//

From Hell: Ανατομία ενός συλλογικού εγκλήματος

Το αφιέρωμα μας στον Alan Moore μπορεί να έχει εκτροσιασθεί πλήρως από το μηνιαίο πρόγραμμά του, αλλά είναι ακόμα ζωντανό. Για την ακρίβεια, επιστρέφει για να βουτήξουμε σε μια από τις πιο σκοτεινές, αλλά παράλληλα και σημαντικές δημιουργίες του Alan Moore σε συνεργασία με τον Eddie Campbell. Ήρθε η στιγμή να μιλήσουμε για το From Hell.

*

Βρισκόμαστε στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Η επαγγελματική σχέση του Alan Moore με την DC έχει διακοπεί, ενώ παράλληλα μια ιδέα στριφογυρίζει διαρκώς στο μυαλό του∙ η δημιουργία μιας ιστορίας με επίκεντρο κάποια δολοφονία. Επηρεασμένος από τον ολιστικό ντετέκτιβ του Douglas Adam, Dirk Gently, o Moore δεν επιδίωκε μια τυπική επίλυση του μυστηρίου που θα κλιμακωνόταν με την αποκάλυψη του δολοφόνου, αλλά ενδιαφερόταν για τις κοινωνικο-πολιτικές συνθήκες μέσα στις οποίες έλαβε χώρα το έγκλημα.

Αναζητώντας κάποιο έγκλημα που θα αποδεικνυόταν ταιριαστό στην παραπάνω προσέγγιση, ο Moore έπεσε πάνω στον Τζακ τον Αντεροβγάλτη, αν και αρχικά η περίπτωση του τού φάνηκε αδιάφορη, θεωρώντας την εξαιρετικά προφανή επιλογή. Εντούτοις, όσο βυθιζόταν στις πληροφορίες και (κυρίως) στις αμέτρητες θεωρίες που περιτριγύριζαν το αταυτοποίητο πρόσωπο του Τζακ, τόσο περισσότερο πίστευε πως η περίπτωση του ταίριαζε γάντι σε αυτό που είχε κατά νου. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την μεταστροφή έπαιξε το βιβλίο του Stephen Knight, Jack The Ripper – The Final Solution, το οποίο πρότεινε μια θεωρία που, αν και ήδη είχε καταρριφθεί, αποτέλεσε την σημαντικότερη έμπνευση για τον Moore. Σύμφωνα με τον Knight, ο διαβόητος δολοφόνος ήταν ο χειρουργός της βασίλισσας, Sir William Withey Gull, ο οποίος ανέλαβε να σκοτώσει τις πέντε πόρνες που απειλούσαν να αποκαλύψουν πως ο εγγονός της βασίλισσας είχε νόθο τέκνο με μια από αυτές. Βασισμένος, λοιπόν, σε αυτή τη θεωρία και προσθέτοντας όποια πληροφορία του φαινόταν ενδιαφέρουσα, όσο άσχετη και αν φάνταζε αρχικά, ο Moore έχτισε σταδιακά ένα γιγαντιαίο αφηγηματικό οικοδόμημα που κατέληξε να είναι μια απ’ τις πιο φιλόδοξες δουλειές της πλούσιας καριέρας του και δικαίως θεωρείται πλέον μια από τις κορυφαίες κυκλοφορίες της δεκαετίες του ’90.

Η πρωτοτυπία, η τόλμη και η φιλοδοξία του From Hell αποτυπώνεται γλαφυρά στην ανορθόδοξη δομή της ιστορίας. Από τον πρόλογο που μας συστήνει σε δύο προσωρινά άγνωστους ηλικιωμένους χαρακτήρες που συζητάνε για πράγματα ακατανόητα στον νεοεισερχόμενο αναγνώστη κι απ’ την πρόωρη αποκάλυψη του δολοφόνου μέχρι την αργοπορημένη έλευση της πρώτης δολοφονίας, της οποίας προηγήθηκε μια ενδελεχής περιήγηση στη λονδρέζικη αρχιτεκτονική, το From Hell βρίθει αφηγηματικών που εύκολα μπορούσαν να αποδειχθούν καταστροφικές. Μάλιστα, το επίτευγμα του συγκεκριμένου κόμικ φαντάζει ακόμα εντυπωσιακότερο, αν λάβουμε υπόψη πως όλα αυτά δεν παρουσιάστηκαν απευθείας σ’ έναν μαζεμένο τόμο, αλλά πέρασαν από μια μικρή εκδοτική οδύσσεια με πολλαπλές καθυστερήσεις. Τα πρώτα τεύχη της ιστορίας πρωτοδημοσιεύτηκαν το 1991 στις σελίδες του ανθολογικού περιοδικού Taboo υπό την επίβλεψη του Steve Bissette, αλλά χρειάστηκε να φτάσουμε στο 1999 προκειμένου το πυκνογραμμένο κόμικ να κυκλοφορήσει μαζεμένο, συνοδευόμενο μάλιστα από λεπτομερείς σημειώσεις του Moore που διεκδικούν ένα κείμενο αποκλειστικά αφιερωμένο σε αυτές.

