«Καμιά φορά, η Τέχνη του Φόνου είναι (ή δεν μπορεί παρά να είναι) σύνθετη.»
Αχιλλέας Κυριακίδης, «Φετιχιστική εγκυκλοπαίδεια του κινηματογράφου: πέντε λήμματα στην τύχη», Ψευδομαρτυρίες (1998)
Το giallo και η προσφορά του maestro του τρόμου σε αυτό
Το giallo αποτέλεσε μια από τις ξεχωριστές σελίδες του ιταλικού σινεμά στην 7η Τέχνη του 20ού αι.: δίπλα στην υπαρξιακή θεματική της δεκαετίας του ‘60 ή τους κοινωνικούς προβληματισμούς του ιταλικού νεορεαλισμού, το genre μοιάζει σαν το «σκοτεινό αδελφάκι» των μεγάλων ρευμάτων, κινημάτων και τάσεων του ιταλικού σινεμά που άλλαξαν για πάντα την κινηματογραφική τέχνη. Καταγόμενο από τα «έγκατα» της «φθηνής» λογοτεχνίας και των κόμικς, κατεξοχήν «ποπ»/λαϊκών καλλιτεχνικών Μέσων, άλλαξε για πάντα τον τρόμο, με την επιρροή του να φτάνει μέχρι και τις ΗΠΑ και το slasher, το πιο διαβόητο subgenre τρόμου.
Μιλώντας φυσικά για το giallo, είναι λογικό το μυαλό των περισσότερων έστω και λίγο υποψιασμένων να πηγαίνει στον θρυλικό «maestro του τρόμου», τον Dario Argento. Ο Argento, πλάι στον γεννήτορα του είδους, Mario Bava, και τον «maestro του gore», Lucio Fulci, είναι η πιο ίσως χαρακτηριστική φυσιογνωμία της «(αν)ιερης τριάδας» του ιταλικού τρόμου. Αν ο Bava γεννά το genre στην οθόνη κι ο Fulci στο έργο του αποτυπώνει τις πιο ακραίες του εκφάνσεις, τότε με τον Argento και συγκεκριμένα με το έργο του The Bird with the Crystal Plumage (1970) το giallo γίνεται για πρώτη φορά σχεδόν mainstream στην Ιταλία. Ακόμη περισσότερο όμως, το έργο του Argento αντιπροσωπεύει την καλλιτεχνική κορύφωση του giallo˙ πιο ενδιαφέροντα από ποτέ μυστήρια, χαρακτήρες με βάθος, ιδιαίτερα προσεκτικά σχεδιασμένες πλοκές, μυστήριο και τρόμος που βαδίζουν σταθερά μαζί (όπως στη λογοτεχνία από την οποία πήρε το όνομά του το είδος): πουθενά δεν είναι πιο ευδιάκριτα όλα αυτά τα στοιχεία μαζί απ’ όσο στο Deep Red (1975), το αριστούργημα όχι μόνο του ίδιου του Argento, αλλά και του giallo συνολικά!

Μια “εκ του σύνεγγυς” προσέγγιση του Deep Red
Το giallo αυτό αποτελεί ουσιαστικά ένα μυστήριο τρόμου. Στην ταινία ο θεατής παρακολουθεί τον Marcus Daly (με τον David Hemmings να είναι εξαιρετικός στην αποτύπωση του χαρακτήρα), έναν Άγγλο πιανίστα που ζει κι εργάζεται πλέον στη Ρώμη, να προσπαθεί να εξιχνιάσει έναν φόνο που έλαβε χώρα όσο εκείνος απολάμβανε μια νυχτερινή του έξοδο. Ο ίδιος είναι βεβαιωμένος ότι υπάρχει κάτι που του ξεφεύγει από την υπόθεση κι αν το βρει θα μπορέσει να λύσει το μυστήριο˙ κι όσο εμπλέκεται βαθύτερα σε αυτό, με συνεργάτιδα τη φίλη του, την ικανή δημοσιογράφο κι ερευνήτρια υποθέσεων Gianna Brezzi (που υποδύεται η Daria Nicolodi, γνωστή και για άλλες συνεργασίες με τον Argento), φαίνεται πως μπαίνει σε έναν φαύλο κύκλο που απειλεί να βάλει τέλος ακόμη και στη δική του ζωή.
Με άξονα αυτήν την πλοκή, ο Argento πλάθει ένα giallo που παραμένει αρχετυπικό, με όλα τα σταθερά μοτίβα του είδους: ο δολοφόνος με τα μαύρα γάντια και τη μαύρη καμπαρντίνα, του οποίου ο θεατής βλέπει μόνο τα γάντια ή τις μπότες. Το μακάβριο μυστήριο, οι εξαιρετικά ευφάνταστες και τεχνικά άρτιες σκηνές φόνου και, φυσικά, η ανατροπή στο τέλος της ταινίας!

