18 - Νοεμβρίου - 2025
It Was Just an Accident: Η ανάγκη συλλογικοποίησης του τραύματος

Η ταινία «It Was Just an Accident» σε σκηνοθεσία του Jafar Panahi κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα στο φετινό Φεστιβάλ Καννών.

Στιγμιότυπο από την ταινία του Jafar Panahi «It Was Just an Accident».

Η βία είναι ένας κύκλος που δεν ολοκληρώνεται. Η βία που σου ασκεί μία εξουσία επειδή την αμφισβήτησες, σε ακολουθεί όπου και να καταφύγεις. Νομίζεις ότι μπορείς να απαλλαγείς, όμως κάθε ήχος, κάθε χτύπημα, κάθε λέξη που ειπώθηκε ψιθυριστά αλλά την ένιωσες στο αυτί σου σαν έναν μικρό θάνατο, έχουν εντυπωθεί πια μέσα σου. Και η λήθη δεν έρχεται.

It Was Just an Accident, το όνομα του Xρυσού Φοίνικα του φετινού Φεστιβάλ Καννών. Κι όμως, τίποτε από όσα απεικονίζονται μέσα στην ταινία δεν ήταν απλώς ένα ατύχημα. Ο Ιρανός σκηνοθέτης Jafar Panahi κάνει πολιτικό σινεμά χωρίς διδακτισμούς, χωρίς να αναλώνεται σε μακροσκελείς επεξηγήσεις, μα με έναν τρόπο απλό και όμορφο. Μας μαθαίνει την ιστορία από τα τραύματα που άφησε στα σώματα των πρωταγωνιστών. Από το εύρος των συναισθημάτων, και την εκδήλωσή τους στην οθόνη.

Ο Vahid εργάζεται ως μηχανικός σε ένα συνεργείο σε μία πόλη του Ιράν. Ένα βράδυ, μία οικογένεια ζητά από τον συνεργάτη του να τη βοηθήσει να φτιάξει το αμάξι της, που χάλασε στον δρόμο. Εκείνος δεν τους έχει δει ακόμα, μόνο ακούει τις ομιλίες. Ξαφνικά, ακούει έναν ήχο γνώριμο, που νόμιζε πως δεν θα τον στοίχειωνε πια. Και παγώνει. Ένα τρίξιμο, ο ήχος ενός ανθρώπου με ξύλινο πόδι. Και θυμάται. Κάποτε, μαζί με άλλους σαν κι εκείνον, αγωνιζόταν ενάντια σε ένα αυταρχικό καθεστώς ωμής βίας. Και τιμωρήθηκε, ο Vahid και οι άλλοι σαν εκείνον. Συλληφθέντες ως πολιτικοί κρατούμενοι, βασανίστηκαν για μήνες.

Στιγμιότυπο από την ταινία «It Was Just an Accident» σε σκηνοθεσία Jafar Panahi.

Τώρα, ενώ προσπαθεί να βρει τον τρόπο να ξεχάσει, ο βασανιστής του βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από εκείνον. Ο βασανιστής του και ο ήχος του ξύλινου ποδιού καθώς το σέρνει στο έδαφος, κυκλοφορούν ελεύθεροι, ατιμώρητοι, σαν η βία τους να μη γεννήθηκε ποτέ. Ο Vahid αισθάνεται μίσος ανίκανο να τιθασευτεί. Και αποφασίζει να εκδικηθεί, απάγοντάς τον. Απροσδόκητα, σε αυτή του την απόφαση, δεν θα είναι μόνος. Θα τον ακολουθήσουν κάποιοι άλλοι πρώην κρατούμενοι και, όλοι μαζί, με τον βασανιστή τους κλειδωμένο στο πίσω μέρος ενός βαν, θα ενώσουν τους πόνους τους.

Ο Panahi, με επιρροές road- movie, εστιάζει στους ήρωες και τα πάθη τους. Η κάμερα, διαρκώς σε κίνηση, ακολουθεί την παράξενη πορεία τους, με τα συναισθηματικά τους σκαμπανεβάσματα, με την αγωνία τους για την κατάληξη της περιπέτειάς τους, με την ανικανότητά τους να γίνουν σαν τον βασανιστή τους. Το σενάριο βρίσκει τον χώρο να συνδυάσει κωμικά και τραγικά στοιχεία, με το σκοτάδι ωστόσο να επικρατεί του γέλιου. Η πλοκή, κατά βάση γραμμική, διακρίνεται χάρη στο απρόβλεπτο των συμπεριφορών και τις συνεχείς ανατροπές. Μία γυναίκα με νυφικό, ένας λάκκος στη μέση της ερήμου, η έντονη αναποφασιστικότητα, οι χαώδεις φορτισμένοι διάλογοι, συνθέτουν ένα φιλμ που δεν περνά απαρατήρητο.

Οι ερμηνείες, από τον φόβο και το μπέρδεμα στο βλέμμα του Vahid, μέχρι την υποβόσκουσα οργή στις εκφράσεις όλων τους, είναι απολύτως φυσικές. Πράγματι, έτσι αντιδρούν οι άνθρωποι όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με καταστάσεις που τους προκαλούν χάος, φωνάζουν, σπρώχνονται, μιλούν ο ένας πάνω στον άλλο, μα και αλληλοφροντίζονται, γελάνε, αγαπιούνται, γιατί κουράστηκαν να είναι τόσο διαλυμένοι χωρίς κανένα στήριγμα.

Το πιο αξιοπρόσεκτο είναι, τεχνικά, η αξιοποίηση του ήχου από τον σκηνοθέτη, ως εργαλείου ικανού να προκαλέσει τρόμο, όχι μόνο στους ήρωες, μα και στους θεατές. Το τρίξιμο του ξύλινου ποδιού, αν και ακούγεται σε λιγοστές σκηνές, απομονώνεται από τους υπόλοιπους ήχους με τέτοιον τρόπο, ώστε να καθίσταται επιβλητικό, συνώνυμο της αγωνίας, της ταραχής. Όταν συνδέεις έναν ήχο με κάτι βαθιά τραυματικό, τον βιώνεις με πολλαπλάσια ένταση.

Συνολικά, ο Panahi καθιστά το έργο του πολιτικό απλώς απεικονίζοντας ανθρώπους που έχουν την ανάγκη να μοιραστούν το βίωμά τους, χωρίς να εξηγεί επακριβώς τι τους οδήγησε σε αυτή την κατάσταση. Γνωρίζουν ότι δεν πρόκειται να σβηστούν ποτέ τα τραύματα, οπότε τουλάχιστον το μοίρασμά τους, η εξωτερίκευσή τους, προσφέρει λίγη συλλογική ανακούφιση. Εξάλλου, είναι επαναστατική η συνειδητοποίηση ότι ποτέ δεν θα φερθείς όπως σου φέρθηκαν οι βασανιστές σου, ότι δεν είσαι σαν αυτούς.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *