///

Ex Machina: H ενσώματη εμπειρία και η ουδετερότητα ( ; ) της τεχνολογίας

Ο Alex Garland πρόκειται για μια από τις πιο ενδιαφέρουσες καλλιτεχνικές φωνές που διαθέτει το Hollywood αυτή τη στιγμή. Ξεκινώντας ως συγγραφέας, έκλεψε τις εντυπώσεις με το μυθιστόρημα The Beach, το οποίο μεταφέρθηκε σε ταινία λίγα χρόνια αργότερα από τον Danny Boyle. Η ενασχόληση του με τον κινηματογράφο ξεκίνησε με τη συγγραφή σεναρίων για ταινίες, όπως το Sunshine, 28 Days Later, Never Let me Go και Dredd, για το οποίο μάλιστα υπάρχει η φήμη πως εκτέλεσε και χρέη σκηνοθέτη.

Επίσημα, πάντως, ως παρθενική σκηνοθετική απόπειρα θεωρείται το χαμηλών τόνων διαμάντι επιστημονικής φαντασίας, Ex Machina, το οποίο έβαλε για τα καλά τον βρετανό δημιουργό στο χάρτη της επιστημονικής φαντασίας. Όπως θα δούμε στη συνέχεια, η επιτυχία της ταινίας μόνο τυχαία δεν ήταν, αφού προσεγγίζει με φρέσκια και διεισδυτική σειρά μια σειρά θεμάτων από την ενσώματη ανθρώπινη επικοινωνία μέχρι τον μύθο της ουδετερότητας της τεχνολογίας και τις σύγχρονες αλα Google εργασιακές σχέσεις.

Ακολουθούν spoilers.

Η πλοκή ξεδιπλώνεται μέσα από την οπτική του Cob (Domhnall Gleeson), ενός νεαρού προγραμματιστή, ο οποίος επιλέχθηκε να περάσει μια ανέμελη εβδομάδα στην απομονωμένη, πολυτελή μονοκατοικία του αφεντικού του, Nathan (Oscar Isaac). Ή έτσι νομίζει τουλάχιστον. Στην πραγματικότητα, καλείται να λάβει μέρος σε ένα ελαφρώς παραποιημένο τεστ Turing, για να κρίνει, αν η Ava (Alicia Vikander), το ρομπότ που δημιούργησε στα κρυφά ο Nathan, έχει αναπτύξει όντως συνείδηση, διαπίστωση που θα προκύψει ύστερα από διαδοχικές συζητήσεις μαζί της. Η βασική παράμετρος, όμως, που διαφοροποιεί τη συγκεκριμένη περίπτωση από το τυπικό τεστ Turing, στο οποίο ο συνομιλητής του ρομπότ βρίσκεται σε διαφορετικό χώρο από εκείνο και δεν γνωρίζει ότι πρόκειται για ρομπότ, είναι ότι αφενός ο Cob γνωρίζει τη φύση της Ava με τον μηχανικό σκελετό της να αποκαλύπτεται από τον διάφανο κορμό της και αφετέρου συνομιλεί μαζί της έχοντας μονάχα μια γυάλινη επιφάνεια να τους χωρίζει.

Η σημασία του σώματος

Η συνθήκη που θέτει το σενάριο του Garland αλλάζει ολόκληρο το διακύβευμα της ταινίας. Πλέον, στόχος του Caleb δεν είναι να διαπιστώσει την ευφυΐα της Ava, αλλά να κρίνει την αλληλεπίδραση που θα έχουν οι δύο τους, όσο επικοινωνούν πρόσωπο με πρόσωπο. Μάλιστα, η ταινία αποκαλύπτει ήδη από την πρώτη σκηνή της τη διάθεση να αναδείξει τη σημασία του σώματος στην ανθρώπινη εμπειρία.

Όταν ο Caleb δέχεται το μήνυμα που του ανακοινώνει πως επιλέχθηκε να περάσει μια βδομάδα με το αφεντικό του, το πρώτο πράγμα που κάνει είναι να μοιραστεί τη χαρά του στέλνοντας μηνύματα σε φίλους και γνωστούς. Όλοι τον συγχαίρουν, αλλά η επικοινωνία μοιάζει να στερείται έντονων συναισθημάτων, αφού ελάχιστα συναισθήματα  επικοινωνούνται μέσα από ένα γραπτό “Συγχαρητήρια!” και μια χαρούμενη φατσούλα που αποτελείται από απλοϊκά σύμβολα επικοινωνίας; Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα, όμως, η ψηφιακή αλληλεπίδραση δίνει τη θέση της στη σωματική. Μια συνάδελφος του τον πλησιάζει, τον αγκαλιάζει, του χαμογελάει, ενώ όλοι στην αίθουσα σηκώνονται και τον χειροκροτάνε. Και στις δύο περιπτώσεις όλοι ήθελαν να τον συγχαρούν, αλλά ήταν στη δεύτερη περίπτωση που η εμπειρία ήταν συναισθηματικά πλουσιότερη.