Μωσαϊκό μιας κοινωνίας

Η πυκνή και αργόσυρτη γραφή του Moore παρουσιάζει με όσο το δυνατόν πληρέστερο τρόπο τη ζωή των μελών της βικτωριανής κοινωνίας, αλλάζοντας διαρκώς οπτικές αφήγησης και μπλέκοντας τη ζωή δεκάδων χαρακτήρων. Οι πέντε γυναίκες αποκτούν υπόσταση πέρα από εκείνη των θυμάτων και παρ’ ότι πόρνες, δεν αντιμετωπίζονται με υποτίμηση, αλλά ως τίμια μέλη του προλεταριάτου που προσπαθούν να επιβιώσουν από το εκμεταλλευτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ζουν. Έχουν προσωπική ζωή, σχέσεις, φιλίες∙ είναι ολοκληρωμένα άτομα με δικές τους επιθυμίες και ανάγκες. Ο αστυνόμος που έχει αναλάβει την υπόθεση παρουσιάζεται ολοένα και πιο φθαρμένος τόσο από την πίεση που συνοδεύει η ανάληψη μιας υπόθεσης παρόμοιας κλίμακας, όσο και από τους ηθικούς συμβιβασμούς που καλείται να κάνει στην πορεία των ερευνών, ενώ ο Gull είναι ο μοναδικός που δεν φαίνεται να ταράζεται διόλου από τα γεγονότα. Πεπεισμένος πως η δολοφονική του δράση ξεπερνάει τα όρια μιας απλής κάλυψης ενός μυστικού, αλλά συμβάλλει στη διατήρηση της κοσμικής ισορροπίας και της αρσενικής κυριαρχίας επί των γυναικείων σωμάτων, ο Gull εκφράζει έναν συνδυασμό (πρώιμης) καπιταλιστικής και πατριαρχικής καταπίεσης, η οποία αναζητά αυτοεκπληρούμενες προφητείες για να παρουσιάζεται ως μονόδρομος της ανθρώπινης ύπαρξης. Υπό αυτό το πρίσμα, οι δολοφονίες του ξεπερνούν τα όρια των αποτρόπαιων πράξεων (και στην πραγματικότητα ποτέ δεν αποτυπώνονται ως τέτοιες), αλλά μετατρέπονται σε ξόρκια με την απαραίτητη τελετουργική προεργασία. Ενδεικτική είναι η τελευταία δολοφονία, στην οποία ο Moore και ο Campbell αφιερώνουν σχεδόν μισή ντουζίνα σελίδων, εστιάζοντας σε κάθε αποκρουστικό βήμα της διαδικασίας, βάζοντας μας στη θέση του Gull, ο οποίος όμως διατηρεί μια τρομακτική αποστασιοποίηση και τερατώδη ψυχραιμία.

Η βικτωριανή εποχή, προάγγελος του 20ου αιώνα

Το φινάλε της ιστορίας και το ταξίδι του Gull στο χρόνο ενισχύει ακόμα περισσότερο την αίσθηση των δολοφονιών ως ξόρκια, αφού είναι λες και αυτές οι πέντε δολοφονίες άνοιξαν τον ασκό του Αιόλου για οποιοδήποτε δεινό ακολούθησε στον επόμενο αιώνα, λες και το περιπλανώμενο φάντασμα του Gull ενέπνευσε κάθε αποτρόπαιο έγκλημα που ακολούθησε. Ωστόσο, ο Moore δεν σταματά εκεί, αλλά μετατρέπει την Βικτωριανή εποχή σε έναν καθρέφτη των δικών μας, σύγχρονων κοινωνιών. Όπως γράφει και ο Moore στον εκτενή επίλογο του βιβλίου:

Με πολλούς τρόπους, αισθάνομαι ότι τα τέλη του 19ου αιώνα περιέχουν τους σπόρους του 20ου, όχι μόνο στο πεδίο της πολιτικής και της τεχνολογίας, αλλά και στην τέχνη και τη φιλοσοφία. Αυτή η ιδέα [..]είναι κεντρική στο From Hell.

