Πρόσφατα ολοκληρώθηκε η πρώτη σεζόν του Alien: Earth, της σειράς που ήρθε να προστεθεί δίπλα στις ταινίες του Alien franchise. Η νέα σειρά έγινε δεκτή με ανυπομονησία από το κοινό, όχι μόνο γιατί το Alien έχει, σε τεράστιο βαθμό, ορίσει το υπο-είδος του τρόμου επιστημονικής φαντασίας στην οθόνη, αλλά κι επειδή η πιο πρόσφατη ταινία, το Romulus, έδινε ελπίδες για μια ικανοποιητική συνέχεια σε ένα λατρεμένο αλλά ταλαιπωρημένο franchise.
Η σειρά του Noah Hawley (Fargo, Legion), είναι μεν prequel, όμως δεν βρίσκεται στο πνεύμα των Prometheus και Alien: Covenant, τα οποία διαδραματίζονταν δεκαετίες πριν την πρώτη ταινία και στα οποία θίγονταν ζητήματα σχετικά με την καταγωγή τόσο των ανθρώπων όσο και των xenomorphs. Αντιθέτως, η πλοκή της σειράς λαμβάνει χώρα μόλις δύο χρόνια πριν την ταινία του 1979. Δεν αφορά την πρώτη επαφή της ανθρωπότητας με τα xenomorphs, αλλά την πρώτη φορά που τα xenomorphs πάτησαν στη Γη.
Η ενδιαφέρουσα ιδέα να τοποθετηθούν τα εχθρικά πλάσματα στον ίδιο τον ανθρώπινο πολιτισμό δίνει την ευκαιρία στη σειρά να παρουσιάσει την οργάνωση της κοινωνίας, όπου εταιρίες-κολοσσοί πρακτικά ανταγωνίζονται για την ιδιοκτησία του πλανήτη και τη σύμφωνα με το δικό τους κέρδος αξιοποίηση των πόρων του. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η εταιρία Prodigy επιδιώκει να ανακαλύψει τον δρόμο προς την αιώνια ζωή, βάζοντας τη συνείδηση μικρών παιδιών που χρησιμοποιεί ως πειραματόζωα σε σώματα ρομπότ, τα λεγόμενα «υβρίδια». Παράλληλα, το διαστημόπλοιο μιας άλλης εταιρίας, της Weyland-Yutani (της εταιρίας στην οποία ανήκε και το πλήρωμα του Nostromo, από την πρώτη ταινία) προσγειώνεται απότομα σε μια πόλη του πλανήτη μας φέρνοντας, πλάι στους απεσταλμένους της W.Y., και εξωγήινη παρέα.

Επεκτείνοντας το εύρος του franchise και στο είδος της δυστοπικής επιστημονικής φαντασίας, η σειρά εστιάζει στον άτυπο «πόλεμο» που ξεσπάει ανάμεσα στις δύο εταιρίες για την κυριαρχία επί των νέων εξωγήινων οργανισμών. Στον πόλεμο αυτόν, τα «υβρίδια» είναι πρωταγωνιστές, έχοντας για ανταγωνιστές όχι τα ίδια τα xenomorphs αλλά τους πολυεκατομμυριούχους μεγιστάνες που δεν θα διστάσουν, όπως φαίνεται στη σειρά, να θυσιάσουν ζωές προκειμένου να ενισχύσουν τα κέρδη τους, όλα στο όνομα της «τεχνολογικής καινοτομίας» και των «επιστημονικών» ανακαλύψεων.
Με τον τρόπο αυτόν, το Alien: Earth επιλέγει να βασίσει όλη του την ιστορία σε στοιχεία που είναι υπαρκτά στο franchise ήδη από την ταινία του 1978, όμως πάντα ήταν δευτερεύοντα μέχρι τώρα: την αδηφαγία των μεγάλων εταιριών που ελέγχουν τον πλανήτη και πώς, σε τελική ανάλυση, αυτή ευθύνεται για όσα φριχτά αντιμετωπίζουν οι πρωταγωνιστές. Η επιλογή που κάνει η σειρά δεν θα μπορούσε να είναι προβλέψιμη και είναι οπωσδήποτε ένα μεγάλο στοίχημα εξ ορισμού: αυτή η μεταβολή ουσιαστικά στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, με προσεκτικό χειρισμό από τους σεναριογράφους, θα μπορούσε να αποφέρει γόνιμους καρπούς για το franchise αποτελώντας μια ουσιαστική κι ενδιαφέρουσα αλλαγή πλεύσης για αυτό. Δυστυχώς όμως, εδώ ξεκινάνε τα προβλήματα.