Τα στοιχεία που κάνουν το Deep Red να ξεχωρίζει
Ένα άλλο στοιχείο της ταινίας που εκπλήσσει κι αποτελεί τεκμήριο του καλοδουλεμένου σεναρίου είναι οι χαρακτήρες. Μέσα σε μόλις δύο ώρες ο Argento καταφέρνει να σκιαγραφήσει χαρακτήρες με βάθος κι εντελώς δική τους προσωπικότητα: από τον πρωταγωνιστή έως τη δημοσιογράφο με το ξεχωριστό της ταμπεραμέντο, τον προβληματισμένο φίλο και συνάδελφο πιανίστα του πρωταγωνιστή ή ακόμη και τον αστυνομικό, που σε 2-3 μόλις σκηνές καταφέρνει να αποτελέσει ένα πολύ επιτυχημένο comic relief. Κυρίως, όμως, αυτό είναι φανερό στην οικογένεια του φίλου του πρωταγωνιστή˙ ιδίως στη μητέρα και στην ψυχολογική της σκιαγράφηση ως χαρακτήρα, σε ό,τι αφορά την πρόωρα σταματημένη της καριέρα ως ηθοποιού…
Όμως το οπτικό κομμάτι της ταινίας είναι, όπως θα όφειλε στην ταινία που αποτελεί την κορύφωση του giallo, τουλάχιστον εκπληκτικό. Συγκεκριμένα, πέραν από τη φοβερή ως συνήθως σκηνοθεσία του Argento, ξεχωρίζουν τα σκηνικά της ταινίας, τα οποία σε ορισμένες σκηνές είναι τεχνητά κι άμεσα επηρεασμένα από τη μινιμαλιστική, ρεαλιστική ζωγραφική του Edward Hopper. Η σκηνή στην οποία συντελείται ο πρώτος φόνος κόβει την ανάσα εν πολλοίς και για αυτόν τον λόγο!
Η αξία του Deep Red δεν έγκειται μόνο σε όλα τα παραπάνω, ούτε στην περίπλοκη φύση της πλοκής του, που του δίνει μια πιο «περίτεχνη» φύση από δημιουργική άποψη: ο Argento, πολύ περισσότερο, φροντίζει να προσθέσει δικές του πινελιές, φαινομενικά ασήμαντες ή άσχετες με την πλοκή, που όμως δίνουν μια άλλη ατμόσφαιρα στην ταινία, εμπλουτίζοντας τον ήδη ξεχωριστό της χαρακτήρα!
Οι ξεχωριστές “πινελιές” του Dario Argento και οι αφηγηματικές τεχνικές της ταινίας
Ένα παράδειγμα αποτελεί η μουσική στην ταινία. Ο Argento και σε άλλους σταθμούς της καλλιτεχνικής του πορείας, όπως στο Four Flies on Grey Velvet του 1971 (της «Τριλογίας των Ζώων» του) αποδίδει ιδιαίτερη έμφαση στη μουσική, αξιοποιώντας την υποδειγματικά στην οπτικής φύσης τέχνη του. Στο Deep Red ξεχωρίζει όχι μόνο η εκπληκτική και ιδιαίτερα ταιριαστή μουσική υπόκρουση από την progressive rock μπάντα Goblin (ναι, αυτή που έπαιζε και στο έτερο magnum opus του maestro και την “πιο όμορφη οπτικά ταινία τρόμου όλων των εποχών”, το Suspiria του 1977!), αλλά και το γεγονός ότι η μουσική αποτελεί αντικείμενο που θεματοποιείται: ο πρωταγωνιστής αλλά κι ο φίλος του είναι και οι δύο μουσικοί. Ίσως το πιο σημαντικό όμως είναι το χαρακτηριστικό παιδικό τραγούδι που ακούγεται κάθε φορά που συντελείται ένας φόνος και που με την επίλυση του μυστηρίου αποκαλύπτεται η προέλευσή του˙ με την εν λόγω χρήση του τραγουδιού αυτού, βάζοντάς το να ακούγεται σε ένα περιβάλλον και μια συγκυρία υφολογικά αντίθετη με τον παιδικό και χαρούμενο χαρακτήρα του, ο Argento καταφέρνει να το κάνει να ακούγεται ειρωνικό κι έτσι πολύ πιο απειλητικό από οποιαδήποτε άλλη, πιο «ταιριαστή» στις φρικιαστικές αυτές σκηνές μουσική.
“The piano is like the body of a beautiful woman… and I tickle her.”
