/

I’m Not Okay With This

Μήνες μετά την αναπάντεχη αυτοκτονία του πατέρα της, η έφηβη Sydney προσπαθεί να προχωρήσει τη ζωή της, ωστόσο αυτό δεν είναι αρκετά εύκολο. Η σχέση της με την μητέρα της είναι εκρηκτική με κάθε τους κουβέντα να καταλήγει σε τσακωμό, η κολλητή της τα έφτιαξε με τον εκνευριστικό ομορφονιό του σχολείου, ελαχιστοποιώντας τον χρόνο που περνάει μαζί της, ενώ -σα να μην έφταναν όλα αυτά- ανακαλύπτει πως έχει τηλεκινητές δυνάμεις, οι οποίες όμως εμφανίζονται μονάχα σε στιγμές έντονου άγχους ή και νεύρων, οπότε αδυνατεί να τις ελέγξει.

Το I’m Not Okay With This βασίζεται στο ομώνυμο κόμικ του Charles Forsman, ενώ μεταφέρθηκε σε τηλεοπτική σειρά από τον Jonathan Entwistle, γνωστό στο ευρύ κοινό από τη δημιουργία της επίσης εφηβικής σειράς The End of The F***ing World (το οποίο βασίζεται και εκείνο σε ομώνυμο κόμικ του Forsman). Όντως, οι ομοιότητες των δύο σειρών γίνονται άμεσα εμφανείς, από την χΊπστερ αισθητική και την έντονη χρήση μουσικής μέχρι τους εσωτερικούς μονολόγους και το ευρύτερο ύφος που μοιράζονται οι δύο σειρές. Η φετινή σειρά όμως δανείζεται αρκετά στοιχεία και από τις επιδραστικότατες εφηβικές σειρές του John Hughes, αλλά και από ιστορίες του Stephen King, όπως το Carrie, δημιουργώντας κάποια σημαντικά ερωτήματα για την ταυτότητα του. Με μια γρήγορη ματιά λοιπόν, η σειρά μοιάζει να μην έχει να προσφέρει κάτι το καινούριο, οπότε η παρακολούθηση της να μοιάζει αποτρεπτική.

Όντως, το σενάριο δεν είναι αρκετά πρωτότυπο, οι ανατροπές δεν είναι ιδιαίτερα ανατρεπτικές, ενώ οι ερμηνείες -πέρα από δύο εξαιρέσεις- δυσκολεύονται να πείσουν σε κρίσιμα σημεία, όπως εκείνο στο οποίο η μητέρα της Sydney ξεσπάει σε λυγμούς. Με άλλα λόγια, η πρώτη σεζόν δεν είναι ικανή να μετατρέψει τη σειρά στο επόμενο τηλεοπτικό χιτ για εφήβους, αλλά εμείς είμαστε πολύ οκέι μαζί της. Σημαντική είναι η επιλογή της Sophia Lillis (It: Chapter 1 & 2) στο ρόλο της Sydney, αφού καταφέρνει να μεταφέρει στους θεατές την απόγνωση του χαρακτήρα της, υποχρεώνοντας τους θεατές να ταυτιστούν μαζί της.

Ακόμα πιο συναρπαστικός και ενδιαφέρων αποδεικνύεται ο Stanley του Wyatt Oleff (και εκείνος από το It), ως ο συμπαθέστατος και αναπάντεχα κουλ γείτονας της Sydney, ο οποίος καταφέρνει να κερδίσει με ευκολία τη συμπάθεια των γύρω του εκπέμποντας μια υπόγεια γοητεία, ενώ είναι από τους λίγους που δείχνει ουσιαστικό ενδιαφέρον για τα προβλήματα και τις ικανότητες της νέας του φίλης. Μεγάλο μέρος της επιτυχίας της σειράς, λοιπόν, εντοπίζεται στη χημεία των δύο ηθοποιών που καταφέρνουν να σηκώσουν το μεγαλύτερο μέρος της σειράς στις πλάτες τους, κάνοντας αισθητά πιο ευχάριστη μια πλοκή που σίγουρα δεν ξεχωρίζει για την πρωτοτυπία της.

Το πιο εντυπωσιακό όμως με τη σειρά είναι ο τρόπος που χειρίζεται τις μικρές λεπτομέρειες γύρω από τις ερωτικές σχέσεις των πρωταγωνιστών. Για παράδειγμα, ο Stanley, αν και ερωτευμένος με την Sydney, αποδέχεται με σεβασμό την ερωτική απόρριψη, παραμένοντας ωστόσο στο πλευρό της ως ένας υποστηρικτικός φίλος, παρ’ ότι η άδικη συμπεριφορά της απέναντι του θα δικαιολογούσε μια πιο ψυχρή αντιμετώπιση.

Εξίσου ενδιαφέρον έχει και ο τρόπος με τον οποίον χειρίζεται το σενάριο την σεξουαλικότητα της Sydney. Όταν η νεαρή πρωταγωνίστρια διαπιστώνει μια αλήθεια που είτε δεν ήξερε, είτε προσπαθούσε να αγνοήσει (μάλλον το δεύτερο), η αποκάλυψη δεν μοιάζει με φτηνή προσπάθεια του σεναρίου να χαρακτηρισθεί προοδευτικό. Αντίθετα, φαντάζει ως κάτι απόλυτα αναμενόμενο, αφαιρώντας ένα βάρος τόσο από την ίδια τη Sydney, όσο και από τους θεατές κι αυτό, καθώς σ’ όλη τη διάρκεια της σεζόν η σκηνοθεσία εστίαζε στα κατάλληλα κρυφά βλέμματα, υπονοώντας πως κάποιοι χαρακτήρες διαθέτουν ερωτική έλξη μεταξύ τους, ακόμα και αν δεν το έχουν καταλάβει σε εκείνο το σημείο.

Αυτές οι μικρές λεπτομέρειες είναι εκείνες που διαφοροποιούν τη σειρά από τις δημιουργίες που φαίνεται να αποτέλεσαν βασική έμπνευσή της, αποδεικνύοντας πως είναι γνήσιο παιδί των καιρών μας. Ακόμα όμως, και αν αυτοί οι λόγοι δεν είναι πειστικοί, η μικρή διάρκεια της -μόλις επτά επεισόδια των είκοσι λεπτών- είναι ακόμη μια αφορμή να δει κανείς μια σειρά που μπορεί να μην γράψει ιστορία, ωστόσο παρακολουθείται αρκετά εύκολα και ευχάριστα.

Και ποιός ξέρει, η τελευταία σκηνή ίσως να ανοίγει το δρόμο για πολύ πιο ενδιαφέροντα πράγματα στη δεύτερη σεζόν.

Δυστυχώς, η σειρά δεν θα επιστρέψει για δεύτερη σεζόν.

Σχόλια

Your email address will not be published.