας την παρακολουθήσει.
Λ.Β.
Eraserhead, David Lynch (1977)
Στο ντεμπούτο του ο David Lynch (Lost Highway, Wild at Heart, The Straight Story, Mulholland Drive ) πραγματεύεται με υπερρεαλιστική εικονοποιία τους φόβους που επιφέρει η επικείμενη πατρότητα, με μια ταινία που αναδεικνύει τις οφειλές του υπερρεαλιστικού παράλογου «αυτοματισμού» στο αλλόκοτο στοιχείο κι άρα στον τρόμο, στοιχεία που έστω και με έμμεσο τρόπο θα παραμείνουν σταθερά στο έργο του. Δομικά, η ταινία ορίζει τι μπορεί να είναι ο υπερρεαλιστικός αυτοματισμός στην οθόνη για πρώτη φορά στο αμερικανικό κοινό, αποτελώντας δείγμα μιας αντίληψης που βλέπει το σινεμά ως μια καθαρά οπτική τέχνη (κάτι που μοιάζει λογικό, αφού ο Lynch ήταν πρώτα ζωγράφος), παρά ως αφηγηματική. Ακόμα, η ταινία αποτελεί σταθμό προς τη μαζική αποδοχή του υπερρεαλισμού στο ίδιο το Hollywood, την αποδοχή δηλαδή της πιο χαρακτηριστικής έκφανσης του μοντερνιστικού avant-garde στην ίδια την καρδιά της mainstream βιομηχανίας του θεάματος! Αξίζει μια αναφορά στο soundtrack, τους περίεργους βιομηχανικούς ήχους της ταινίας, που φέρουν το στίγμα του νεο-ντανταϊστικού πειραματισμού του John Cage και που επηρέασαν το industrial είδος. “In Heaven, everything is fine”, και το αξέχαστο περφόρμανς του τραγουδιού από την ταινία αντηχεί στη συνείδησή μας -κυρίως όμως στο ασυνείδητο- τώρα που ο μοναδικός auteur πίσω από αυτό το αριστούργημα υπερρεαλιστικού τρόμου έχει περάσει στον κόσμο του ονείρου.
Λ.Β.
The Evil Dead, Sam Raimi (1981)
Η καταφυγή του αγαπημένου πρωταγωνιστή Ash Williams σε ένα στοιχειωμένο δάσος είναι η αφορμή να έρθει ο κόσμος μας σε επαφή με αυτόν των απέθαντων και να ακολουθήσει το απόλυτο χάος. Το ντεμπούτο του Sam Raimi, με τον Bruce Campbell στον πρωταγωνιστικό ρόλο, αποτελεί αφενός την απόλυτη έκφραση αγάπης προς τον τρόμο. Η άνευ προηγουμένου D.I.Y. επινοητικότητα του Raimi στο ντεμπούτο του (οι σκηνοθετικές πρακτικές καθώς και τα πρακτικά εφέ που χρειάστηκε να υιοθετηθούν λόγω budget) αποδεικνύουν ότι, εάν ο καλλιτέχνης είναι οραματιστής, δύσκολα κάτι θα τον αποτρέψει από το να υλοποιήσει το έργο του. Αφετέρου, πρόκειται για μια από τις καλύτερες κινηματογραφικές ιστορίες με αναφορά στα διηγήματα του H.P. Lovecraft. Επιτελώντας όλα αυτά μαζί, όντας αποτέλεσμα της τόσο ειλικρινούς αγάπης του δημιουργού της προς τον τρόμο, η ταινία αποτελεί και τον πρώτο σταθμό μιας θρυλικής τριλογίας στην οποία κάθε ταινία είναι διαβολικά υπέροχη. Ποιος να κατηγορήσει όσα άτομα υποστηρίζουν μη ειρωνικά ότι το requel είναι η καλύτερη ταινία όλων των εποχών; Καλό είναι να διαβάζουμε βιβλία, αλλά κατά προτίμηση να αποφεύγουμε αυτά που έχουν γραφτεί με αίμα.
Λ.Β.
