Όνειρο ζωής για τον Guillermo del Toro, η διασκευή του Frankenstein έμοιαζε προορισμένη να γίνει κομμάτι μιας φιλμογραφίας που πάντοτε προσεγγίζει με ζεστασιά και τρυφερότητα τα «τέρατα» της, τα απόκληρα πλάσματα που έχουν βρεθεί στο περιθώριο κοινωνιών που απαρνιούνται κάθε τι που ορίζουν ως μη κανονικό.
Πράγματι, η αγάπη του Μεξικανού παραμυθά για την ιστορία του «τέρατος» που δημιούργησε ο ιδιοφυής και εμμονικός Victor Frankenstein είναι έκδηλη σε όλες τις επιλογές του, ακόμα και όταν καταλήγουν να πληγώνουν το όραμά του. Φερ’ ειπείν, όσο κι αν θέλει να αποτυπώσει τον Victor ως έναν αλαζόνα και μεγαλομανή επιστήμονα, η καρδιά του del Toro είναι πολύ τρυφερή για να τον μετατρέψει στον ανταγωνιστή της ταινίας. Γι’ αυτό, ξεδιπλώνει με περίσσεια λεπτομέρεια το παρελθόν του, ώστε να εντοπίσει την πηγή όλων των δεινών που θα του προσφέρει την ευκαιρία να εξιλεωθεί: όλα οφείλονται στην τραυματική απώλεια της μητέρας του και την κακομεταχείριση από τον πατέρα του!

Αργότερα, για να λυτρώσει παντοτινά τον Frankenstein από το ρόλο του ανταγωνιστή, δημιουργεί έναν νέο χαρακτήρα, τον Henrich Harlander, που ερμηνεύει με την γνώριμη αξιοπιστία του ο Christopher Waltz (Inglourious Basterds). Με αμύθητη περιουσία που έχτισε από το εμπόριο όπλων, ο Harlander δηλώνει πρόθυμος να χρηματοδοτήσει τα προμηθεϊκά πειράματα του Frankenstein. Φυσικά, δεν παρακινείται από κάποιο όραμα για το μέλλον της ανθρωπότητας, αλλά από τους δικούς του προσωπικούς λόγους. Η παρουσία του δημιουργεί μια ενδιαφέρουσα αντίφαση για την έρευνα του Victor -τα πειράματά του για την υπέρβαση του θανάτου βασίζονται στη βιομηχανία παραγωγής πτωμάτων, τι ειρωνεία!-, μόνο που το σενάριο δεν ενδιαφέρεται να αξιοποιήσει σε βάθος τα ηθικά ερωτήματα, γεννώντας τελικά μερικά ακόμη∙ πόσο πιο ενδιαφέρων, αντιφατικός και τελικά πολυδιάστατος θα γινόταν ο Frankenstein, αν του ανήκε το υπόβαθρό του Harlander; Αλλά είπαμε, ο del Toro τον αγαπάει υπερβολικά για να τον σκοτεινιάσει τόσο κι ας προσπαθεί να μας πείσει για το αντίθετο, βάζοντας χαρακτήρες να κατηγορούν τον Victor πως εκείνος είναι το πραγματικό τέρας!
Η αντιμετώπιση του πρωταγωνιστή της ταινίας δεν είναι καταστροφική, διότι ο del Toro δεν παύει να είναι ένας μερακλής σκηνοθέτης και ένας ικανός παραμυθάς που ξέρει πώς να σε βυθίσει στα γοτθικά παραμύθια που του αρέσει να αφηγείται. Συνεπώς, μπορεί ένα μεγάλο μέρος του Frankenstein να μοιάζει φλύαρο, δίνοντας έμφαση σε πράγματα που θα ήταν κατανοητά ακόμα και αν είχαν υπονοηθεί, αλλά και μόνο η χορταστική όψη της ταινίας αρκεί για να διατηρήσει ζωντανό το ενδιαφέρον. Πράγματι, η αισθητική αρτιότητα της ταινίας δεν έχει προηγούμενο, ξεπερνάει κάθε κινηματογραφική διασκευή της ιστορίας που έχει προηγηθεί, καταφέρνοντας να κάνει ακόμα και τα ψηφιακά εφέ να μοιάζουν ακαταμάχητα – πόσο κρίμα που το Frankenstein είναι καταδικασμένo να ζωντανέψει στα ασφυκτικά όρια της μικρής οθόνης;
Τελικά, η ταινία ξεδιπλώνει τη μαγεία της όταν το Πλάσμα αναλαμβάνει τα αφηγηματικά ηνία. O Jacob Elordi (The Narrow Road to the Deep North) ενσαρκώνει με απόλυτη επιτυχία την εκδοχή του Πλάσματος που είχε κατα νου ο del Toro, διατηρώντας τις ιδανικές ισορροπίες ανάμεσα στο άλογο ον που βρίσκει μικρές χαραμάδες χαράς ακόμα και στις χειρότερες συνθήκες και το έλλογο πλάσμα που με τη βοήθεια του στοχασμού αντικρίζει την κατάρα της αιώνιας ζωής, αναζητώντας την λύτρωση μέσω του θανάτου.

Αν η ταινία δεν είχε αναλωθεί τόσο στη ζωή του Frankenstein, ενδεχομένως θα μπορούσε να αναπτύξει κάποιες σκόρπιες ιδέες της, όπως οι θολές αναμνήσεις που αναφέρει πως έχει το Πλάσμα, δίνοντας ακόμα περισσότερο βάθος στο ταλαιπωρημένο τέκνο του Victor. Αντ’ αυτού όμως, ο αθεράπευτα ρομαντικός del Toro προτιμά να ξεκινήσει ένα ρομάντζο με την Elizabeth της ανεκμετάλλευτης Mia Goth (Χ, Pearl), το οποίο τελικά ολοκληρώνεται όσο βιαστικά ξεκίνησε.
Η φροντίδα και η αγάπη του del Toro για την ιστορία του Frankenstein είναι φανερή και προς τιμήν του, δεν φοβήθηκε να παραστρατήσει από το πρωτότυπο κείμενο, εισάγοντας νέες ιδέες. Ωστόσο, όπως συμβαίνει με πολλά «όνειρα ζωής» μεγάλων σκηνοθετών, έτσι και ο Frankenstein του Guillermo del Toro δεν καταφέρνει να ανταποκριθεί πλήρως στις προσδοκίες. Κι αυτό, όχι επειδή είναι μια κακή ταινία -μακάρι όλες οι κακές ταινίες να ήταν έτσι!-, αλλά επειδή μοιάζει να κρύβει μέσα της κάτι πολύ πιο περίπλοκο και ενδιαφέρον που θυσιάστηκε στο βωμό της νετφλιξοποίησης.


















