/

Fear Street Part 2, 1978

Το δεύτερο μέρος της τριλογίας Fear Street, το οποίο αποτελεί ουσιαστικά ένα εκτενές flashback, πιάνει το νήμα της ιστορίας ακριβώς από το σημείο που το άφησε το πρώτο μέρος και τοποθετεί την ιστορία στο έτος 1978 σε μια εφηβική κατασκήνωση που, όπως ήδη γνωρίζουμε από την πρώτη ταινία, προβλέπεται να βουλιάξει από νεανικό αίμα εξαιτίας μιας κατάρας αιώνων που μαστίζει την κωμόπολη Shadyside.

Η ταινία ξεκινάει αφιερώνοντας αρκετό χρόνο στο χτίσιμο χαρακτήρων και των μεταξύ τους αλληλεπιδράσεων, εστιάζοντας κυρίως στις δύο πρωταγωνίστριες, την Ziggie (Sadie Sink) και την αδερφή της, Cindy (Emily Rudd). Η πρώτη βρίσκεται σε διαρκή κόντρα με μια παρέα εφήβων από το Sunnyvale, το οικονομικά αναπτυγμένο αντίπαλο δέος της Shadyside, ενώ η αδερφή της προσπαθεί να κάνει ότι μπορεί ώστε να ταιριάξει με τα πλουσιόπαιδα της ηλικίας της. Αυτή η διαφορετική στάση που κρατάνε οι δύο κοπέλες αποτελεί και πηγή της μεταξύ τους σύγκρουσης, η οποία μάλιστα υπογραμμίζει και το ταξικό υπόβαθρο της ιστορίας. Όπως και στην πρώτη ταινία, έτσι κι εδώ (ίσως περισσότερο εδώ) η κατάρα της μάγγισας παραλληλίζεται με την οικονομική ανέχεια των κατοίκων της Shadyside. Ωστόσο, παρά τις καλές προθέσεις της, η τολμηρή -για τα δεδομένα του είδους- πρόθεση ανάπτυξης των χαρακτήρων δεν αποδεικνύεται τόσο λειτουργική στα πλαίσια της ταινίας, αφού όλοι οι έφηβοι είναι λουσμένοι στα κλισέ, σε μοτίβα που έχουν επαναληφθεί ξανά και ξανά μέσα στις δεκαετίες και πλέον αδυνατούν να κερδίσουν την προσοχή του κοινού.

Επιπλέον, οι περιορισμένες πληροφορίες για το βασικό ερώτημα της τριλογίας, τον τρόπο αντιμετώπισης της κατάρας της Sarah Fier, δημιουργούν ερωτήματα για την ανάγκη ύπαρξης της ταινίας, ενώ το απρόσεχτο φινάλε εκβιάζει τη σωτηρία χαρακτήρων, καταπατώντας κάθε ίχνος (εσωτερικής) λογικής, ολοκληρώνοντας την άσχημη εικόνα του σεναρίου. Κερασάκι στην τούρτα, οι κακές ερμηνείες, οι οποίες μπορεί να μην αποτελούν καινοφανές φαινόμενο για το είδος, αλλά κάποιες από αυτές, κυρίως εκείνη της ανέκφραστης Emily Rudd, εντυπωσιάζουν με την αδυναμία τους να αποτυπώσουν βασικά ανθρώπινα συναισθήματα, παραμένοντας παγερά αναλλοίωτες σε όλη τη διάρκεια της ταινίας.

Κάπως έτσι, η κατακόρυφη αύξηση των δολοφονιών, που στην προκειμένη περίπτωση είναι σαφώς πιο σκληρές και αιματηρές από τις αντίστοιχες του προκατόχου της, μετατρέπεται σε μοναδική σανίδα σωτηρίας της ταινίας, προσπαθώντας και εν μέρει καταφέρνοντας να διατηρήσει ζωντανό το ενδιαφέρον του κοινού.

Δυστυχώς, όμως, η τελική εικόνα της ταινίας μάλλον κρίνεται απογοητευτική. Αν και ικανοποιεί την ανάγκη για ξεκοιλιάσματα, μάλλον αποτυγχάνει σε όλους τους υπόλοιπους τομείς, εξαιτίας των αδιάφορων ερμηνειών (με φωτεινή εξαίρεση εκείνη της γνώριμης από το Stranger Things, Sadie Sink), των κλισέ χαρακτήρων και την απουσία της γοητευτικής μυθολογίας που πρακτικά έσωσε την πρώτη ταινία.

Σχόλια

Your email address will not be published.