Η σημασία του σώματος στην ανθρώπινη αλληλεπίδραση αποκαλύπτεται ακόμα περισσότερο, όσο ξεδιπλώνεται η πλοκή και οι συζητήσεις του Caleb με την Ava γίνονται όλο και πιο περίπλοκες. Εκείνος γοητεύεται από την πράα συμπεριφορά της, τη γλυκιά αύρα που εκπέμπει, αλλά και την ανάγκη για προστασία που εκφράζει, ενώ η Ava αντιλαμβάνεται την έλξη που ασκεί στο συνομιλητή της παρατηρώντας τη γλώσσα του σώματος του, εκείνες τις μικρές αντιδράσεις που προδίδουν τα πραγματικά του συναισθήματα. Όλη αυτή η εμπειρία της επικοινωνίας πρόσωπο με πρόσωπο σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να αποδοθεί ολοκληρωτικά μέσα από τη ψηφιακή επικοινωνία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και του διαδικτύου ευρύτερα.

Σ’ αυτό το σημείο αξίζει να αναφερθεί το νοητικό πείραμα για το οποίο μιλάει κάποια στιγμή ο Caleb. Ο λόγος για το Mary in the Black & White Room, σύμφωνα με το οποίο η Μαίρη είναι μια επιστήμονας που ειδικεύεται στο χρώμα, γνωρίζοντας κάθε πιθανή πληροφορία σχετικά με αυτό. Ωστόσο, όντας κλεισμένη σε ένα ασπρόμαυρο δωμάτιο, δεν έχει δει ποτέ της κάποιο χρώμα.

Το ερώτημα που τίθεται λοιπόν είναι κατά πόσο θα αλλάξει η αντίληψη της για τα χρώματα, όταν βγει στον πραγματικό κόσμο. Συνδυάζοντας τα δεδομένα που μας έχει δώσει το σενάριο, ότι δηλαδή ο Nathan έδωσε “πνοή” στην Ava μέσα από την διαδικτυακή επικοινωνία τω χρηστών του ίντερνετ, προκύπτει το εξής συμπέρασμα: H Ava μπορει να γνωρίζει πως μιλάνε οι άνθρωποι μεταξύ τους, αλλά αυτό δεν αρκεί για να χαρακτηρισθεί ως άνθρωπος. Για να φτάσει σε εκείνο το σημείο, θα πρέπει να έρθει σε επαφή με κάποιον άνθρωπο και να ξεδιπλώσει σε αυτόν τις κοινωνικές της ιδιότητες. Χρησιμοποιώντας τη φαντασία της, τη σεξουαλικότητα της, την εν συναίσθηση της και χειραγωγώντας με υπόγειο τρόπο τον συνομιλητή της, η Ava καταφέρνει τελικά να πετύχει αυτό το οποίο ήλπιζε ο Nathan ότι θα κάνει: να πείσει τον Caleb να τη βοηθήσει να αποδράσει. Μ’ αυτόν τον τρόπο, αποδεικνύει πως είναι σε θέση να αξιοποιήσει συνδυαστικά τις προγραμματισμένες ιδιότητες της, ώστε να πετύχει το επιθυμητό αποτέλεσμα και να ενσωματώνεται τελικά στην κοινωνία, ενσωμάτωση που ο Garland οπτικοποιεί με έναν εξαιρετικά ποιητικό τρόπο, όπως άλλωστε έχει κάνει και στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας.

Καταρρίπτοντας το μύθο της ουδέτερης τεχνολογίας.

Το τέλος της ταινίας βρίσκει τον Nathan μαχαιρωμένο από το δημιούργημα του, τον Caleb φυλακισμένο στην πολυτελή κατοικία του Nathan να παρακαλάει την Ava να τον ελευθερώσει, αλλά εκείνη επιδεικτικά αδιάφορη κινείται προς την απελευθέρωση της, προς τον έξω κόσμο. Άραγε, υπονοεί η ταινία πως πρέπει να φοβόμαστε τα ανδροειδή;

Για να απαντήσουμε στο ερώτημα ή έστω να δώσουμε μια ερμηνεία είναι χρήσιμο πρώτα να καταπιαστούμε με τις δύο βασικές προσεγγίσεις απέναντι στην τεχνολογία, παρουσιάζοντας τες εξαιρετικά συνοπτικά.

