//

Batman – The Imposter: Πόσες νυχτερίδες χωράει η Gotham;

Κάθε χρόνο, υπάρχει υπερπροσφορά με ιστορίες του Batman, σε βαθμό που αναρωτιέται κανείς αν η DC γνωρίζει πως διαθέτει κι άλλους χαρακτήρες που μπορεί να αξιοποιήσει. Ανάμεσα σε αυτές τις πολυάριθμες κυκλοφορίες, κάθε φορά εμφανίζεται και μία που επιχειρεί να αφηγηθεί μια πιο «ρεαλιστική» και «σκοτεινή» εκδοχή του χαρακτήρα, τοποθετημένη στα πρώτα χρόνια της καριέρας του (για φέτος έχουν ήδη ανακοινωθεί δύο τέτοιες, σίγουρα με αφορμή την ταινία). Με άλλα λόγια, η αγορά έχει κορεσθεί τόσο πολύ από το συγκεκριμένο brand που ακόμα και θαυμαστές του, όπως ο υποφαινόμενος, καλούνται να κάνουν μετρημένες επιλογές, έχοντας κάποιον πολύ καλό λόγο για να επιλέξουν να διαβάσουν μια ιστορία του Batman.

Στην περίπτωση του Batman: The Imposter,το οποίο επίσης καυχιέται πως αποτελεί μια προσγειωμένη απεικόνιση του χαρακτήρα, οι λόγοι που κίνησαν το ενδιαφέρον μου ήταν δύο. Απ’ τη μια ο σεναριογράφος, Mattson Tomlin, που έβαλε το χεράκι του και στην πολυαναμενόμενη ταινία του Matt Reeves, οπότε ήθελα να δω ένα πρώτο δείγμα, γνωρίζοντας ωστόσο πως η πιθανή κομιξική του αποτυχία δεν συνεπάγεται απαραίτητα και την κινηματογραφική, μιας και μιλάμε για διαφορετικά μέσα. Κι απ’ την άλλη, η παρουσία του σχεδιαστή Andrea Sorrentino, η οποία υποσχόταν μια τουλάχιστον ευφάνταστη προσαρμογή του σεναρίου στους κομιξικούς κανόνες. Τελικά, τα τρία ζουμερά τεύχη επιβεβαίωσαν τις ανησυχίες μου – αυτή είναι ακόμη μια ιστορία του συρμού, παρά τις σκόρπιες ενδιαφέρουσες ιδέες της.

O Batman σκοτώνει! Ή τουλάχιστον αυτή την εντύπωση δημιουργεί η παράλληλη δράση ενός αγνώστου που ντυμένος ως Batman δολοφονεί άτομα με σκοτεινό παρελθόν, προκαλώντας αναστάτωση στην Gotham. Οι πλούσιοι επιχειρηματίες έχουν θορυβηθεί και η αστυνομία βρήκε την αφορμή που ζητούσε, ώστε να βγάλει από την άκρη τον εκδικητή που, όπως αποδεικνύεται, περισσότερο δυσκολεύει, παρά διευκολύνει την απονομή δικαιοσύνης. Επομένως, ο πραγματικός Batman, ο Bruce Wayne, αρχίζει τη δικιά του έρευνα, προκειμένου να εντοπίσει και να σταματήσει τον δολοφόνο, προτού να είναι αργά και το Σύμβολο της Νυχτερίδας αμαυρωθεί για πάντα. Παράλληλα, ο Bruce οφείλει να περνά κάθε μέρα, τα ξημερώματα, από την ψυχολόγο του, η οποία στην αρχή της ιστορίας τον βρίσκει αναίσθητο και σοβαρά τραυματισμένο, απειλώντας τον πως αν δεν την επισκέπτεται θα αποκαλύψει την ταυτότητά του στην αστυνομία. Εκείνη ελπίζει να τον πείσει να αφήσει στο παρελθόν την νυχτερινή του υπερηρωική δράση, μιας και δεν προσφέρει κάτι στην ψυχολογική του ισορροπία, ίσα-ίσα την χειροτερεύει, αλλά εκείνος μοιάζει αμετακίνητος. Και σαν όλα αυτα να μην ήταν ήδη αρκετά, η αστυνομικός που έχει αναλάβει την υπόθεση τον έχει βάλει στο στόχαστρο ως βασικό ύποπτο, οπότε εκείνος πρέπει να βρει τρόπο να την διαχειριστεί.

Η ιδέα ενός «απατεώνα» μασκοφόρου εκδικητή επιδέχεται πολλών προσεγγίσεων, άλλες εσωτερικές και σχεδόν μεταφυσικές κι άλλες πιο κυριολεκτικές. Σε κάθε περίπτωση αποτελεί ένα ενδιαφέρον εύρημα που επιτρέπει τη γέννηση υπαρξιακών ερωτημάτων στον Bruce για την αποτελεσμάτικοτητα του alter ego του ή ακόμα και τον κίνδυνο που ελλοχεύει για τον ίδιον σε περίπτωση που κάποτε ενδώσει στα βίαια ένστικτά του. Η πρώτη και σημαντικότερη αστοχία του σεναρίου, η μεγάλη χαμένη ευκαιρία αν θέλετε, είναι πως ποτέ δεν αναγνωρίζει αυτή τη διάσταση με τον Bruce να μην αμφισβητεί ποτέ την ιδιότητά του ως μασκοφόρος εκδικητής. Αντιθέτως, θεωρεί πως είναι το μοναδικό εργαλείο αντιμετώπισης των προβλημάτων της Gotham και εκφράζει τον φόβο πως η ύπαρξη του απατεώνα, ακόμα κι αν πιαστεί, θα δυσκολέψει το μελλοντικό του έργο. Μάλιστα, σε κάποιο σημείο αναφέρεται πως η δράση του έχει μειώσει δραματικά την εγκληματικότητα στην πόλη, γεγονός που αποδεικνύει την έλλειψη κριτικής στάσης απέναντι στον Batman.

