23 - Ιουνίου - 2025
Echo Valley: Τα όρια της μητρικής αγάπης

Julianne Moore και Sydney Sweeney πρωταγωνιστούν στο «Echo Valley».

Η Julianne Moore στο «Echo Valley».

Η Kate (Julianne Moore), ιδιοκτήτρια ράντσου αλόγων στην Echo Valley, δεν διανύει την καλύτερη περίοδο της ζωής της. Μοναδική της επαφή με τον πρώην άντρα της (Kyle McLachlan) είναι όταν τον επισκέπτεται για να του ζητήσει χρήματα προκειμένου να ξεπληρώσει τα χρέη της φάρμας, η σύντροφός της έχει πρόσφατα φύγει από τη ζωή, η κόρη της Claire (Sydney Sweeney), πρώην τοξικομανής, έχει αναχωρήσει κακήν κακώς από το σπίτι ύστερα από έναν καυγά με τη μητέρα της, και μοναδική της συντροφιά είναι ο σκύλος της. Ένα βράδυ, η Claire επιστρέφει με ρούχα γεμάτα αίμα, το οποίο, ισχυρίζεται, ανήκει στον εραστή της, τον οποίο σκότωσε σε αυτοάμυνα. Η Kate συγκαλύπτει το έγκλημα της κόρης της, σύντομα όμως ανακαλύπτει πως η Claire δεν έχει πει όλη την αλήθεια. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ένας μάρτυρας (Domnhall Gleeson) έρχεται να την εκβιάσει.

Αφού τράβηξε τα βλέμματα πάνω του με το καθηλωτικό ντεμπούτο του στο μεγάλο μήκος με το Beast (2017) και απέτυχε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της «δεύτερης ταινίας» με το Encounter (2021), ο σκηνοθέτης Michael Pearce επιστρέφει στο είδος του δραματικού, βραδυφλεγούς θρίλερ με την τρίτη ταινία του, το Echo Valley. Βασισμένη σε πρωτότυπο σενάριο του Brad Ingelsby, η ταινία θα άξιζε να είχε κυκλοφορήσει στους κινηματογράφους, δυστυχώς όμως έπεσε σε μια περίοδο όπου (και) η Apple έχει αρχίσει να κάνει προσεκτικές επιλογές στο ποιες παραγωγές της κυκλοφορεί και στη μεγάλη οθόνη, ύστερα από απανωτές εμπορικές αποτυχίες, και το εν λόγω φιλμ δεν κρίθηκε κατάλληλο για ευρεία διανομή. Αν θέλετε τη γνώμη μας, που για να έχετε φτάσει μέχρι εδώ μάλλον τη θέλετε, άδικα.

Μαμά και κόρη αγκαλιασμένες. Η Julianne Moore και η Sydney Sweeney πρωταγωνιστούν στο «Echo Valley».

Ο Pearce κάνει στιβαρή δουλειά στη σκηνοθεσία. Σκιαγραφεί άψογα το χώρο δράσης, παίρνει το χρόνο του στη σύσταση των χαρακτήρων και των μεταξύ τους σχέσεων, προικίζει την ταινία του με το σωστό ρυθμό και τις κατάλληλες κλιμακώσεις. Η πρώτη σκηνή καυγά ανάμεσα σε μάνα και κόρη είναι υπόδειγμα ντεκουπάζ, μοντάζ και εσωτερικού ρυθμού, ο οποίος κλιμακώνεται συγκλονιστικά. Η εναλλαγή ανάμεσα σε ακίνητα γενικά πλάνα και χειροκίνητα κοντινά γίνεται με προσοχή και λόγο, προσδίδοντας ένταση και υπογραμμίζοντας τις στιγμές όπου διακυβεύονται τα περισσότερα πράγματα για τα πρόσωπα του φιλμ.

Αναμφίβολα καθοριστικός είναι ο ρόλος των ηθοποιών, και ιδιαίτερα των δύο πρωταγωνιστριών. Η Julianne Moore (The Room Next Door), μια σπουδαία ηθοποιός, η οποία, αποδεδειγμένα, μπορεί να παίξει τα πάντα, παραδίδει ακόμα μια στιβαρή ερμηνεία ούσα ο βασικός χαρακτήρας του έργου. Η Sydney Sweeney, σταθερά ανερχόμενη και με όρεξη για δουλειά (είναι η έβδομη ταινία της τα τελευταία τρία χρόνια), αποδεικνύει και πάλι πως διαθέτει ερμηνευτικό εύρος, διάθεση να «τσαλακωθεί» και, κυρίως, ταλέντο. Η χημεία τους είναι εξαιρετική και δυναμιτίζει την οθόνη στις σκηνές που μοιράζονται οι δυο τους. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στον Domnhall Gleeson (Ex Machina, The Patient), ο οποίος υποδύεται έναν γλοιώδη τύπο, αλλά και στον Kyle McLachlan, που εμφανίζεται μόλις σε μία ολιγόλεπτη σκηνή, αλλά μένει στο νου.

Ο Domnhall Gleeson στην ταινία «Echo Valley»

Δυστυχώς, το σενάριο στην τρίτη πράξη εκτροχιάζεται. Αν και η υποπλοκή του χαρακτήρα που παίζει ο Gleeson χτίζεται ήδη από την αρχή της ταινίας, το τελευταίο μισάωρο τον φέρνει σχεδόν σε ρόλο πρωταγωνιστή, χωρίς αυτό να δένει με το κύριο θέμα του έργου, που είναι η μητρική αγάπη και τα άκρα στα οποία μπορεί να φτάσει μια μητέρα προκειμένου να εξασφαλίσει την ευτυχία της κόρης της. Το θέμα αυτό μοιάζει να αφήνεται στην άκρη για περίπου 30 λεπτά προς το τέλος του φιλμ, για να το θυμηθούμε μόλις στην τελευταία σκηνή, όπου δίνεται ένα μάλλον βιαστικό φινάλε στη βασική υπόθεση.

Πάντως, ακόμη κι αν η παραπάνω σεναριακή αδυναμία μειώνει το συνολικό αντίκτυπο του Echo Valley και δε μας επιτρέπει να το θεωρήσουμε μεγάλη ταινία, το πρόσημο παραμένει θετικό. Κι αυτό, χάρη στη στιβαρή σκηνοθεσία του και πάλι πολλά υποσχόμενου Michael Pearce και στις ερμηνείες των ηθοποιών του. Θέλουμε να βλέπουμε την Julianne Moore σε οποιονδήποτε ρόλο κι αν αποφασίζει να παίξει, και κάτι μας λέει πως στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η Sydney Sweeney. Μακάρι, μόνο, να κυκλοφορούν συχνότερα τέτοιες ταινίες στο φυσικό τους χώρο, που είναι οι κινηματογραφικές αίθουσες, γιατί η ευκολία του streaming τις κάνει πιο εύκολα παραβλέψιμες στα βιαστικά μάτια του διαδικτυακού κοινού, αδικώντας τις.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *