/

Honor Society: Η αριστεία θέλει θυσίες

Honor Society
HONOR SOCIETY -- Angourie Rice as Honor Rose in Honor Society streaming on Paramount+. Photo: Michael Courtney/Nickelodeon/Paramount+©2022 Viacom International Inc. All Rights Reserved.

Η Honor είναι μια άριστη μαθήτρια ενός τελειωμένου λυκείου σε μια ξεχασμένη από τον Θεό κωμόπολη που εδώ και χρόνια έχει θέσει σε εφαρμογή το σχέδιο της για να περάσει στο Harvard. Ωστόσο, τα πλάνα της ανατρέπονται όταν μαθαίνει πως εκτός από την ίδια, υπάρχουν άλλοι 4 «ανταγωνιστές» που απειλούν να της κλέψουν την πολυπόθητη θέση με αποτέλεσμα να μην της αφήνουν άλλα περιθώρια παρά να τους καταστρέψει. Για να τα καταφέρει, στήνει τέσσερις πλεκτάνες, μια για το κάθε θύμα. Ωστόσο, η δυσκολότερη όλων αποδεικνύεται εκείνη που απαιτεί τη γοητεία του κακομούτσουνου, nerd τύπου που όλοι αποφεύγουν, καθώς στην προσπάθεια να του τραβήξει την προσοχή, θα συμβεί κάτι αναπάντεχο…

Επιδεικνύοντας με καμάρι τις αναφορές από αντίστοιχες εφηβικές ταινίες των ‘90s, το Honor Society ξεχειλίζει κυνισμό χάρη στην άκρως αντιπαθητική πρωταγωνίστριά του και την αλαζονεία της για οποιονδήποτε ανθρώπινο ον δεν μπορεί ή δεν επιθυμεί να περάσει στο Harvard. Η Honor υποτιμά τις ταπεινές ταξικές καταβολές της και δεν υπάρχει κοινωνική της σχέση που να μην υποκινείται από κάποιο όφελος. Ωστόσο είναι η γεμάτη μπρίο και ενέργεια για μηχανορραφίες ερμηνεία της Angourie Rice (Mare of Easttown) που καταφέρνει να διατηρήσει ζωντανό το ενδιαφέρον για μια κατά τ’ άλλα μισητή προσωπικότητα.

Honor Society

Βέβαια, η ταινία αρχίζει σταδιακά να αποκαλύπτει και τις υπόλοιπες χάρες της. Η αρχή είναι λίγο δύσκολη εξαιτίας του εκτεταμένου σπασίματος του τέταρτου τοίχου που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν θα υπάρξουν έστω και λίγοι διάλογοι, αλλά σιγά σιγά, τα γοητευτικά κλισέ αρχίζουν να αντικαθίστανται από αναπάντεχες εξελίξεις σε όλα τα μέτωπα. Βέβαια, κεντρικό ρόλο διατηρεί η «σχέση» που αναπτύσσει η Honor με τον μοναχικό nerd συμμαθητή της, τον Michael του Gaten Matarazzo (Stranger Things) και η οποία σύντομα θα την φέρει σε δύσκολη θέση.

Ο συμπαθέστατος Matarazzo ισορροπεί ιδανικά ανάμεσα στην κλασική φιγούρα του nerd και των νέων ιδεών που εισάγει η ταινία, αποτελώντας μονάχα μια πτυχή των ικανότατων ηθοποιών που πλαισιώνουν την Rice και καταφέρνουν να προσδώσουν ζωή σε -ως επί το πλείστων- συμπαθέστατους χαρακτήρες.

Σύμμαχος σε αυτή την αποστολή και το σενάριο, το οποίο ναι μεν κλέβει τις εντυπώσεις χάρη στις διάσπαρτες εκπλήξεις του, αλλά στο μεταξύ έχει αφήσει τον κατάλληλο χώρο σε όλους να αναπνεύσουν, να αποκαλυφθούν τόσο όσο χρειάζεται ώστε να νοιαστούμε για εκείνους όταν χρειαστεί, οδηγώντας σε ένα γλυκόπικρο φινάλε, το οποίο αποφεύγει τον διδακτισμό ή την μελοδραματικότητα. Καθοριστικό ρόλο σε τούτο το επίτευγμα, παίζει και η ζωηρή σκηνοθεσία της πρωτοεμφανιζόμενης Oran Zegman, η οποία γνωρίζει ακριβώς το ύφος που θέλει να πετύχει – ούτε υποτιμά την ιστορία, αλλά ούτε την παίρνει πιο σοβαρά απ’ όσο αντέχει η ίδια.

Κάπως έτσι, προκύπτει μια αναπάντεχα διασκεδαστική ταινία που ισορροπεί με χάρη ανάμεσα στη νοσταλγία και τη φρεσκάδα, σχολιάζοντας με εύστοχο τρόπο το (αυτό)καταστροφικό κυνήγι της επιτυχίας, η οποία άλλωστε μπορεί να βρεθεί εκεί που δεν το περιμένεις.

Σχόλια

Your email address will not be published.