Η κυρίαρχη ιδέα αντιμετωπίζει την τεχνολογία ως κάτι το ουδέτερο, ως ένα εργαλείο το οποίο εξαρτάται από τον χειριστή του τι αποτελέσματα θα φέρει. Το μαχαίρι στα χέρια ενός καλού ανθρώπου χρησιμοποιείται για το κόψιμο του ψωμιού, ενώ στα χέρια ενός αδίστακτου κακοποιού μετατρέπεται σε εγκληματικό εργαλείο. Η δεύτερη άποψη, δίχως να απορρίπτει πλήρως την εργαλειακή λειτουργία της τεχνολογίας, την αναγνωρίζει ως ένα μέσο συν-διαμόρφωσης της κοινωνικής πραγματικότητας και των κοινωνικών σχέσεων, ως αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνίας που τη γέννησε. Με βάση το φινάλε της ταινίας και λαμβάνοντας υπόψη την αλληγορική/αφαιρετική φύση ενός έργου τέχνης, μπορούμε να ισχυριστούμε πως το σενάριο τείνει να ενστερνίζεται (με πλήρως αφαιρετικό/καλλιτεχνικό τρόπο) τη δεύτερη άποψη.

Πάμε να δούμε το γιατί.

Αν η Ava διατηρούσε μια ουδέτερη, αντικειμενική ματιά απέναντι στην πραγματικότητα, τότε θα όφειλε έστω να βοηθήσει τον Caleb, ο οποίος δεν της έδωσε ποτέ δικαίωμα να τον παρατήσει φυλακισμένο. Τελικά, όμως, αποδεικνύεται τρομερά απαθής στις κραυγές του για βοήθεια. Γιατί όμως αυτό αποδεικνύει ότι η Ava, δηλαδή η τεχνολογία, δεν είναι ουδέτερη; Διότι, όπως σε όλη την ταινία, έτσι και στο φινάλε, η Ava δεν έκανε τίποτα άλλο πέρα από το να αναπαράγει τη χειριστική και ανειλικρινή συμπεριφορά του δημιουργού της.

Σε αυτό το σημείο, όμως, είναι χρήσιμο να θυμηθούμε λίγα πραγματάκια για τον Nathan. Φαινομενικά, όλος αυτός ο διαγωνισμός που είχε διοργανώσει είχε ως στόχο να περάσει μια χαλαρή βδομαδούλα με κάποιον εργαζόμενο του, απολαμβάνοντας το αποστομωτικό φυσικό περιβάλλον (μια γιγαντιαία έκταση που προφανώς και του ανήκει), αλλά στην πραγματικότητα το μόνο που επιδίωκε ήταν να εκμεταλλευτεί το άτομο που θα έρθει για να το αναγκάσει να λάβει μέρος στο τεστ τεχνητής νοημοσύνης. Ακόμα χειρότερα, προς το τέλος της ταινίας ο ίδιος αποκαλύπτει ότι στην πραγματικότητα η επιλογή του Caleb δεν ήταν αποτέλεσμα τύχης, όπως νομίζαμε αρχικά, ούτε τον επέλεξε για τις προγραμματιστικές του ικανότητες, όπως υποστήριξε στα μέσα της ταινίας. Στην πραγματικότητα, το προφίλ του Caleb -ελεύθερος, καλό παιδί, δίχως οικογένεια- πληρούσε τα κριτήρια που αναζητούσε ο Nathan, οπότε με βάση τα προσωπικά του δεδομένα και τις πορνογραφικές του αναζητήσεις, έπλασε την Ava, ώστε η επιδιωκόμενη χειραγώγηση να είναι εύκολα επιτεύξιμη.

Με άλλα λόγια, το φιλικό προσωπείο του Nathan, ο οποίος υποτίθεται ήθελε να αράζει πίνοντας καμιά μπυρίτσα με τον Caleb και δεν είχε όρεξη για περίπλοκες, φιλοσοφικές αναζητήσεις, έκρυβε απανωτά ψέμματα. Επόμενο ήταν λοιπόν και η δημιουργία του, η Ava, να διαθέτει ακριβώς την ίδια συμπεριφορά. Με άλλα λόγια, η ταινία φαίνεται να υπονοεί πως η εκάστοτε τεχνολογία διαμορφώνεται και απευθύνεται σε άτομα συγκεκριμένων κοινωνιών, οπότε είναι αναμενόμενο να κουβαλάει και τις αξίες αυτών των κοινωνιών.

