Στην τελευταία ταινία του Pedro Almodóvar, Bitter Christmas (Πικρές Γιορτές, σε ελληνική απόδοση, πικρές, αφού μιλούν για όσα ο σκηνοθέτης άφησε στο παρελθόν, ανθρώπους, συναισθήματα, και πασχίζει να τα επαναφέρει με τη γραφή του) ερχόμαστε αντιμέτωποι με μία εύθραυστη, προσωπική στιγμή του Ισπανού δημιουργού, ίσως την πιο εύθραυστη ως τώρα, την οποία μάς εμπιστεύθηκε με θάρρος και επίγνωση της ευαλωτότητάς της.
Η πλοκή αφορά δύο παράλληλες ιστορίες, σε χρόνους διαφορετικούς, που ισορροπούν μεταξύ πραγματικότητας και μυθοπλασίας και συχνά, όχι όμως πάντα, πρωταγωνιστής τους είναι το ίδιο πρόσωπο. Το 2004, γνωρίζουμε την Elsa, ματαιωμένη σκηνοθέτρια δύο ταινιών που δεν σημείωσαν επιτυχία, πλέον διαφημίστρια, η οποία παλεύει με τις κρίσεις πανικού και το καταπιεσμένο πένθος για τον θάνατο της μητέρας της. Το 2026, γνωρίζουμε τον σκηνοθέτη που δημιουργεί την Elsa, ως κεντρική του ηρωίδα στο τελευταίο του σενάριο. Και οι δύο περιβάλλονται από ανθρώπους που τους αγαπούν και τους εμπιστεύονται τα δικά τους πένθη και λύπες, και οι δύο ενσωματώνουν στα σενάριά τους όσα τους συμβαίνουν στην πραγματικότητα. Η Elsa είναι εργασιομανής και φοβάται ότι έχει την τάση να πληγώνει τους άλλους, τον σύντροφό της, τις φίλες της, αυτή την ίδια. Ο σκηνοθέτης, μέχρι τώρα επιτυχημένος, βιώνει την απόγνωση που οι συγγραφείς ονομάζουν writer’s block, δεν γνωρίζει πώς να ολοκληρώνει πια τις ιστορίες του, παλεύει με ανασφάλειες, ψάχνει την παραμικρή αφορμή που θα του δώσει ένα σπρώξιμο για να συνεχίσει να γράφει, ακόμα κι αν πρόκειται για τα προσωπικά βιώματα αυτών που τον αγαπούν, εκθέτοντάς τους, άθελά του.

Ο Almodóvar, ευφυέστατα, παραδίδει μια ιστορία ανολοκλήρωτη, σαν κάτι να εκκρεμεί, σαν να ξέχασε να δέσει τους χαρακτήρες μεταξύ τους ή να τους αναπτύξει περισσότερο. Κι όμως, το κάνει εσκεμμένα, γιατί μόνο έτσι θα μπορούσε να αποδώσει πλήρως τον κεντρικό άξονα της ταινίας του, δηλαδή την πραγματικότητα πίσω από την ιστορία, το αδιέξοδο του συγγραφέα που δημιουργεί τη συγκεκριμένη ιστορία. Το ζητούμενο, δηλαδή, δεν είναι να παραδώσει μια γραμμική αφήγηση, με αρχή, μέση και τέλος, αλλά αντίθετα, να αναδείξει την αδυναμία του να ολοκληρώσει την αφήγηση.
Αλλά δεν μένει εκεί. Προχωρά στην παραδοχή ότι η τέχνη του πηγάζει από τις πληγές των άλλων, κλέβοντας τις τελευταίες, χωρίς άδεια, γιατί στην τέχνη δεν χωράνε άδειες, κατά τον πρωταγωνιστή, που ονομάζει την τέχνη του «αυτομυθοπλασία». Με διαρκή μοντάζ- αναδρομές στο μείγμα παρελθόντος και φαντασίας, ο Almodóvar, με ύφος ώριμο και αυτοκριτικό, με κάποια ενοχή, επικεντρώνεται στο να καταστήσει σαφές ότι οι χαρακτήρες του και οι ιστορίες τους είναι, μεταξύ άλλων, οι ιστορίες που διαρκώς δανείζεται από τους κοντινούς του ανθρώπους, ελαφρώς παραλλαγμένες.
Σεναριακά, αλλά και τεχνικά, ο Almodóvar μεγαλώνει κι άλλο την απόσταση από τα πληθωρικά, φωσφοριζέ σκηνικά, τις υπερβολικές, αναπολογητικά unhinged ιστορίες, κρατώντας μόνο όσα κρίνει αναγκαία από το σινεμά του τότε (ενδεικτικά, η αργή, αντισυμβατική σκηνή στριπτίζ του Bonifacio, συντρόφου της Elsa). Παρόλα αυτά, διατηρεί, σε μικρότερη έκταση, τα έντονα χρώματα, και εντείνει τα στοιχεία δράματος στο ύφος, με έναν τρόπο ποιητικό. Η φωτογραφία του είναι προσεγμένη, με μακρινά πλάνα τόπων όπου η φύση είναι σκοτεινά όμορφη. Καθοριστική για την ιστορία του είναι η συμβολή της Chavela Vargas, όταν η Elsa και, μαζί, ο δημιουργός της Elsa, δακρύζουν στο άκουσμα τραγουδιών της-θρήνων για τη ζωή που φεύγει, του La Llorona και του Las Simples Cosas (αμέσως, η Elsa καταλαβαίνει τον στίχο «λύπη είναι ο αργός θάνατος των απλών πραγμάτων» και τότε είναι που αφήνει το πένθος της να ελευθερωθεί).
Οι ερμηνείες αναδεικνύονται με τη σύγκρουση. Οι συγκρούσεις είναι συνεχείς, σκηνοθετημένες με θεατρικότητα, ανάμεσα στην Elsa (Bárbara Lenie) και τους δικούς της ανθρώπους, ανάμεσα στον σκηνοθέτη (Leonardo Sbaraglia) και την αγαπημένη φίλη και βοηθό του, και οι δύο αντιδρούν ενοχλημένοι όταν τους προσάπτουν ότι πρόδωσαν την εμπιστοσύνη τους για χάρη ενός σεναρίου, αλλά πίσω από την ενόχληση κρύβονται τύψεις.
Ίσως όμως ο πρωταγωνιστής του Bitter Christmas να μην λειτουργεί εγωιστικά, όταν γράφει για αυτά που του έχουν εμπιστευτεί οι κοντινοί του άνθρωποι, όσο προδοτικό κι αν δείχνει. Γιατί, θα μπορούσαμε να το δούμε και κάπως αλλιώς: όταν γράφουμε για εκείνους που αγαπάμε, η αγάπη μας για αυτούς ως σύνολο, άρα και για τον πόνο τους, όταν αποτυπώνεται στο χαρτί ή στο έγγραφο του υπολογιστή, έστω και με διαφορετικό όνομα, δεν μπορεί να αλλοιωθεί. Και η πίκρα γίνεται γλυκύτητα που είχαμε την τύχη να μας ανοίξουν τον κόσμο τους και να μας γεμίσουν έμπνευση.
Περισσότερες κριτικές ταινιών.




