Αν και γραμμένο τη δεκαετία του ’90, το From Hell συνομιλεί άμεσα με το σήμερα των fake news, των θεωριών συνωμοσίας και του ρατσισμού. Δημοσιογράφοι που γράφουν στο όνομα του Jack, μόνο και μόνο για να εκμεταλλευτούν το ενδιαφέρον που έχει εμφανιστεί γύρω από τις δολοφονίες και να αυξήσουν τις πωλήσεις των κίτρινων φυλλάδων τους. Νεαροί άνδρες που υποδύονται με τρομακτική θέρμη τον δολοφόνο μέσα από την αλληλογραφία τους, αναζητώντας μάλλον μια ευκαιρία για δημοσιότητα, εκφράζοντας τα καταπιεσμένα μισογυνιστικά τους αισθήματα. Απλός κόσμος που μαζεύεται για να φωτογραφηθεί (με τα μέσα της εποχής) γύρω από τα πτώματα λες και επρόκειτο για αξιοθέατο. Αστυνομικοί που κατηγορούν για τα εγκλήματα μια ομάδα περιφερόμενων Ινδιάνων που είχαν έρθει για παραστάσεις στο Λονδίνο, διότι μόνο αυτοί οι βάρβαροι θα μπορούσαν να επιδωθούν σε πράξεις τόσο απάνθρωπες. Και μια ελίτ έτοιμη να κάνει τα πάντα προκειμένου να διατηρήσει την ισχύ της μέσα σε έναν κόσμο που αλλάζει είναι μερικά μόνο από τα χαρακτηριστικά μιας κοινωνίας βαθειά εκμεταλλευτικής και καταπιεστικής, συνένοχης σε απάνθρωπα εγκλήματα.

Η χωρική αποτύπωση της καταπίεσης

Η σφαιρική θεώρηση του Moore ολοκληρώνεται με τα σχόλια που ασκεί όχι μόνο για τα μέλη που απαρτίζουν την κοινωνία, αλλά και για το περιβάλλον μέσα στο οποίο κατοικούν. Σε μια από τις πιο χαρακτηριστικές σκηνές του βιβλίου, ο Gull τριγυρίζει με τον βοηθό του στο Λονδίνο, εξηγώντας του τα κρυμμένα του μυστικά, τα αρχιτεκτονικά στοιχεία που φανερώνουν την προσπάθεια να τιθευτεί το θηλυκό πνεύμα υπό την αρσενική κυριαρχία. Η περιήγησή τους φλερτάρει με μια ψυχογεωγραφική ανάγνωση της πόλης, δηλαδή μια ανάγνωση που δεν περιορίζεται μονάχα σε μια ορθολογική αντιμετώπιση της, όπως την στείρα καταγραφή των λειτουργιών, αλλά προσπαθεί να αναδείξει το πνεύμα της, εκείνες τις μικρές λεπτομέρειες που φανερώνουν το υποσυνείδητό της. Ωστόσο, σε αντίθεση με τους Καταστασιακούς που εισήγαγαν αυτή την αντίληψη της πόλης ως αντίδραση στην μοντερνιστική προσέγγιση με σκοπό να ανατρέψουν την κυρίαρχη ιδεολογία, ο Gull συνθέτει ένα αφήγημα προκειμένου να πείσει πρώτα απ’ όλα τον ίδιο του τον εαυτό πως οι πράξεις του επιβάλλονται από έναν ανώτερο σκοπό, τον οποίον καμιά δύναμη δεν μπορεί να ανατρέψει (ευτυχώς, ένα από τα τελευταία καρέ, όπου μια γυναίκα βλέπει και διώχνει το πνεύμα του Gull, αφήνει μια χαραμάδα αισιοδοξίας)  και τελικά να συνεχίσει να αναπαράγει τις σχέσεις εξουσίας, των οποίων άλλωστε αποτελεί τραγικό γρανάζι.

