Ο χώρος της (επιστημονικής) φαντασίας προσφέρει γόνιμο έδαφος για ιστορίες που επιθυμούν να ασκήσουν έντονη κοινωνική κριτική του σήμερα μέσα από το φίλτρο της υποθετικής εξέλιξης του μέλλοντος. Γι’ αυτό άλλωστε, μια απ’ τις πιο δημοφιλής υποκατηγορίες της επιστημονικής φαντασίας είναι εκείνη της δυστοπίας, η οποία -συνήθως- μας μεταφέρει σε ένα εναλλακτικό μέλλον, όπου όλα έχουν πάει στραβά. Τα παραδείγματα είναι αμέτρητα σε όλα τα μέσα -κινηματογράφο, λογοτεχνία και κόμικς- και στις περισσότερες περιπτώσεις το δεδομένο κάθε φορά δυστοπικό πλαίσιο αποτελεί το βασικό στοιχείο της ιστορίας που θα επιτρέψει στους δημιουργούς να θέσουν τα ερωτήματα τους. Ωστόσο ελάχιστες ιστορίες έχουν προσπαθήσει να περιγράψουν την κοινωνική κατάβαση προς την κόλαση, να εξηγήσουν τον τρόπο με τον οποίον τα μέλη μιας ολόκληρης κοινωνίας επέτρεψαν την καταστροφή της.
Στο σύγχρονο τηλεοπτικό τοπίο η πιο γνωστή περίπτωση τέτοιας σειράς που δοκίμασε να δείξει την προ-δυστοπική κατάσταση είναι το Black Mirror, το οποίο έχει γράψει τηλεοπτική ιστορία στην προσπάθεια του να αναδείξει τον αδιανόητα εύκολο τρόπο με τον οποίο η σύγχρονη τεχνολογία μπορεί να οδηγήσει σε ανεπιθύμητα αποτελέσματα. Και πάλι όμως, το ασφυκτικό ενδιαφέρον της σειράς μονάχα για την τεχνολογική πτυχή της σύγχρονης καθημερινότητας, την αποτρέπει -αν και μάλλον ποτέ δεν το επιδίωξε και η ίδια- να μας προσφέρει μια ολιστική ματιά για τον δρόμο προς τη δυστοπία.
Αυτό το βήμα προς τα εμπρός φαίνεται να κάνει η φετινή συμπαραγωγή του BBC με το HBO, το Years and Years, το οποίο παρακολουθεί την καθημερινή ζωή μιας οικογένειας μέσα στην πάροδο του χρόνου, αρχής γενομένης με την ολοκλήρωση του Brexit. Όσο περνάνε τα χρόνια λοιπόν, η τεχνολογική πρόοδος σε συνδυασμό με τις κοινωνικο-πολιτικές εξελίξεις (επανεκλογή Trump, προσφυγική κρίση κλπ) πυροδοτούν ένα ντόμινο εξελίξεων που οδηγούν με αργά, αλλά σταθερά βήματα προς τον αυταρχισμό της βρετανικής κοινωνίας.
Η κρίση που προκαλούν οι εξελίξεις εντός και εκτός των συνόρων της χώρας, οδηγούν σε κοινωνικές αναταραχές τις οποίες σπεύδει να εκμεταλλευτεί πολιτικά η Vivienne Rook και το κόμμα της, Τέσσερα Αστέρια. Η Vivienne της εκπληκτικά κεφάτης Emma Thompson αποτελεί το κλασικό δείγμα λαϊκίστριας πολιτικού που τα βάζει με το Σύστημα, τα λέει έξω απ’ τα δόντια ως ένδειξη ειλικρίνειας και σχολιάζει την πολιτική επικαιρότητα δίχως πραγματικά να έχει επίγνωση του τι λέει. Και όπως συμβαίνει πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις, η πολιτική παρουσία του κόμματος της ξεκινάει σαν ανέκδοτο, αλλά με τα χρόνια καταφέρνει να αναρριχηθεί μέχρι και την κυβέρνηση της χώρας.
Απέναντι σε αυτές τις εξελίξεις στέκεται σαστισμένη η οικογένεια Lyons, μέσα απ’ τα προβλήματα που καλείται να αντιμετωπίσει. Ο λευκός στρέιτ αδερφός θα πτωχεύσει, ο γκέι αδερφός θα ερωτευτεί έναν μετανάστη, τον οποίον η σοβιετική κοινωνία (!) απ’ όπου προέρχεται δεν τον αποδέχεται, η καθηλωμένη σε καροτσάκι αδερφή θα τα βγάζει πέρα με δυσκολία, πέφτοντας στην παγίδα να υποστηρίξει την Vivienne, ενώ προφανώς θα υπάρχει και εκείνη η αδερφή που φλερτάρει με την αναρχία, είναι ακτιβίστρια και έχει θυσιάσει το προσδόκιμο της ζωή της για την προστασία του κόσμου. Το οικογενειακό προφίλ συμπληρώνεται απ’ την εξαιρετικά κουλ γιαγιά που ζει μόνη της σε ένα ευρύχωρο σπίτι στην βρετανική εξοχή. Η αλήθεια είναι πως η ύπαρξη όλων αυτών των ατόμων σε μια μόνο οικογένεια μοιάζει κάπως βεβιασμένη, αλλά μάλλον πρόκειται για μια προσπάθεια εκφραστεί η οπτική διαφορετικών ομάδων της βρετανικής κοινωνίας πάνω σε διάφορα θέματα. Αυτό ωστόσο θα ως συνέπεια και τις αναμενόμενες τριβές ανάμεσα στα αδέρφια, αλλά στην προκειμένη περίπτωση βλέπουμε μια οικογένεια αναπάντεχα αγαπημένη, η οποία τελικά καταλήγει να γίνεται φερέφωνο στερεοτυπικών απόψεων. Ωστόσο, οι χαρακτήρες σε μεγάλο βαθμό σώζονται απ’ τις σπουδαίες ερμηνείες των πρωταγωνιστών τους.