Ωστόσο, η προσοχή μας δεν πρέπει να εστιάζει μονάχα στο αποτέλεσμα, αλλά και στη διαδικασία δημιουργίας της Ava και όλων των υπόλοιπων ανδροειδών που προηγήθηκαν αυτής. Το γεγονός ότι ένα μόνο άτομο ήταν σε θέση να κατέχει μια αχανή έκταση φυσικού περιβάλλοντος, ότι μπορούσε να σπαταλάει τόσους πόρους για να αυνανίζεται ο εγωισμός του και ο ίδιος -κυριολεκτικά τα ανδροειδή χρησιμοποιούνται ως ανθρωπόμορφα σεξουαλικά παιχνίδια-, αλλά και ότι χρησιμοποίησε προσωπικά δεδομένα δίχως να ρωτήσει κανέναν, είναι απόδειξη πως η Ava δεν θα μπορούσε να είναι προϊόν κάποιας άλλης κοινωνίας, διότι είναι εξαιρετικά πιθανό, εκείνη η υποθετική κοινωνία να μην ευνοούσε όλες αυτές τις συνθήκες που επέτρεψαν τελικά την ανάδυση της.

Το αλα Google εργασιακό περιβάλλον

Έχουμε ήδη αναφερθεί στον τρόπο με τον οποίον ο Nathan απέκρυψε πολλάκις την πραγματικότητα από τον Caleb. Πέρα από τη σεναριακή λειτουργικότητα της συμπεριφοράς του, όμως, η σχέση των δύο συμπυκνώνει τις τάσεις που κυριαρχούν στα εργασιακά περιβάλλοντα τεχνολογικών κολοσσών, όπως η εταιρία του Nathan ή η Google.

Πριν μερικά χρόνια, είχε γίνει αρκετός ντόρος για τα νέα γραφεία της εταιρίας, τα οποία αποτελούσαν μια σχεδιαστική προσπάθεια επαναπροσέγγισης του εργασιακού χώρου, προσφέροντας υπηρεσίες που μέχρι τότε αντιμετωπίζονταν ως σπιτικές (κουζίνες, χώροι αναψυχής και ξεκούρασης κλπ). Αυτή η διαφορετική προσέγγιση έχει ως στόχο ο εργαζόμενος να νιώθει σαν το σπίτι του, να μην αντιμετωπίζει την εργασία ως αγγαρεία και έτσι να αυξάνεται η αποδοτικότητα του. Με μια πρώτη ματιά, αυτή η τάση δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει με αξιοπρέπεια τους εργαζόμενους συνδυάζοντας την ικανοποίηση τους με την ταυτόχρονη ικανοποίηση των αναγκών της επιχείρησης.

Στην πραγματικότητα, όμως, τα πράγματα ελάχιστα βελτιώνουν πραγματικά τη  ζωή των εργαζόμενων.

Αυτό το περιβάλλον κάνει ακόμα πιο δυσδιάκριτα τα όρια ανάμεσα στον ελεύθερο χρόνο και την εργασία, κάτι στο οποίο βοηθάνε και τα ολοένα και πιο εξελιγμένα μέσα επικοινωνίας, τα οποία υποχρεώνουν τους εργαζόμενους να βρίσκονται σε μόνιμη ετοιμότητα, ενώ δεν αλλάζει τίποτα όσο αναφορά τη σχέση τον εργαζομένων με την επιχείρηση. Άραγε, συνοδεύεται ο σύγχρονος εργασιακός χώρος με ικανοποιητικές αμοιβές και συμμετοχή των ατόμων στη λήψη αποφάσεων της επιχείρησης και δίκαιη μοιρασιά του πλούτου; Προσωπικότητες, όπως εκείνη του Nathan, αλλά και άλλων, πραγματικών CΕΟ, δίνουν από μόνες τους την απάντηση.

Στην ταινία, λοιπόν, βλέπουμε μια υιοθέτηση αυτού του μοντέλου εργασίας. Οι διακοπές μετατρέπονται σε απλήρωτη εργασία, η φιλική διάθεση του Nathan αποδεικνύεται μέρος μιας ολόκληρης “παράστασης” και οι ανισότητες ανάμεσα στους δύο άντρες παραμένουν αναλλοίωτες. Ο Nathan, αν επιβίωνε, θα συνέχιζε να διαθέτει αδιανόητα μεγέθη πλούτου και ο Caleb, ακόμα και αν ελευθερωθεί, μάλλον θα καταλήξει πίσω στο μικρό του διαμέρισμα.

Παρά την σχετικά πρόσφατη κυκλοφορία της ταινίας, εκείνη έχει αφήσει τη σφραγίδα της στη σύγχρονη κινηματογραφική επιστημονική φαντασία, διότι -όπως είδαμε- η αξία της δεν εξαντλείται στις αγωνιώδεις ανατροπές της, αλλά επεκτείνεται στις πολύπλευρες και πολυεπίπεδες ιδέες της, διαθέτοντας δηλαδή όλα εκείνα τα στοιχεία που οφείλει να διαθέτει κάθε περήφανος εκπρόσωπος του είδους.

Σχόλια

Your email address will not be published.