The Blair Witch Project, Daniel Myrick και Eduardo Sánchez (1999)
Οι Daniel Myrick και Eduardo Sánchez συστήθηκαν στο τρομολαγνικό κοινό με μια ταινία ελάχιστου προϋπολογισμού που έγραψε κινηματογραφική ιστορία. Το The Blair Witch Project δεν γέννησε μόνο ένα ολόκληρο υποείδος ταινιών τρόμου (found footage), αλλά συνοδεύτηκε και από μία πρωτοποριακή προωθητική καμπάνια που έγινε παράδειγμα προς μίμηση για μελλοντικές κυκλοφορίες. Παρ’ όλα αυτά, η γοητεία της δεν εξαντλείται εκεί∙ τα περιορισμένα μέσα, όπως η χαμηλή ποιότητας ψηφιακή κάμερα, εξοπλίζουν το The Blair Witch Project με ανατριχιαστική ατμόσφαιρα και η κλιμάκωσή του προκαλεί ανατριχίλες.
Λάζαρος Κολαξής
Saw, James Wan (2004)
Όσες ενστάσεις κι αν έχει κανείς για τη μετέπειτα πορεία του James Wan (The Conjuring, Aquaman) – κι ο γράφων έχει αρκετές – οφείλει να παραδεχθεί πως το μεγάλου μήκους ντεμπούτο του είναι ένα ευρηματικό θρίλερ που αρκετοί σκηνοθέτες έχουν ζηλέψει έκτοτε. Δύο άνδρες ξυπνούν σε μια αποθήκη με ένα πτώμα ανάμεσά τους και προσπαθούν να καταλάβουν ποιος τους κρατά εκεί, αλλά και να επιβιώσουν. Η ταινία διαθέτει μια από τις πιο σοκαριστικές και καλοδουλεμένες ανατροπές που έχουμε δει στο σινεμά, γίνεται πιο τρομακτική και «ενοχλητική» σε κάθε επαναληπτική προβολή, δεν περιέχει ούτε λεπτό περιττής διάρκειας και χτίζει με άκρως αποτελεσματικό τρόπο τη μυθολογία του «κακού» της, του Jigsaw, την οποία δυστυχώς τα σίκουελ που ακολούθησαν (δίχως τον Wan σκηνοθέτη) ξεχείλωσαν μέχρι αηδίας. Αξιοποιώντας τις επιρροές του από τα ιταλικά giallo, το νεο-νουάρ θρίλερ αλά Seven και το exploitation, ο σκηνοθέτης μας χάρισε μια από τις πιο αγωνιώδεις ταινίες τρόμου του 21ου αιώνα που δε θα χορτάσουμε να βλέπουμε και να ξαναβλέπουμε.
Β.Β.
Shaun of the Dead, Edgar Wright (2004)
Το μεγάλου μήκους ντεμπούτο του λατρεμένου μας Edgar Wright (Hot Fuzz, The World’s End) έφερε έναν αέρα φρεσκάδας στις ταινίες με ζόμπι. Με ευρηματικό χιούμορ που αξιοποιεί όλα τα εργαλεία του μέσου, από την σωματικότητα των ηθοποιών μέχρι τα οπτικά γκαγκς και το μοντάζ, μπόλικο αίμα, ένα καστ ηθοποιών να το πιείς στο ποτήρι και μία τρυφερή θεματική για τη φιλία, το Shaun of the Dead αποτελεί υπόδειγμα σύγχρονης κωμωδίας τρόμου και η αρχή μιας απολαυστικής τριλογίας.
Λ.Κ.
The Babadook, Jennifer Kent (2014)
Τα τελευταία 15 χρόνια πολλά ταλέντα μας συστήθηκαν μέσα από το είδος του τρόμου. Ονόματα όπως εκείνα των Robert Eggers, Ari Aster και Jordan Peele άφησαν δίκαια το στίγμα τους, καθώς οι δημιουργοί τους παρέδωσαν μερικές από τις ωραιότερες ταινίες είδους αυτής της περιόδου, εξελίσσοντας το ύφος και τη θεματολογία τους με κάθε ταινία. Δίπλα τους θα άξιζε να αναφέρεται και το όνομα της Jennifer Kent, η οποία είναι κάπως υποτιμημένη λόγω της πιο αραιής παρουσίας της. Κι όμως, ό,τι έχει κάνει μέχρι τώρα είναι εξαιρετικό, με κορυφαίο της επίτευγμα το ντεμπούτο της, The Babadook, που πατά σε ένα πλάσμα της αυστραλιανής μυθολογίας για να διατυπώσει μια αλληγορία για τη μητρότητα. Τρομακτικό, βραδυφλεγές και συγκινητικό στον πυρήνα του, το φιλμ έχει καθιερωθεί ως κλασικό στο είδος του για τον 21ο αιώνα και είναι από τους βασικούς τίτλους του λεγόμενου «αναβαθμισμένου» τρόμου – όσο κι αν διαφωνούμε με τον συγκεκριμένο όρο.