Κατά τη γνώμη μας, το «στοίχημα» αυτό δεν το κερδίζει η σειρά˙ κι αυτό είναι φανερό στο πόσο φαίνεται η ροή της να «σέρνεται» στη μέση περίπου της σεζόν. Στα πρώτα επεισόδια παρουσιάζεται ένας δυστοπικός κόσμος που έχει ενδιαφέρον. Έτσι, ήδη από την αρχή της σεζόν το κοινό τρομάζει περισσότερο με την ίδια τη μοίρα της ανθρωπότητας παρά με τα φονικά εξωγήινα πλάσματα. Εξαρχής, η σειρά επιλέγει να μην ποντάρει στον αλλόκοτο τρόμο, που σε μεγάλο βαθμό είναι συνώνυμος με το Alien. Αντ’ αυτού, κάνει το σκηνικό στο οποίο έρχονται να προστεθούν τα xenomorphs ήδη εφιαλτικό, εχθρικό κι αφιλόξενο. Αυτό είναι κάτι όχι απαραίτητα κακό, θα ήταν μάλιστα προς τιμήν της σειράς αν αυτή κατάφερνε να χτίσει μια ενδιαφέρουσα ιστορία έχοντας πάρει το μεγάλο αυτό στοίχημα. Δυστυχώς, πέρα από αυτό το σημείο, η ιστορία καταλήγει για άλλους λόγους να είναι το ακριβώς αντίθετο από αυτό.

Από τη μέση περίπου της σεζόν και μετά, επιλέγεται να δοθεί έμφαση μονομερώς στα «υβρίδια» κι ο ίδιος ο δυστοπικός κόσμος που παρουσιάστηκε στην αρχή της σεζόν τίθεται κατά μέρος. Ταυτόχρονα, οι πλέον αναγνωρίσιμες μορφές του franchise, τα ίδια τα xenomorphs, μπορεί να είναι η αφορμή για τις σεναριακές εξελίξεις της σειράς, αλλά σπάνια βγαίνουν στο προσκήνιο. Τελικά, αντί για βασική πηγή του τρόμου, γίνονται κυριολεκτικά κομπάρσοι στο ίδιο τους το σόου. Ακόμη κι όταν εμφανίζονται όμως, η παρουσία τους είναι θλιβερή. Από πλάσματα που κινούνται στο σκοτάδι και προκαλούν τρόμο με τον υπαινιγμό και μόνο της παρουσίας τους, τα βλέπουμε σε σημεία να πολεμάνε τετ α τετ με οπλισμένους στρατιώτες, αδικώνοντας τον αλλόκοτο τρόμο με τον οποίον είναι ταυτισμένες οι καλύτερες στιγμές του franchise.
Ακόμα χειρότερα, τα «υβρίδια», οι χαρακτήρες στους οποίους εστιάζει με αποκλειστικό τρόπο η σεζόν από τη μέση της κι έπειτα, αποδεικνύονται πλήρως αδιάφοροι. Η σειρά, αντί να αξιοποιήσει τις σχετικά ενδιαφέρουσες κι επίκαιρες ιδέες της, όπως η αντίθεση μεταξύ της ενήλικης εμφάνισης και της παιδικής συνείδησης των υβριδίων ή, πολύ περισσότερο, η σχέση των ανθρώπων με τα υβρίδια (πρέπει να αντιμετωπίζονται ως άνθρωποι ή όχι, δεδομένου ότι έχουν ανθρώπινη συνείδηση; ) αναλώνεται σε υπο-πλοκές που δεν καταφέρνουν να πείσουν, όπως η σχέση μεταξύ της πρωταγωνίστριας και του αδελφού της.
Στην πρώτη του σεζόν, το Alien: Earth επιχειρεί να αλλάξει σκηνικό και κατεύθυνση από το υπόλοιπο franchise και να συνομιλήσει με ανησυχίες της εποχής μας. Παρ’ όλα αυτά, οι στόχοι του αποδείχθηκαν υπερβολικά φιλόδοξοι και δεν μεταγράφηκαν σε μια ποιοτική εκτέλεση που θα του επέτρεπε να ξεχωρίσει με δυναμικό τρόπο, καθιστώντας το –για την ώρα τουλάχιστον- μία από τις πιο αδύναμες προσθήκες του franchise. Μένει να φανεί πρωτίστως αν θα υπάρξει δεύτερη σεζόν και, στη συνέχεια, αν όσα είδαμε στην πρώτη ήταν απλά μια προετοιμασία για το «κυρίως πιάτο»: την παρουσία των xenomorphs στον πλανήτη μας, με έναν τρόπο που θα συνδέει αρμονικά τη σειρά με την πρώτη ταινία.


