Η σειρά χρησιμοποιεί την οικογένεια Lyons, ώστε να φιλτράρει τις ιστορικής σημασίας εξελίξεις μέσα απ’ την καθημερινότητα των πρωταγωνιστών της, εξηγώντας έτσι μια προσωπική μου απορία: Αφού βλέπουμε πως οι σύγχρονες κοινωνίες φλερτάρουν με τις δυστοπίες της επιστημονικής φαντασίας, γιατί δεν κάνουμε κάτι γι’ αυτό;
Η απάντηση λοιπόν που δίνει η σειρά είναι ότι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, οι άνθρωποι τελικά προσαρμόζονται στις εξελίξεις, καθώς εκείνες σπάνια αλλάζουν τον κόσμο εν μια νυκτί. Οι περισσότερες αλλαγές παίρνουν χρόνια μέχρι να φανερώσουν τις πραγματικές επιπτώσεις τους, οπότε μέχρι τότε η οποιαδήποτε αλλαγή θα έχει λίγο πολύ κανονικοποιηθεί, ενώ κάποια παράλληλη επιμέρους βελτίωση της ζωής θα είναι ικανή, ώστε να διαγραφούν απ’ τη μνήμη σημαντικές προβληματικές καταστάσεις. Εν ολίγοις, τα πράγματα πάντα είναι πολύ πιο περίπλοκα απ’ ότι συνηθίζεται να παρουσιάζεται στην ποπ κουλτούρα και το Years and Years καταφέρνει να αποδώσει αρκετά καλά αυτή την περιπλοκότητα.
Ωστόσο, το μυστικό βρίσκεται στο αρκετά καλά, αφού η σειρά αρκετά συχνά πέφτει στην παγίδα του διδακτισμού, φλερτάροντας έντονα με τον λαϊκισμό. Αρχικά, παρά το γεγονός ότι τα γεγονότα που λαμβάνουν χωρά διαθέτουν μια εξ’ ορισμού τραγική χροιά, η σειρά έχει μια τάση -κυρίως στα τρία πρώτα επεισόδια- να κλιμακώνει την αγωνία συνοδεύοντας την εικόνα πάντα απ’ την ίδια, αγχωτική μουσική, εκβιάζοντας συναισθήματα με τον πιο προφανή και ξεδιάντροπο τρόπο. Ωστόσο, τα πράγματα χειροτερεύουν στο φινάλε, το οποίο είναι γεμάτο από κλισέ διαλόγους που κινητοποιούν τους πρωταγωνιστές για δράση, αλλά και εύκολες σεναριακές λύσεις που προδίδουν την όποια περιπλοκότητα είχε επιδείξει μέχρι τότε η σειρά. Για παράδειγμα, υπάρχει μια υποπλοκή σχετική με τον τρανσουμανισμό, η οποία διαρκώς μας υπενθυμίζει πως τα εξελιγμένα άτομα είναι δέσμια της κυβέρνησης, η οποία ουσιαστικά χρηματοδότησε την αναβάθμιση τους, αλλά όταν έρχεται η κρίσιμη στιγμή αποφεύγει να αντιμετωπίσει την κατάσταση με την πρέπουσα σημασία. Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε το γεγονός πως πολλά γεγονότα που απεικονίζονται μοιάζουν βγαλμένα απ’ τα γεμάτα κινδυνολογία ουρλιαχτά διάφορων πολιτικών, η σειρά από μια ενδιαφέρουσα και προσγειωμένη ιστορία επιστημονικής φαντασίας, καταλήγει να μοιάζει περισσότερο με ένα λαϊκίστικο κατασκεύασμα, χάνοντας τελικά μεγάλο μέρος της γοητείας της.
Εν τέλει, το Years & Years αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση, θυσιάζοντας την ενδιαφέρουσα προσέγγιση της στο βωμό του λαϊκισμού και των εύκολων λύσεων. Ωστόσο, η τεχνική αρτιότητα της και το -αρχικά- ενδιαφέρον όραμα της είναι ένας αρκετά καλός λόγος για να επισκεφθεί κανείς τον κόσμο της, ακόμα και αν γνωρίζει την απογοητευτική κατάληξη.