/

Jurassic World: Dominion

Jurassic-World-Dominion-Cover
Bryce Dallas Howard as Claire Dearing in Jurassic World Dominion, co-written and directed by Colin Trevorrow.

«Θυμάσαι την πρώτη φορά που είδες δεινόσαυρο; Την πρώτη φορά που τους βλέπεις μοιάζει με θαύμα. Διαβάζεις για αυτούς σε βιβλία, βλέπεις τα κόκαλά τους σε μουσεία, αλλά δεν το πιστεύεις. Είναι σαν μύθος. Και μετά βλέπεις τον πρώτο ζωντανό».

Αυτόν ακριβώς τον μύθο ζωντάνεψε ο μαέστρος Spielberg στο Jurassic Park το 1993 αλλάζοντας για τα καλά την ποπ κουλτούρα. 30 χρόνια (και 2 τριλογίες) μετά, το, εισπρακτικό, ενδιαφέρον για τους δεινοσαύρους καλά κρατεί, ενώ ζήτημα χρόνου αποτελεί το πότε και πως οι τελευταίοι θα επιστρέψουν στη μεγάλη οθόνη.

Στο δεινο-σύμπαν των Colin Trevorrow και Derek Connolly, αμφότεροι υπεύθυνοι για την σεναριακή επιμέλεια των τριών τελευταίων φιλμ, οι δεινόσαυροι συνυπάρχουν στην γη με τους ανθρώπους. 4 χρόνια μετά τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στη Νήσο Νούμπλαρ και την καταστροφή του πάρκου Jurassic World, οι δεινόσαυροι είναι ελεύθεροι αποτελώντας αναπόσπαστο κομμάτι του οικοσυστήματος. Η εύθραυστη αυτή ισορροπία θα ανατραπεί όταν ένα σμήνος από μεταλλαγμένες, με γονίδια δεινοσαύρων (ναι, καλά ακούσατε), ακρίδες αρχίσει να προκαλεί προβλήματα στους αγρούς του Αμερικάνικου Νότου, τη στιγμή που όλα τα στοιχεία οδηγούν στην Biosyn, ένα ερευνητικό κέντρο στις Άλπεις που πειραματίζεται πάνω σε γονίδια δεινοσαύρων.

Μια, χολιγουντιανή, τριλογία δε θα μπορούσε να ολοκληρωθεί καλύτερα, σύμφωνα με τους ιθύνοντες, αν δεν φροντίσει να εξυπηρετήσει το fan service, κλείνοντας, παράλληλα, και το μάτι στο αρχικό φιλμ. Καμία έκπληξη δεν αποτελεί, συνεπώς, η επιστράτευση του θρυλικού ζευγαριού Sam Neil-Laura Dern του Jurassic Park, σε μια προσπάθεια να γεφυρωθεί το χάσμα με το δίδυμο Chris Pratt-Bryce Dallas Howard του Jurassic World, προκειμένου να δώσουν από κοινού λύση στο πρόβλημα, κλείνοντας, ταυτόχρονα, και έναν ολόκληρο κύκλο. Η ίδια, όμως, η επανένωση είναι αυτή που «προδίδει» το φιλμ, κάνοντας ακόμη περισσότερο αισθητές τις αδυναμίες που εκείνο προσπαθεί να κρύψει κάτω από το χαλί ξεκινώντας και καταλήγοντας στη χημεία των δύο ζευγαριών. Για να το πω απλά, ο παλιός είναι αλλιώς με αποτέλεσμα όλα να μοιάζουν λίγο καλύτερα όταν εμφανίζονται στην οθόνη ο παλαιοντολόγος Alan Grant του Neil και η παλαιοβοτανολόγος Ellie Sattler της Dern συνεπικουρούμενοι από τον εξίσου καλό Goldblum.

Οι χώροι δράσης ανοίγουν ακόμη περισσότερο (αν και αυτό το «μεγαλύτερο, τρομακτικότερο και πιο γαμάτο» φαίνεται να το είχε υποσχεθεί ο Trevorrow ήδη από το Jurassic World), με το φιλμ να απομακρύνεται από την σπιλμπεργκική φιλοσοφία του πρωτότυπου (και συνεπώς να υπολείπεται στο κλειστοφοβικό στοιχείο που προσέφερε ένα δεινο-πάρκο με T. rex, καμπόσους βελοσιράπτορες και μερικούς ανθρώπους εγκλωβισμένους), παραθέτοντας, ωστόσο, μια καταιγιστική αλά James Bond καταδίωξη με δεινόσαυρους στα σοκάκια της Μάλτας.

30 χρόνια (και 2 τριλογίες) μετά, το, εισπρακτικό, ενδιαφέρον για τους δεινοσαύρους καλά κρατεί, ενώ ζήτημα χρόνου αποτελεί το πότε και πως οι τελευταίοι θα επιστρέψουν στη μεγάλη οθόνη.

Στην εξέλιξη της τεχνολογίας μπορούμε να πιστώσουμε την αρκετά ρεαλιστική απεικόνιση των δεινοσαύρων, οι οποίοι, όμως, δεν αξιοποιούνται στο έπακρο, παραμένουν αρκετές φορές βοηθητικοί για την εξυπηρέτηση του σεναρίου, ενώ η απειλή τους σε καμία περίπτωση δεν είναι ανάλογη του μεγέθους τους.

Η Κυριαρχία κλείνει αφήνοντας ένα γλυκόπικρο συναίσθημα, κυρίως για το πόσο καλύτερα θα μπορούσε να ολοκληρωθεί ένας τέτοιος κύκλος. Και αν κάτι θα έπρεπε να κρατήσουμε από το φιλμ, αυτό είναι η οικολογική του ανάγνωση περί συνύπαρξης και αλληλεγγύης σε έναν κόσμο στον οποίο δεν είμαστε μόνοι. Αλλά μεταξύ μας τώρα δεν περιμέναμε το Jurassic World για να μας υπενθυμίσει τα αυτονόητα. Σωστά;

Σχόλια

Your email address will not be published.