/

i’ m thinking of ending things: σε ποιόν ανήκουν οι σκέψεις μας;

Ο Charlie Kaufman είναι ιδιαίτερη περίπτωση. Παρ’ ότι συστήθηκε στο ευρύ κοινό ως σεναριογράφος, κατάφερε ήδη από εκείνη την περίοδο της καριέρας του να κερδίσει τη στάμπα του auteur, όρος που συνήθως ταυτίζεται με σκηνοθέτες. Μια ματιά όμως στα σενάρια των ταινιών όπως τα Being John Malkovich ή The Eternal Sunshine of the Spotless Mind αποκαλύπτει ένα κοινό μοτίβο που δικαιολογεί πλήρως αυτό τον χαρακτηρισμό – εκκεντρικές ιδέες, σουρεαλισμός και καταβύθιση στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση και στις σχέσεις που αναπτύσσουν τα άτομα μεταξύ τους. Όταν επέλεξε να αναλάβει και τη σκηνοθεσία των σεναρίων του, το αποτέλεσμα αποδείχθηκε ακόμα πιο εκκεντρικό χαρίζοντάς μας σπουδαίες κινηματογραφικές στιγμές, όπως το Synecdoche, New York ή το Anomalisa, για το οποίο μιλήσαμε πρόσφατα.

Φέτος και ύστερα από πέντε χρόνια απουσίας, ο Kaufman επέστρεψε στα κινηματογραφικά δρώμενα, με την ταινία i’ m thinking of ending things. Βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Ian Raid, η ταινία εστιάζει στη συνάντηση της κοπέλας του Jake με τους γονείς του και αποτελείται από τρία διακριτά μέρη – τον πηγαιμό προς το πατρικό, το δείπνο με τους γονείς και την επιστροφή του ζευγαριού. Ωστόσο, όπως κάθε ταινία του Kaufman, έτσι κι αυτή δεν μπορεί να γίνει κατανοητή από την εκ φύσεως περιοριστική σύνοψη, αφού καταλήγει να θίγει μια πλειάδα ζητημάτων, φιλτράροντάς τα μέσα από την οπτική διάφορων κινηματογραφικών ειδών.

Στην εισαγωγή της ταινίας, όσο η κοπέλα του Jake μοιράζεται μαζί με τους θεατές διάφορες σκέψεις, παραθέτει μια ατάκα του αγοριού της. “Η σκέψη είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα, απ’ ότι η πράξη. Μπορείς να υποδυθείς τα πάντα, αλλά δεν μπορείς να υποδύεσαι μια σκέψη. Μ’ αυτόν τον τρόπο, ο Kaufman μας εισάγει -δίχως να είναι απόλυτα κατανοητό εκείνη τη στιγμή- σε μια από τις βασικές ιδέες της ταινίας – τη φύση των σκέψεων, την προέλευση τους και την πιθανότητα εκείνες να εκφράζουν μια πιο ειλικρινή πτυχή του εαυτού μας. Αυτά τα ερωτήματα διερευνώνται κυρίως, αλλά όχι αποκλειστικά, μέσω της πρωταγωνίστριας, η οποία εξ’ αρχής δηλώνει πως ενώ σκέφτεται να βάλει ένα τέλος στη σχέση της, επιλέγει για κάποιον απροσδιόριστο λόγο, μάλλον από περιέργεια, να συναντήσει τους γονείς του Jake. Πολύ ταιριαστά, λοιπόν, σ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας είναι διάχυτη μια κλειστοφοβική ατμόσφαιρα.

Δείτε για παράδειγμα, τον τρόπο που κινηματογραφεί ο Kaufman και ο διευθυντής φωτογραφίας του το road trip του ζευγαριού – σφιχτό καδράρισμα, κοντινά πλάνα στα πρόσωπα του ζευγαριού, ελάχιστα εξωτερικά, τα οποία σε συνδυασμό με την έντονη χιονόπτωση δίνουν την αίσθηση πως το όχημα μένει ακίνητο, ενώ ο περιοδικός ρυθμός του ήχου των υαλοκαθαριστήρων φαντάζει σαν ρολόι που υπενθυμίζει το πέρασμα του χρόνου. Το ζευγάρι μένει εγκλωβισμένο σ’ ένα μικρό, άβολο αυτοκίνητο, σε μια σχέση που συντηρείται λόγω αδράνειας, προσφέροντας μια επίπλαστη αίσθηση ασφάλειας.

Σταδιακά, η εξερεύνηση του χάσματος ανάμεσα στη σκέψη και την πράξη, αντικαθίσταται από ένα άλλο, επίσης εξαιρετικά ενδιαφέρον ερώτημα – αν οι σκέψεις μας είναι η πιο ειλικρινής έκφραση του εαυτού μας, πώς ξέρουμε ότι είναι όντως δικές μας και δεν ανήκουν σε άλλους; Άλλωστε, όπως έχει πει και ο Oscar Wilde: “Οι περισσότεροι είναι άλλοι. Οι σκέψεις τους είναι η γνώμη άλλου. Οι ζωές τους μίμηση, τα πάθη τους παράθεση”. Όντως, αυτή η παράθεση, που έρχεται κάπου στα μέσα της ταινίας, μοιάζει να περιγράφει την υπαρξιακή κρίση της πρωταγωνίστρια μας, της οποίας η ταυτότητα αλλοιώνεται διαρκως, σύμφωνα με τις διαθέσεις του Jake. Το πατρικό του της θυμίζει το δικό της σπίτι -μήπως είναι το ίδιο;-, λίγο αργότερα, όταν αντiκρίζει μια φωτογραφία του Jake απ’ όταν ήταν παιδί, νομίζει πως βλέπει μια δικιά της φωτογραφία -τι στο καλό συμβαίνει; Το όνομα της αλλάζει διαρκώς με τον Jake να της προσδίδει τουλάχιστον τρία διαφορετικά ονόματα, ακριβώς όπως κάνει και με την επαγγελματική της ενασχόληση ή τα χόμπι της. Άραγε, είναι φυσικός, ζωγράφος, ή ποιήτρια; Ακόμα χειρότερα, το σενάριο υπονοεί πως ο Jake μπορεί να ακούει τις σκέψεις της, το μοναδικό πράγμα που θα έπρεπε να είναι ολόδικό της. Μήπως τελικά δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια φαντασίωση του Jake, μια εξιδανικευμένη εικόνα της τέλειας γυναίκας – όμορφης, γλυκιάς, δυναμικής και με ενδιαφέροντα που άπτονται διαφορετικών πεδίων;

Βέβαια, το ότι η κοπέλα του Jake καθορίζεται από τις σκέψεις του, δεν σημαίνει πως ο ίδιος ο Jake αποτελείται από πραγματικά δικές του σκέψεις και ιδέες και όλη η τρίτη πράξη είναι εμβάθυνση σε αυτήν ακριβώς την ιδέα. Όσο φτάνουμε προς το τέλος, αποδεικνύεται πως οι σκέψεις και οι επιθυμίες του έχουν “μολυνθεί” από την ποπ κουλτούρα, από διαφημίσεις, από ταινίες (μια εκ των οποίον υποτίθεται πως έχει σκηνοθετήσει ο Robert Zemeckis), από άρθρα-κριτικές ταινιών. Κάποια στιγμή, η κοπέλα του Jake εκφωνεί μια ολόκληρη κριτική της Pauline Kael για την ταινία A Woman Under the Influence του, ενώ όταν συζητάνε για τον τρόπο που η ποπ κουλτούρα επηρεάζει τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, η κοπέλα του αντικαθίσταται από την πρωταγωνίστρια της ταινίας του Zemeckis! Αργότερα, η σχέση του μαζί της ξετυλίγεται στον διάδρομο ενός σχολείου σαν μέρος ενός μιούζικαλ, είδους που λατρεύει ο Jake, ενώ στο φινάλε, ο ευχαριστήριος λόγος του για μια βράβευση είναι παρμένος από το Beautiful Mind. Όλη του η ζωή είναι μια σειρά αναφορών σε δημιουργίες άλλων, επαναφέροντας στο μυαλό την ατάκα του Wilde.

Η στροφή της ταινίας, η έμφαση της στον Jake και η φαινομενική υποβάθμιση της κοπέλας του σε μια φαντασίωση θα μπορούσε να είναι καταστροφική, δίνοντας την αίσθηση πως τίποτα απ’ όσα διαδραματίστηκαν δεν έχει σημασία. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, χάρη στο προσεγμένο σενάριο του Kaufman. Η αγωνιώδης προσπάθεια της κοπέλας του Jake να φύγει από το πατρικό του, οι προβληματισμοί της για τη σχέση της και η υπαρξιακή κρίση με την οποία έρχεται αντιμέτωπη είναι αρκετά για να συνθέσουν μια πολυεπίπεδη προσωπικότητα, η οποία είτε είναι πραγματική είτε αποκύημα της φαντασίας, κερδίζει τη συμπάθεια του κοινού, το οποίο είναι πιθανό να εντοπίσει στοιχεία του εαυτού του σε εκείνη. Αντίστοιχα, το δείπνο με τους γονείς, παρ’ ότι και εκείνο φανταστικό, διαθέτει την αμηχανία κάθε αντίστοιχης περίστασης, όπου ένα άτομο καλείται να γνωρίσει τους γονείς του αγαπημένου του προσώπου, άσχετα αν ο Kaufman το φιλτράρει μέσα από το γνώριμο σουρεαλιστικό του ύφος, το οποίο ενισχύει με αρκετές δόσεις τρόμου. Εξίσου συναρπαστική, όμως, είναι και η σκηνοθεσία του Kaufman, η οποία μετατρέπει ένα κατά κύριο λόγο θεατρικό σενάριο σε μια απόλυτα κινηματογραφική εμπειρία. Το κοφτό μοντάζ, η καθοριστική συμβολή του ήχου, τα χρονικά άλματα, η απότομη κίνηση της κάμερας, όλα συντελούν στη δημιουργία μιας εμπειρίας που μόνο ένας οραματιστής auteur μπορεί να προσφέρει.

Αν ο ένας στυλοβάτης της ταινίας είναι το καλλιτεχνικό όραμα του Kaufman, ο άλλος είναι οι συναρπαστικές ερμηνείες των ηθοποιών. Η υπέροχη Jessie Buckley (Chernobyl) ανταποκρίνεται με συγκλονιστικό τρόπο στις αλλαγές του ρόλου της. Δυναμική, σαστισμένη, τρομαγμένη, αγνά ενθουσιασμένη ή χαμένη στις σκέψεις της, η Buckley είναι η πρωταγωνίστρια. Στο πλάι της, στέκεται περήφανα ο Jesse Plemons (Fargo, Black Mirror) σε ένα ρόλο που φαντάζει υποτονικός, αλλά διαθέτει διακριτικές διακυμάνσεις εκφράσεων και έντονα ξεσπάσματα.

Ωστόσο, εκείνοι που κλέβουν την παράσταση είναι οι David Thewlis (Anomalisa) και Toni Collette (Hereditary, Knives Out) ως γονείς του Jake. Υπερβολικοί, γκροτέσκοι, ανα στιγμές τρομακτικοί, φλερτάρουν με την καρικατούρα, δίχως ποτέ να ενδίδουν σε αυτήν. Περισσότερο κωμικοτραγικές, οι ερμηνείες τους προκαλούν τον οίκτο των θεατών, κουβαλώντας μια ολόκληρη θεματική της ταινίας, τη φθορά του χρόνου και τον αναπόφευκτο θάνατο. Ο, τι και να ειπωθεί για αυτά τα δύο μεγαθήρια, θα είναι λίγο.

Το πρόσφατο εγχείρημα του μόνιμα δημιουργικού Kaufman (φέτος κυκλοφόρησε και ένα γιγαντιαίο μυθιστόρημα) διαθέτει όλα τα γνωρίσματα της σπουδαίας Τέχνης – όχι μόνο αξιοποιεί στο έπακρο την κινηματογραφική γλώσσα, αλλά θέτει δύσκολα ερωτήματα για τις ανθρώπινες σχέσεις και την ίδια την ύπαρξη. Κι όλα αυτά μέσω μιας απαιτητικής αφήγησης, η οποία καταφέρνει να επικοινωνήσει τις ιδέες της, παρά την περιπλοκότητα της. Εδώ ίσως κρύβεται και η πραγματική γοητεία των ταινιών του Kaufman, οι οποίες αν και συχνά είναι δυσνόητες ή γεμάτες σουρεαλιστικές καταστάσεις, η κατανόηση τους δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά το ανθρώπινο συναίσθημα διαθέτει μόνιμα πρωταγωνιστική θέση.

Τέτοιες ταινίες μπορούν να σώσουν τον κινηματογράφο, ακόμα και αν προβάλλονται αποκλειστικά σε διαδικτυακές πλατφόρμες.

Σχόλια

Your email address will not be published.