Πρακτικά, τα μόνα άτομα που απομένουν να εκφράσουν κάποιον προβληματισμό ή ακόμα και να εναντιωθούν στην ιδέα ύπαρξης ενός μασκοφόρου εκδικητή είναι η ψυχολόγος και η αστυνομικός. Στην πρώτη περίπτωση, οι όποιες αντιρρήσεις εκφράζονται μέσα από σύντομες ατάκες που διακόπτονται από τις απότομες απαντήσεις του Bruce, ενώ στη δεύτερη αποτυπώνονται κυρίως από το ιδιαίτερα ανατρεπτικό φινάλε, δίχως ωστόσο να εξερευνώνται πιο διεισδυτικά κάποιες πτυχές του ζητήματος. Λόγου χάρη, στην προσπάθεια να εντοπίσει την ταυτότητα του Batman, η αστυνομικός παρατηρεί πως η εταιρία του Bruce κέρδισε μια αποζημίωση για τη ζημιά που προκάλεσε στο κτίριό της ο… Batman, καταλήγοντας έτσι να ερευνά τον πλούσιο εργένη της Gotham. Δυστυχώς, όμως, το σενάριο δεν πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα τον σχολιασμό του, ώστε υπογραμμίσει πως θα μπορούσε η ελίτ της Gotham να αυξάνει τα κέρδη της από την «δημιουργική καταστροφή» που προκαλεί ο μασκοφόρος εκδικητής. Aυτές οι παραλήψεις ενδεχομένως να μην αποτελούσαν ιδιαίτερο πρόβλημα σε μια ιστορία που δεν ενδιαφέροταν να απεικονίσει τις συνέπειες της δράσης του Batman, αλλά στην προκειμένη περίπτωση στερούν από τις αν μη τι άλλο ενδιαφέρουσες ιδέες του Tomlin, την κατάλληλη κορύφωση που θα απογειώσει την ιστορία.

Κάπου ανάμεσα στην έρευνα για την ταυτότητα του «νέου Batman» και τις συνεδριάσεις με τη ψυχολόγο, προκύπτει και μια ερωτική σχέση (ευτυχώς, όχι με την ψυχολόγο!). Ωστόσο, κι αυτή πέφτει θύμα της βιασύνης του σεναρίου, η οποίο παρά τις αγαθές προθέσεις της (είναι προφανές πως το φλερτ που ανατπύσσεται έχει ως σκοπό να δώσει συναισθηματικό βάρος στο ενδιαφέρον φινάλε), ποτέ δεν καταφέρνει να αναπτυχθεί οργανικά. Η χημεία του ζευγαριού δικαιολογείται χάρη στα κοινά βιώματα (θυμηθείτε τον τρόπο που ο Joseph Gordon Levitt «μυρίστηκε» την ταυτότητα του Batman στο The Dark Knight Rises…), ενώ δεν γίνεται απόλυτα ξεκάθαρο αν η σχέση είναι ειλικρινής από πλευράς του Bruce ή αν την εργαλειοποιεί για την έρευνα του∙ αν ισχύει το δεύτερο, χάθηκε μια σημαντική ευκαιρία να φωτιστεί με πρωτότυπο τρόπο ο ψυχισμό του Bruce και η εμμονή του με τον Batman.

Τα πράγματα κυλούν σαφώς πιο ομαλά στο σχεδιαστικό κομμάτι με τον Sorrentino (σχέδιο) και την Jordie Bollaire (χρώματα) να κεντρίζουν το ενδιαφέρον σε κάθε στροφή. Οι σκοτεινές και μουντές αποχρώσεις της Bellaire κυριαρχούν, αποδίδοντας το ρεαλιστικό ύφος της ιστορίας, αν και δεν είναι λίγες οι φορές που βουτά τις σελίδες σε διάφορες μονοχρωματικές αποχρώσεις του κόκκινου, του μωβ κ.α, δημιουργώντας μια ασυνήθιστα χρωματιστική ατμόσφαιρα. Εξίσου συναρπαστικές είναι και οι οπτικές συνθέσεις του Sorrentino, αν και θεωρώ πως πλέον έχει αρχίσει να επαναλαμβάνεται σε μεγάλο βαθμό. Ο τρόπος που δομεί τις σελίδες παραμένει κατά κύριο λόγο πολύ ανώτερος και εφευρετικός από τον μέσο όρο, ωστόσο αισθάνομαι πως αν έχεις διαβάσει πέντε κόμικ που έχει σχεδιάσει, μπορείς να προβλέψεις πάνω κάτω ποιά οπτικά τρικς θα χρησιμοποιήσει.

Είναι κρίμα που η συγκεκριμένη ιστορία δεν λειτουργεί τόσο καλά όσο θα περίμεναν οι δημιουργοί της διότι κάνει κάποιες τολμηρές επιλογές, τόσο με το status quo του χαρακτήρα και του περίγυρού του, όσο και με το ιδιαίτερο φινάλε, το οποίο μοιάζει να απαιτεί μια συνέχεια, περισσότερο για να ικανοποιήσει την περιέργεια μας για το τι συμβαίνει σε έναν κόσμο που ο Batman καταλήγει όπως καταλήγει εδώ.

1 Comment

Σχόλια

Your email address will not be published.