Β.Β.
The Witch, Robert Eggers (2015)
Με αξιοζήλευτη αισθητική αρτιότητα υποφωτισμένων πλάνων που μοιάζουν με πίνακα ζωγραφικής, αργόσυρτο ρυθμό που χτίζει υπομονετικά την ένταση και εντυπωσιακή ανασύσταση του παρελθόντος, ο Robert Eggers (The Northman, Nosferatu) αποτυπώνει την αποσύνθεση μιας ολόκληρης οικογένειας με φόντο την θρησκευτική παράνοια που ποτίζει με αμφιβολίες τους οικογενειακούς δεσμούς. To λαογραφικό φιλμ τρόμου του Robert Eggers αξίζει φυσικά να μνημονεύεται και για το ερμηνευτικό ντεμπούτο της Anya Taylor-Joy.
Λ.Κ.
Get Out, Jordan Peele (2017)
Γνωστός από τα κωμικά σκετσάκια του Key & Peele, o Jordan Peele (Us, Nope) μας έπιασε εξαπίνης με το σκηνοθετικό του ντεμπούτο. Το Get Out συνδυάζει την ευφυή, πολυεπίπεδη κοινωνική κριτική για την μεταφυλετική Αμερική, όπου ο ρατσισμός και η αναπαραγωγή των στερεοτύπων κρύβονται πίσω από ένα προσωπείο ευγένειας και φιλικότητας, με τον ατμοσφαιρικό (ψυχολογικό) τρόμο, παραδίδοντας ένα γνήσιο διαμάντι τρόμου που επιφυλάσσει διαρκείς εκπλήξεις.
Λ.Κ.
Hereditary, Ari Aster (2018)
Στο μεγάλου μήκους σκηνοθετικό του ντεμπούτο, ο Ari Aster παντρεύει τον τρόμο με το οικογενειακό τραύμα για να παραδώσει μία υποδειγματική ταινία του είδους. Αποπνικτική ατμόσφαιρα, σκηνοθεσία σίγουρη για κάθε της επιλογή, ερμηνείες που καθηλώνουν -αξέχαστη εκείνη της Toni Collette (Knives Out)- και ένα από τα πιο τρομακτικά jump scares στην ιστορία συνθέτουν ένα αριστουργηματικό δράμα τρόμου από έναν σκηνοθέτη που σε κάθε ταινία του γίνεται όλο και πιο φιλόδοξος.
Λ.Κ.
Together, Michael Shanks (2025)
Η ταινία που έδωσε την αφορμή για το αφιέρωμα που διαβάζετε αφηγείται την ιστορία ενός ζευγαριού με αρκετά προβλήματα στη σχέση τους, που αποσύρεται στην επαρχία ώστε να έχει χρόνο να επεξεργαστεί τα πάντα και να πάρει αποφάσεις. Εκεί αρχίζουν να βιώνουν αλλόκοτα περιστατικά που τους φέρνουν πιο κοντά, αλλά όχι ακριβώς με τον τρόπο που ήθελαν. Ο Νεοζηλανδός Michael Shanks ντεμπουτάρει στο μεγάλο μήκος με μια ταινία – έκπληξη, η οποία δίνει την εντύπωση ότι μιλά για τις τοξικές σχέσεις, στην πραγματικότητα, όμως, την απασχολεί περισσότερο η έννοια της ολοκληρωτικής, ανιδιοτελούς αγάπης. Παρά την τρυφερή θεματολογία της, πάντως, είναι μια ανατριχιαστική δημιουργία σωματικού τρόμου που δίκαια απέσπασε συγκρίσεις με το πρόσφατο The Substance της Coralie Fargeat. Ο Dave Franco (The Studio) είναι αρκετά καλός, όμως εκείνη που κλέβει την παράσταση είναι η Alison Brie, η οποία κουβαλά ουσιαστικά την ταινία. Διανύουμε μια καλή χρονιά για το είδος του τρόμου στον κινηματογράφο και το Together είναι από τους βασικούς λόγους που το ισχυριζόμαστε αυτό.
Β.Β.


















