/

Last Night in Soho: Νυχτερινά στραβοπατήματα

Ο Edgar Wright έχει συνδέσει το όνομα του με το είδος της κωμωδίας. Ήδη από τις πρώτες του δουλειές, το σχετικά άγνωστο, μα εκπληκτικό τηλεοπτικό διαμάντι Spaced, μέχρι τη τριλογία Cornetto (Shaun of the Dead, Hot Fuzz, The World’s End) και το πρωτοποριακό Scott Pilgrim vs the World, ο Wright έχει αποδείξει πολλάκις την δεινή ικανότητα του να χειρίζεται τα κινηματογραφικά εργαλεία για να μας προσφέρει στυλιζαρισμένες ταινίες γεμάτες ξεκαρδιστικό (οπτικό) χιούμορ. Η ανακοίνωση, λοιπόν, πως η επόμενη ταινία του θα κινείται στο χώρο του τρόμου, αποτίοντας μάλιστα φόρο τιμής στα giallo Dario Argento και τα θρίλερ του Polanski, εκτόξευσε την ανυπομονησία στα ύψη. Αφενός, επειδή έχει τρομερό ενδιαφέρον να βλέπεις έναν σκηνοθέτη να πειραματίζεται, να βγαίνει από την «ζώνη ασφαλείας» του. Αφετέρου, το εικαστικά προσεγμένο σύμπαν των ταινιών του Argento θα αποτελούσε ιδανική πρώτη ύλη για εκμοντερνισμό του υποείδους δια χειρός ενός σκηνοθέτη με τόσο ισχυρή οπτική ταυτότητα, όσο ο Wright.

Δυστυχώς, όμως, το αποτέλεσμα δεν δικαίωσε την προσμονή.

Η αποτυχία του Last Night in Sohο, εντοπίζεται πρωτίστως στο οπτικό κομμάτι. Αν και η επιρροή των giallo είναι πανταχού παρούσα, σύντομα καταλήγει μονότονη, επιφανειακή και μάλλον πολυφορεμένη, αφού εξαντλείται στη χρήση εκκεντρικών φακών, πολύχρωμων φωτισμών και σποραδικών σκηνών βίας. Το στυλιζάρισμα της ταινίας, αν κια αισθητικά άρτιο, μοιάζει με φτωχό συγγενή όταν συγκριθεί με ταινίες giallo, εστιάζοντας υπερ του δέοντος στο μάλλον αγαπημένο νέο κόλπο του Wright, το παιχνίδι με τις αντανακλάσεις στους καθρέφτες, το οποίο αν και εντυπωσιακό τεχνικά, ούτε πραγματικά πρωτότυπο είναι, ούτε αξιοποιείται με κάποιον ευφάνταστο τρόπο. Τελικά, η σκηνοθετική ματιά του Wright αποδεικνύεται λίγότερο ευφάνταστη απ’όσο θα μπορούσε να είναι και αδικαιολόγητα περιορισμένη. Λόγου χάρη, παρά τις (ενδιαφέρουσες) υπόνοιες του σεναρίου για μια διαχρονική μισογυνίστικη διάσταση της πόλης του Λονδίνου (που φέρνει στο μυαλό το From Hell του Alan Moore), ο Wright ελάχιστα κινείται στους δρόμους της πόλης, διστάζοντας να την μετατρέψει στον «ανταγωνιστή», ενισχύοντας έτσι την ήδη υπάρχουσα μεταφυσική διάσταση του σεναρίου.

Εξίσου προβληματικό είναι και το ύφος της ταινίας. Ενώ όντως απομακρύνεται από τις κωμικές καταβολές του Wright (παρ΄ότι υπάρχουν μερικές πραγματικά αστείες στιγμές), η ταινία ποτέ δεν λειτουργεί ως αποτελεσματική εμπειρία τρόμου ή έστω θρίλλερ. Ως ταινία τρόμου, διαθέτει ελάχιστες σκηνές με σύντομα ξεσπάσματα βίας, ενώ ως θρίλλερ αστοχεί τόσο σε επίπεδο ατμόσφαιρας, όσο και ανατροπών. Τα δε ψηφιακά εφέ που χρησιμοποιούνται κατά κόρον στην κορύφωση της ταινίας, περισσότερο ταιριάζουν σε μια κωμωδία τρόμου, υπονομεύντας τελικά την όποια ατμόσφαιρα είχε δημιουργηθεί μέχρι τότε.

Το κερασάκι στην τούρτα των αστοχιών έρχεται με το σενάριο, το οποίο αποτελεί προιόν της συνεργασίας του Wright με την Krysty Wilson-Cairns. Τυφλωμένο από την κριτική του στάση απένατι στη νοσταλγία, το σενάριο αγνοεί πως το δυνατότερο του χαρτί, δεν είναι η ιστορία της Ellie (Thomasin McKenzie), της εμμονικής με τα 60s νεαρής κοπέλας που έρχεται στο σύγχρονο Λονδίνο να σπουδάσει, αλλά της Sandie (Anya Taylor Joy, The Queen’s Gambit), της επίσης νεαρής κοπέλας που έζησε στο Λονδίνο των ‘60s με το όνειρο να αναρριχηθεί στην καλλιτεχνική σκηνή της πόλης, την οποία και γνωρίζουμε μέσα από τα οράματα/όνειρα της Ellie. Όπως αποδεικνύεται, όμως, τα νυχτερινά «ταξίδια στο χρόνο» ελάχιστα επηρεάζουν τη ζωή της Ellie (ή μάλλον, ποτέ δεν εξερευνώνται σε βάθος οι συνέπειες τους), αποτελώντας ουσιαστικά αφορμή να παρακολουθήσουμε τα βάσανα και την τραγική κατάληξη της Sandie στο δρόμο προς την αναγνώριση.

Τούτη η έλλειψη ξεκάθαρης στόχευσης εκ μέρους του σεναρίου περιορίζει την McKenzie σε μια τρομαγμένη κούκλα με διαρκώς γουρλωμένα μάτια που τρέχει δεξιά και αριστερά, στερεί από την Anya την ευκαιρία να τσαλακωθεί και να αναδείξει την πτώση του χαρακτήρα της και την ψυχολογική πίεση που υφίσταται και εμποδίζει την ταινία να αφηγηθεί μια ιστορία πολύ πιο συγγενική με τις αντίστοιχες των giallo ταινιών (άλλωστε, κεντρικό ρόλο παίζει μια δολοφονία) και να αποδομήσει την εμμονή των συγκεκριμένων ταινιών με το αιματοβαμμένο γυναικείο σώμα.

Γεμάτο ενδιαφέρουσες ιδέες που δεν οδηγούνται πουθενά ή δεν εκμεταλλεύονται με τον καλύτερο τρόπο τις προοπτικές τους και με στυλιζάρισμα που δεν ανατοποκρίνεται ούτε στις προσδοκίες, ούτε στις ικανότητες του Wright, το Last Night in Soho απέχει αρκετά από την αξέχαστη βραδιά που περιμέναμε να περάσουμε στο Soho. Δεν πειράζει, όμως. Και ο Edgar Wright έχει δικαίωμα στην αστοχία.

Σχόλια

Your email address will not be published.