To δυσπρόσιτο σχέδιο του Eddie Campbell

Αν όλα τα παραπάνω διαμορφώνουν ένα ανάγνωσμα με υψηλές απαιτήσεις, το σχέδιο δυσκολεύει ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Ωστόσο, αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Πιστό στην underground φύση του κόμικ, το σχέδιο του Alec Campbell μάλλον θεωρείται δυσπρόσιτο και άσχημο με τα δεδομένα των πιο τυπικών παραδειγμάτων του μέσου. Ασπρόμαυρο σχέδιο. Γραμμές που φαντάζουν μισοτελειωμένες. Πρόσωπα που είναι αδύνατο να διακρίνεις βασικά αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά. Ένα χάος!

Σαφώς, οι παραπάνω περιγραφές μάλλον δεν απέχουν ιδιαίτερα από την αλήθεια, ωστόσο η αισθητική που επιλέγει ο Campbell συντροφεύει ιδανικά το κείμενο του Moore. Οι σκληρές γραμμές του, ένας φόρος τιμής στις γκραβούρες της εποχής, μπορεί να δυσκολεύουν την αναγνώριση προσώπων ή καταστάσεων, αλλά ζωντανεύουν το υποφωτισμένο περιβάλλον του αστικού Λονδίνου. Το (φαινομενικά) ατελές οπτικό αποτέλεσμα και η δυσκολία που προκαλεί στην ανάγνωση καταφέρνει να αποτυπώσει κατά κάποιον τρόπο τη ζωή στους βρώμικους, χωμάτινους δρόμους της πόλης που άρχισε να πνίγεται από τους καπνούς των πρώτων βιομηχανιών. Κοιτώντας τα καρέ του Campbell νιώθεις την λάσπη και την υγρασία στο δέρμα σου, την αποπνιχτική ατμόσφαιρα από τα εργοστάσια∙ μεταφέρεσαι μέσα στην ιστορία. Τα πρόσωπα παύουν να ξεχωρίζουν, με παρόμοιο τρόπο που το σύγχρονο αστικό τοπίο αποξενώνει τους κατοίκους, διαμορφώνοντας μονάδες ξένες ανάμεσα σε ξένους (το οποίο εκμεταλλεύεται έξυπνα κι ο ίδιος ο Moore προς το τέλος του βιβλίου). Εν ολίγοις, σε έναν πρώτο βαθμό, το σχέδιο του Campbell μετατρέπει το αστικό περιβάλλον σε έναν ξεχωριστό χαρακτήρα, δικαίως αν αναλογιστούμε τις προθέσεις του Moore.

Επιπλέον, αυτή η σχεδιαστική ασάφεια ενισχύει και την ατμόσφαιρα της ιστορίας. Τα εγκλήματα, ακόμα και όταν παρουσιάζονται με εντατική λεπτομέρεια διατηρούν έναν βαθμό αμφισυμίας, αποκρύπτουν σημαντικές λεπτομέρειες, επιτρέποντας στη φαντασία του κοινού να πλάσει στο μυαλό τους ο, τι φρικαλεότητα μπορεί να φανταστεί, συμμετέχοντας τελικά το ίδιο στα εγκλήματα. Άλλωστε, όπως υπονοεί και ένα σπάσιμο του τέταρτου τοίχου προς το τέλος, όλα τα άτομα μιας κοινωνίας, άρα και οι αναγνώστες, είναι συνένοχα σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό.

Αν και σαφώς πιο δύστροπο από τις μέχρι τότε δουλειές του Moore, το From Hell ελάχιστα διαφέρει από αυτές. Η γραφή, η εμμονή με την πιστότητα στις διαλέκτους της εποχής, η διάθεση για αποδόμηση, όχι ενός είδους, αλλά αυτή τη φορά μιας ολόκληρης κοινωνίας, οι πολιτικοί σχολιασμοί και η εστίαση στην καθημερινή ζωή των δεκάδων χαρακτήρων, αλλά και εισαγωγή μεταφυσικών στοιχείων σε μια έντονα ρεαλιστική αφήγηση είναι χαρακτηριστικά που επανέρχονται διαρκώς στο έργο του Moore. Ωστόσο, αυτή τη φορά μοιάζουν πιο εφιαλτικά, πιο αληθινά, πιο σκληρά και εν τέλει πιο καθηλωτικά. Διότι παρά την εγγενή δυσκολία που το χαρακτήριζει, το From Hell και ο απόκοσμος κόσμος του που ζωντανεύει μέσα από τις σκληρές γραμμές του Eddie Campbell, χαράσσονται στη μνήμη, ακριβώς όπως και οι δολοφονίες του Jack δεν έχουν πάψει να μας απασχολούν, τόσους αιώνες μετά.

Σχόλια

Your email address will not be published.