Ακόμα, στο πλαίσιο των πινελιών αυτών που ο Argento φροντίζει να προσθέσει στην ταινία, ο σκηνοθέτης παραθέτει άσχετες με την ταινία ή και “τυχαίες” εικόνες: ένας έμπορος στην αγορά παρακινεί κόσμο να προσεγγίσει τον πάγκο του, δυο σκυλιά μαλώνουν κι αλληλοδαγκώνονται. Εικόνες τυχαίες λοιπόν, που ομολογουμένως δεν είναι το στοιχείο που “μένει” στον θεατή με το πέρας της προβολής, όμως συντελούν στην καλλιέργεια ενός συγκεκριμένου ιδιότυπου κλίματος. Όχι μιας “τυχαιότητας” (τόσο προσεκτικά σχεδιασμένη είναι η πλοκή της ταινίας αλλά και η εκτέλεση αυτής, που δεν θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο), αλλά μιας “αλλόκοτης” ατμόσφαιρας, που φυσικά ταιριάζει γάντι στο συνολικό κλίμα του αριστουργηματικού αυτού giallo.
Αναφέρθηκε η ειρωνική αφηγηματική τεχνική σε ό,τι αφορά τη χρήση της μουσικής στην ταινία˙ μια άλλη τεχνική που χρησιμοποιεί ο δημιουργός είναι η προοικονομία. Φυσικά, ο Argento δεν αποκαλύπτει την ταυτότητα του δολοφόνου, παρά μόνο όταν είναι η κατάλληλη στιγμή, όμως φροντίζει να πετάξει «τυράκια» που, σε δεύτερη ή και τρίτη θέαση της ταινίας, είναι έκδηλο ότι μόνο τυχαία δεν είναι. Πρόκειται για ένα προσεκτικά σχεδιασμένο παζλ στοιχείων που οδηγούν στη λύση του μυστηρίου: το βιβλίο με τον αστικό θρύλο της στοιχειωμένης έπαυλης, η μουσική που ακούγεται σε κάθε φόνο και η σχέση αυτής με τον εν λόγω θρύλο, η ζωγραφιά του μικρού κοριτσιού που παραπέμπει στην τοιχογραφία της έπαυλης όπου είναι γνωστό ότι συνέβη κάποτε ένας φόνος. Με αφορμή την αναφορά στη «στοιχειωμένη» έπαυλη της ταινίας, ας αναφερθεί επίσης ότι οπτικά είναι ένα στοιχείο που θυμίζει ιδιαίτερα ένα από τα πιο γνωστά μοτίβα του γοτθικού τρόμου, προσδίδοντας και αυτό το ιδιαίτερο στοιχείο, που μάλιστα δεν βρίσκει κανείς εύκολα ή συχνά στο giallo.

Το Deep Red στον Κανόνα του ευρωπαϊκού τρόμου
Μετά το Deep Red ο Argento άφησε κατά μέρος προς στιγμήν το giallo, αναγνωρίζοντας ως φαίνεται ότι το genre είχε φτάσει με την ταινία αυτήν όχι μόνο στην καλλιτεχνική του κορύφωση αλλά και στο «τέλος» του, νοούμενο τόσο ως ύστατο σημείο μιας πορείας ταινιών στην οθόνη αλλά κυρίως τελεολογικά, ως «σκοπός» μιας καλλιτεχνικής αρτιότητας που με την ταινία αυτήν είχε ήδη επιτελεστεί. Ο Argento έτσι, μετά την ταινία αυτή, καταπιάστηκε με τον υπερφυσικό τρόμο (με το Suspiria και το αξιόλογο sequel του του 1980, Inferno), για να επιστρέψει μετά ξανά στο giallo με έναν μετα-αναφορικό στοχασμό πάνω στο genre με το εξαιρετικό Tenebre (1982) και να το «παντρέψει» με τον υπερφυσικό τρόμο με το Phenomena (1985).
Όλα τα παραπάνω στοιχεία καθιστούν το Deep Red το πιο καλοδουλεμένο giallo που γυρίστηκε ποτέ. Περίτεχνα δημιουργημένο και με εντελώς ξεχωριστές πινελιές που το κάνουν και την πιο ξεχωριστή ταινία του είδους, αποτελεί την κορύφωσή του, η οποία έτσι ήρθε μια δεκαετία μετά την εμφάνιση του giallo στην οθόνη με το Blood and Black Lace (1964) του Mario Bava. Μια θέαση είναι αρκετή, για να πείσει τον θεατή, λάτρη του τρόμου ή μη, ότι πρόκειται όχι μόνο για την καλύτερη ταινία του Dario Argento και για το καλύτερο giallo, αλλά και για την ίσως καλύτερη και πιο επιδραστική ταινία ευρωπαϊκού τρόμου που γυρίστηκε ποτέ!


















