Είναι δύσκολο να περιγράψεις σε κάποιον το Good Luck, Have Fun, Don’t Die, τη νέα ταινία του Gore Verbinski, και να μην σκεφτεί πως πάσχει από οξεία τεχνοφοβία και γεροντίαση. Και πώς να συμβεί το αντίθετο, όταν η πλοκή αφορά έναν άνδρα (Sam Rockwell) που ταξιδεύει στο παρελθόν, δηλαδή στο παρόν μας, για να στρατολογήσει μισή ντουζίνα θαμώνων ενός diner με σκοπό να αποτρέψει την κυριαρχία της Τεχνητής Νοημοσύνης;
Ευτυχώς, ο Verbinski αποφεύγει αυτή την παγίδα, έχοντας για κύριο όπλο τη διασκέδαση. Ναι, η ταινία του δεν κρύβει την αλλεργία της απέναντι στις καταστροφικές συνέπειες της σύγχρονης τεχνολογίας (και η επίθεση της στη ζομπιοποιημένη νέα γενιά είναι γαργαλιστική, όσο κι αν φλερτάρει με τον συντηρητισμό), αλλά το κάνει με μπρίο, έξυπνο χιούμορ, εντυπωσιακά σκηνικά που δεν φοβούνται την υπερβολή και έναν Sam Rockwell σε τρελά κέφια να δίνει τον ρυθμό σε μια ταινία που τολμάει να αναμετρηθεί με ριψοκίνδυνες ιδέες, όπως το ζήτημα των ένοπλων επιθέσεων στα σχολεία, οι οποίες τελικά προσθέτουν επιπλέον πόντους στο σύνολο, ακόμα και αν ωθούν τη συνοχή της αφήγησης στα όριά της.
Κι όταν η ταινία στρέφει τα βέλη της στη σύγχρονη τεχνολογία, αντιλαμβάνεται μεν τη σαγήνη των υποσχέσεων της για υπέρβαση του θανάτου και τη δημιουργία μιας ουτοπίας όπου ο πόνος και η δυστυχία θα απουσιάζουν, όμως επιμένει πως όλα αυτά, όχι μόνο είναι φούμαρα, αλλά απαιτούν τη θυσία της ελευθερίας μας. Προφανώς, η κριτική της απέναντι στην κυριαρχία της τεχνολογίας δεν σκάβει όσο βαθιά απαιτεί το θέμα, αλλά είναι όσο ευρηματική και ουσιώδης επιτρέπει το μπλοκμπαστερικό πλαίσιο, υπενθυμίζοντας μια απλή, άβολη, αλλά δυστυχώς χειροπιαστή πραγματικότητα∙ με τη σημερινή της μορφή, η τεχνολογία περισσότερο αποβλακώνει, παρά απελευθερώνει και πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αυτό που είναι: ένα εθιστικό ναρκωτικό.
Και επειδή ο Verbinski είναι μάστορας και λάτρης του κινηματογράφου, τα πάντα εκτελούνται με τεχνική και αισθητική αρτιότητα, αλλά και μπόλικες κινηματογραφικές αναφορές που φτάνουν μέχρι και τα Toy Story (!). Μοναδικό σοβαρό στραβοπάτημα είναι η κλιμάκωση της ταινίας, το σημείο δηλαδή που το σενάριο του Matthew Robinson αποφασίζει να γίνει αχρείαστα επεξηγηματικό, να σερβίρει ως ανατροπή μια πληροφορία που φαινόταν από χιλιόμετρα και να οδηγηθεί σε ένα ταιριαστά σκοτεινό φινάλε που όμως δεν βγάζει ιδιαίτερο νόημα (και μάλλον αφήνει υπόνοιες για συνέχεια).
Σε κάθε περίπτωση, το Good Luck, Have Fun, Don’t Die πετυχαίνει τους στόχους του. Παρ’ ότι βαρυφορτωμένο με ιδέες, το αποτέλεσμα λειτουργεί και η ταινία προσφέρει απλόχερα θέαμα, καλογυρισμένη δράση και μερικές (απαισιόδοξες) σκέψεις για το παρόν και το μέλλον της ανθρωπότητας.


















