Από τις πιο ενδιαφέρουσες φωνές της εγχώριας σκηνής των κόμικς, ο Αβράμ έχει διαγράψει τα τελευταία χρόνια μια δημιουργική πορεία που ξεχωρίζει για την πειραματική της τόλμη. Το Katakunga (εκδόσεις Jemma Press), το πρώτο μεγάλης φόρμας κόμικ του Αβράμ, δεν αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα της βιβλιογραφίας του. Η αρμονική και αφηγηματικά ταιριαστή συνύπαρξη διαφορετικών αισθητικών στιλ, η ευρηματική δομή των σελίδων με στησίματα που εντυπωσιάζουν με την εκτέλεσή τους ακόμα και όταν δεν πείθουν απόλυτα για την αναγκαιότητά τους, η χρήση ποιημάτων και αποσπασμάτων από ημερολόγια, οι σιωπές και μια παρουσία κρυμμένη πίσω από ένα λευκό σεντόνι, ώστε να θυμίζει φάντασμα, αποτελούν τα βασικά συστατικά της αφηγηματικής γλώσσας του κόμικ.
Εσωστρεφές και λυρικό, το Katakunga ξεφεύγει συχνά από την πραγματικότητα, απορρίπτει τις κυριολεκτικές αναγνώσεις και κατεβαίνει σε σκοτεινά υπόγεια όπου το νόημα γίνεται πεδίο διεκδικήσεων από διαφορετικές ερμηνείες. Η αφήγηση είναι χαλαρή, περιπλανιέται ανάμεσα στο παρόν και στις αναμνήσεις του πρωταγωνιστή και επισκέπτεται χώρους αλληγορικούς. Μερικές φορές, αυτή η αφαιρετικότητα κάνει το σενάριο να μοιάζει μετέωρο. Ο ιστός, όμως, που διαπερνά το σύνολό του και διασφαλίζει τη συνεκτικότητα του εγχειρήματος είναι η διάχυτη αίσθηση μελαγχολίας που χαρακτηρίζει κάθε στίχο, πάνελ και σελίδα του. Η πηγή της εντοπίζεται σε εκείνη την απώλεια που άφησε ένα ανεκπλήρωτο κενό και ανάγκασε τον ανώνυμο πρωταγωνιστή, πλέον μουσικό σε μια μπάντα με το μυστηριώδες όνομα Katakunga, να περιφέρεται σαν φάντασμα, αναζητώντας τη θέση του στον κόσμο.

Η συναισθηματική πτυχή του Katakunga, αλλά και των προηγούμενων έργων του, είναι που κάνει τόσο γοητευτικά τα κόμικς του Αβράμ. Οι αφηγηματικές του ακροβασίες θα μπορούσαν να είναι ψυχρές και να αναζητούν μονάχα την ικανοποίηση της τεχνικής δεξιοτεχνίας. Κι όμως, ποτέ δεν αποστασιοποιούνται από το συναίσθημα, τις περισσότερες φορές μάλιστα προκύπτουν από εκείνο και γι’ αυτό οι πειραματισμοί του φαντάζουν τόσο εξανθρωπισμένοι και το σύνολο ισορροπημένο. Ακόμα και αν δεν μπορεί να αντιληφθεί κανείς τι ακριβώς συμβαίνει, τι συμβολίζει το κάθε στοιχείο, η αφήγηση κρύβει αρκετή ψυχή για να σε σαγηνεύσει.
Δέκα χρόνια πριν, όταν ο Steven Wilson έδωσε συναυλία στην Αθήνα, «απολογήθηκε» στο κοινό για τη στενάχωρη μουσική του. Διευκρίνισε πως δεν είναι ένας μίζερος μπάσταρδος που παίζει θλιβερή μουσική, απλώς διοχετεύει τη μελαγχολική του πλευρά σε αυτή. Αμέσως μετά, πρόσθεσε κάτι που σκεφτόμουν όσο διάβαζα το Katakunga. Είναι ωραίο, είπε ο Wilson, να ακούς μουσική και να συνειδητοποιείς πως δεν είσαι ο μόνος με «σκοτεινά» συναισθήματα. Άραγε, μήπως το κόμικ του Αβράμ είναι μια ωδή στην ικανότητα της μουσικής να θεραπεύει τον πόνο του τραύματος, μοιράζοντάς τον ανάμεσα στον δημιουργό και το κοινό του; Μήπως για αυτό δίνεται τόσο μεγάλη έμφαση στις διαφημίσεις που εισβάλλουν με διάφορους τρόπους στην αφήγηση; Ως ένα κάλεσμα να προφυλάξουμε την Τέχνη από τη λογική της εμπορευματοποίησης που απειλεί να αποικίσει μέχρι και τα όνειρά μας;
Βέβαιες, ξεκάθαρες απαντήσεις δεν υπάρχουν. Ακόμα και με τα θολά του σημεία, όμως, το Katakunga σε παρασύρει, χάρη στην ισχυρή παρουσία του ανθρώπινου στοιχείου, στη μελαγχολική και αλλόκοτη ατμόσφαιρά του, ξεχωρίζοντας ως η πιο ώριμη στιγμή του Αβράμ. Μέχρι την επόμενη.
Περισσότερες κριτικές κόμικς.



















