Ποιος επιλέγει τους πολίτες υπεράνω πάσης υποψίας; Ποιοι άλλοι μπορεί να είναι, αν όχι οι υπηρέτες του συστήματος, που βοηθούν το σύστημα να επεκτείνεται σε βάρος των εκ των προτέρων ένοχων; Αντίθετα, οι πολίτες υπεράνω πάσης υποψίας είναι εκ των προτέρων αθώοι. Όσο κι αν προσπαθούν να πείσουν για το αντίθετο, έχουν ήδη καταδικαστεί σε μια απελπιστική αθωότητα. Κι ας είναι αυτοί που διαπράττουν κάθε έγκλημα.
Γυρισμένο στην Ιταλία του 1970, παρόλα αυτά αισθητά επίκαιρο, το φιλμ του Ιταλού σκηνοθέτη Elio Petri Investigation of a Citizen Above Suspicion ακολουθεί, με ειρωνεία και διάθεση για πολιτικό σχολιασμό, έναν επιθεωρητή της αστυνομίας (Gian Maria Volonté), έναν άντρα, λόγω του επαγγέλματος-ασπίδα, υπεράνω πάσης υποψίας. Ο επιθεωρητής κάνει ένα κάπως διεστραμμένο πείραμα. Θέλοντας να διαπιστώσει αν πράγματι το γεγονός ότι είναι υπηρέτης του νόμου αρκεί για να τον απαλλάσσει από κάθε παράβαση, διαπράττει ένα έγκλημα, αφήνοντας τα ίχνη του παντού, μέχρι κάποιος να τον συλλάβει ή, έστω, να τον υποπτευθεί. Όμως, τα αποτελέσματα του πειράματος είναι μάλλον απογοητευτικά. Ό,τι και αν κάνει, οι άλλοι αστυνομικοί, και, περισσότερο, οι ανώτεροί του, αρνούνται να δεχτούν την παραμικρή υπόνοια υποψίας στο πρόσωπό του. Γιατί η καταστολή, για να κυριαρχήσει, βασίζεται στη συγκάλυψη.
Ο Elio Petri, ευφάνταστα, παίρνει το καφκικό αδιέξοδο του ανθρώπου που παγιδεύεται από ένα γραφειοκρατικό, ασφυκτικό καθεστώς που τον βαπτίζει ένοχο, χωρίς να υπάρχει τρόπος διαφυγής, και το εντάσσει στο σενάριό του, όμως αντιστρέφοντας τη συνθήκη. Η ιστορία του αφορά έναν εκπρόσωπο του καθεστώτος που περιγράφει ο Κάφκα. Εξιστορεί πόσο βολικά μπορεί ένας τέτοιος εκπρόσωπος να αυθαιρετεί συστηματικά χωρίς να τον σταματά κανείς. Δεν υπάρχει τρόπος διαφυγής από την αθωότητα που του δώρισαν για τις υπηρεσίες του. Πράγματι, ο επιθεωρητής μας, επικεφαλής του τμήματος πολιτικών εγκλημάτων, υπηρετεί σκληρά το κράτος. Παρακολουθεί, συλλαμβάνει, χτυπά όσους ιδεολογικά αντιτίθενται στην κυρίαρχη, άδικη τάξη πραγμάτων. Και τον χειροκροτούν. Και όταν εγκληματεί, γυρίζουν απ’ την άλλη.
Πέραν της γενναίας, σε μία Ευρώπη που ο αντικομμουνισμός και οι δικτατορίες συνεχίζονταν, σάτιρας και κριτικής, η ταινία ξεχωρίζει για την πολυεπίπεδη αφήγηση και το τεχνικό της κομμάτι. Ενώ η πλοκή εστιάζει στις αστυνομικές έρευνες μετά τη διάπραξη του εγκλήματος και στον γελοίο αγώνα του επιθεωρητή προς την αυτοενοχοποίηση, διατάσσοντας την αποφυλάκιση υπόπτων, τηλεφωνώντας στο αστυνομικό τμήμα ως δράστης χωρίς προσπάθεια να αλλοιώσει τη φωνή του, ανατρέχει συχνά στο παρελθόν, τοποθετώντας εμβόλιμα σκηνές πριν το έγκλημα. Έτσι, γνωρίζουμε, αποσπασματικά, κομμάτια του χαρακτήρα του επιθεωρητή, τα κίνητρα πίσω από την πράξη του, τον παραλογισμό στο μυαλό του, συχνά, την απόλαυση που αντλούσε από τον τρόπο που σκοτώθηκαν οι νεκροί που εντόπιζε, την ικανοποίηση να επιβάλλει την εξουσία του με κάθε ευκαιρία. Γνωρίζουμε τη συμπεριφορά του μέσα στη σχέση του με την Augusta, μία δυναμική γυναίκα που συχνά συγκρουόταν μαζί του, με την οποία, κατά τις συνευρέσεις τους, αναπαριστούσαν σκηνές φόνων, προφανώς με εκείνη να παριστάνει το θύμα και εκείνον τον δολοφόνο.
Η κάμερα κινείται γρήγορα, εστιάζει στο πρόσωπο του πρωταγωνιστή, τον ακολουθεί εμμονικά από κάθε οπτική γωνία, αλλάζοντας απότομα πλάνα, όχι τόσο για να εντείνει την αγωνία, όσο για να προσδώσει ειρωνική διάθεση στις ενέργειες του επιθεωρητή. Τα κάδρα από τα επιβλητικά κτίρια της Ρώμης, τα απρόσμενα zoom- in σε επιγραφές- σύμβολα, όπως η λέξη «δικαιοσύνη», οι απότομες εναλλαγές χρωμάτων, από το μουντό γκρι στο πορτοκαλί της αίθουσας ανάκρισης, στο σκοτάδι του σπιτιού της Augusta, συνοδεία πάντα του ανεξιχνίαστου μουσικού τοπίου του Ennio Moriccone, συνθέτουν ένα κλίμα αβεβαιότητας και σταδιακής απογοήτευσης. Φυσικά, η απέχθεια προς τον αστυνομικό και τη συγκάλυψη, επιτυγχάνεται χάρη στην ερμηνεία του Volonté. Το βλοσυρό μα ταυτόχρονα απαθές, ατάραχο ύφος του, ο κυνικός τρόπος που κινείται, αλλά και τα ανώριμα ξεσπάσματα όποτε η Augusta, στις παρελθοντικές αναδρομές, τον ξεμπροστιάζει, συνθέτουν το προφίλ ενός θρασύδειλου, υπολογιστικού όντος.
Άλλωστε, όπως επικαλείται, ευθέως πια, τον Κάφκα στο τέλος του Investigation of a Citizen Above Suspicion, ο Elio Petri έχει να πει για εκείνον, και για τους ίδιους ακριβώς με εκείνον, πως είναι υπηρέτης του νόμου και, συνεπώς, δεν κρίνεται όπως οι άλλοι άνθρωποι. Γιατί ανήκει μόνο στον νόμο. Και στο ελεύθερο που του δίνει ο νόμος να ασκεί, στο παρελθόν του και το παρόν του, βία στα σώματα των άλλων.
Η ταινία Investigation of a Citizen Above Suspicion προβάλλεται σε επανέκδοση.
Περισσότερες κριτικές ταινιών.




















