Η Cannon εργάζεται ως μαγείρισσα σε ένα εστιατόριο. Τόσο οι συνάδελφοι της, όσο και η κολλητή της, η Trish, θαυμάζουν την στωικότητά της, την ικανότητά της να παραμένει ψύχραιμη ακόμα και υπό τις πιο απαιτητικές συνθήκες. Μόνο που η ηρεμία της Cannon είναι πιο εύθραυστη απ’ όσο φαίνεται. Ο παππούς της είναι άρρωστος, αλλά η μητέρα της αγνοεί τα μηνύματά της, αφήνοντας πάνω της το βάρος της φροντίδας του, κάθε φορά που δοκιμάζει να μοιραστεί με την Trish κάποια έγνοια της, εκείνη την διακόπτει για να στρέψει τη συζήτηση στα δικά της προβλήματα και η δουλειά της δοκιμάζει καθημερινά τις αντοχές της. Μόνη βαλβίδα αποσυμπίεσης απομένουν το τρέξιμο και η ζεστασιά της φωνής από την εφαρμογή που χρησιμοποιεί για να ηρεμεί.
To δεύτερο κόμικ της Lee Lai (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Drawn & Quarterly) πρόκειται για ένα χαμηλών τόνων slice of life κόμικ που ξεδιπλώνεται μέσα από λεπτεπίλεπτα, (κυρίως) ασπρόμαυρα σχέδια και έναν λιτό κάνναβο τεσσάρων πάνελ ανα σελίδα. Κι ενώ, εκ πρώτης όψεως, το στήσιμο των σελίδων, η απουσία χρώματος και οι απλές, αλλά καθαρές γραμμές δημιουργούν έναν γαλήνια μονότονο ρυθμό, μικρές αφηγηματικές λεπτομέρειες αποκαλύπτουν την ένταση που σιγοβράζει. Στις συζητήσεις τους, τα λόγια της Trish συχνά καλύπτουν τις δειλές απόπειρες της Cannon να λάβει μέρος στην κουβέντα κι όταν οι ρυθμοί της κουζίνας αυξάνονται, τα βιαστικά σώματα στριμώχνονται στα όρια των πάνελ και οι διάλογοι κόβονται στη μέση, αποτυπώνοντας μια αίσθηση διαρκούς κίνησης και χάους.

Η μόνη στιγμή που η Lai διακόπτει την επαναληπτικότητα της αφήγησης είναι στο αναπόφευκτο ξέσπασμα της Cannon, ενισχύοντας με αυτόν τον τρόπο την αφηγηματική ορμή του. Ξαφνικά, οι σελίδες λούζονται στο κόκκινο, χρώμα το οποίο μέχρι τότε είχε χρησιμοποιηθεί μόνο για τα διάσπαρτα πλάνα από τις ταινίες τρόμου που παρακολουθούν παρέα οι δύο φίλες, και ένα εντυπωσιακό δισέλιδο κάνει την εμφάνισή του. Οι δυναμικές συνθέσεις των σωμάτων και το βάθος πεδίου που δημιουργεί η Lai με τη βοήθεια των διαφορετικών «στρώσεων» από τα αντικείμενα που αιωρούνται προσδίδουν μια μεγαλειώδη υπόσταση στο γιγαντιαίο πάνελ, λες και τα πάντα κινούνται σε αργή κίνηση για να υπογραμμίσουν τη βαρύτητα της σκηνής. Πράγματι, αυτό το ξέσπασμα αποδεικνύεται καθοριστικό για την Cannon, διότι την βοηθάει να αντιληφθεί πως μερικές φορές ο θυμός είναι ένα επίπονο, αλλά απαραίτητο συναίσθημα που βοηθάει να μπαίνουν όρια, να εκφράζονται παράπονα και τελικά να δίνονται λύσεις σε ψυχοφθόρα προβλήματα.
Η αφηγηματική ευχέρεια της Lai δεν περιορίζεται μονάχα στο οπτικό σκέλος. Είναι έκδηλη στην ειλικρίνεια των διαλόγων, στις σιωπές, στην έμφαση που δίνει στις μικρές στιγμές της καθημερινότητας, αλλά και στην ευκολία με την οποία μπλέκει διαφορετικές υποπλοκές, δίνοντας πολύτιμο χρόνο εμβάθυνσης σε περιφερειακούς χαρακτήρες, μέσω των οποίων θίγει και ενδιαφέροντες προβληματισμούς, όπως η εμμονή των πολιτιστικών οργανισμών με την «διαφορετικότητα»∙ όσα περισσότερα κουτάκια ικανοποιείς, τόσο περισσότερο λατρεύουν να ακούν τραγικές ιστορίες για εσένα και το «συνάφι» σου.
Το Cannon είναι ένα μικρό, ήσυχο κόμικ. Η Lee Lai δεν επιθυμεί να σπάσει τους κανόνες της αφήγησης, αλλά γνωρίζει πώς να τους αξιοποιήσει στο έπακρο για να αφηγηθεί απλές ιστορίες καθημερινών ανθρώπων που προσπαθούν να ανταπεξέλθουν με τον δικό τους -συχνά ατελή- τρόπο στις προκλήσεις της ζωής. Και το καταφέρνει με τόση δεξιοτεχνία, ώστε να εξασφαλίζει μια περίοπτη θέση ανάμεσα στις πιο ταλαντούχες φωνές της εποχής μας.


















