09 - Ιουνίου - 2025
Masaki Kobayashi: Οδηγός για Αρχάριους

Μία σύντομη εισαγωγή στη φιλμογραφία του Masaki Kobayashi, ενός εκ των σημαντικότερων σκηνοθετών όλων των εποχών.

Ο Masaki Kobayashi.

Ο Masaki Kobayashi γεννήθηκε το 1916 και άρχισε από νωρίς να ενδιαφέρεται για τον κινηματογράφο. Στη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας, το 1943, εν μέσω Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ένας αξιωματικός τον ειρωνεύτηκε λέγοντάς του πως ήθελε να ασχοληθεί με το σινεμά αποκλειστικά για να γοητεύει τις γυναίκες. Ο Kobayashi απάντησε πεισμωμένα πως θα αφιέρωνε ολόκληρη τη ζωή του στη δημιουργία ταινιών και στις επόμενες δεκαετίες φρόντισε να κάνει πράξη ακριβώς αυτή του την υπόσχεση.

Με το τέλος του πολέμου, ο Kobayashi εργάστηκε πλάι στον Keisuke Kinoshita, έναν σημαντικό Ιάπωνα σκηνοθέτη της εποχής, ως βοηθός του. Ο Kinoshita ήταν που του πρότεινε το σενάριο της πρώτης δικής του σκηνοθετικής απόπειρας, και αυτός που λειτούργησε ως μέντοράς του για όλη του την καριέρα – χρόνια αργότερα ο Kobayashi θα δήλωνε πως κάθε φορά που γύριζε μια ταινία σκεφτόταν πώς θα έκανε περήφανο τον Kinoshita.

Οι ταινίες του Kobayashi αφηγούνται ιστορίες ανθρώπων σε σύγκρουση με ένα σύστημα απανθρωποποίησης. Περιθωριακοί που αγωνίζονται να επιβιώσουν κόντρα στις πιθανότητες, στρατιώτες που δε θέλουν να πολεμήσουν, σαμουράι που επαναστατούν ενάντια στις νόρμες και τους κανόνες της εποχής τους, άνθρωποι που προσπαθούν να μη συμβιβαστούν. Το σινεμά του είναι ισόποσα κυνικό και ρομαντικό, ακόμα κι αν ο κυνισμός είναι αυτός που, με μια πρώτη ματιά, κυριαρχεί.

Παρακάτω θα ταξινομήσουμε τις ταινίες του Masaki Kobayashi με βάση τη σειρά που είναι καλό να τις παρακολουθήσει κάποιος. Ανάμεσά τους, βρίσκονται μερικές από τις σπουδαιότερες ταινίες που έγιναν ποτέ.

 

Τα Πολύτιμα

Ο Masaki Kobayashi ξεκίνησε την σκηνοθετική πορεία του γυρίζοντας συμβατικά μελοδράματα για λογαριασμό των ιαπωνικών στούντιο. Πολύ γρήγορα, όμως, στράφηκε προς έναν κινηματογράφο ανεξάρτητο, προσωπικό, πολιτικοποιημένο, ριζοσπαστικό. Η πρώτη του απόπειρα για ένα τέτοιου τύπου σινεμά ήταν το The Thick-Walled Room, το οποίο γυρίστηκε το 1953, αλλά κρίθηκε υπερβολικά τολμηρό και επικριτικό ως προς την ιαπωνική πολιτική εν καιρώ Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, κι έτσι κάθισε στο ράφι τρία ολόκληρα χρόνια, κυκλοφορώντας, τελικά, στις αίθουσες το 1956. Ο λόγος που η ταινία αναστάτωσε σε τέτοιο βαθμό τους λογοκριτές ήταν επειδή βασίζεται σε αυθεντικές μαρτυρίες στρατιωτών που είχαν καταδικαστεί για εγκλήματα πολέμου. Χωρίς να «ξεπλένει» τους πρωταγωνιστές του, ο Kobayashi θέτει το ερώτημα ποιος φταίει για τις ακρότητες που διέπραξε η χώρα του κατά την πρόσφατη, τότε, ένοπλη σύρραξη, αποκαλύπτοντας ίσως για πρώτη φορά το ενδιαφέρον του για το αποτύπωμα που άφησε στην Ιαπωνία ο πόλεμος. Πρόκειται για σκληρή ταινία, αλλά και για μια από τις καλύτερες της πρώτης αυτής περιόδου.

Την ίδια χρονιά που το προαναφερθέν κατόρθωσε, εν τέλει, να προβληθεί στις αίθουσες, ο σκηνοθέτης ολοκλήρωσε το I Will Buy You (1956), ένα αθλητικό δράμα με ήρωα έναν ανερχόμενο αθλητή του baseball, ο οποίος καλείται να διαλέξει σε ποια ομάδα θα αγωνιστεί. Ο Kobayashi δεν επιλέγει τυχαία το συγκεκριμένο άθλημα, καθώς το χρησιμοποιεί ως σύμβολο της εισροής αμερικανικής κουλτούρας στην Ιαπωνία και της επακόλουθης αλλαγής στα ήθη κι έθιμα της χώρας. Πρόκειται ουσιαστικά για μια κατάμαυρη κωμωδία που διαθέτει έναν ιδιαίτερα πεσιμιστικό επίλογο.

Την επόμενη χρονιά, ο Kobayashi γυρίζει το Black River (1957), ένα νουάρ τοποθετημένο σε μια φτωχογειτονιά δίπλα σε αμερικανική στρατιωτική βάση, οι εξαθλιωμένοι κάτοικοι της οποίας τρομοκρατούνται από τον τοπικό γκάνγκστερ. Τον τελευταίο ενσάρκωσε ένας 24χρονος ηθοποιός που στα επόμενα χρόνια θα γινόταν τακτικός συνεργάτης του σκηνοθέτη, αλλά κι ένας από τους σημαντικότερους ηθοποιούς του ιαπωνικού κινηματογράφου: ο Tatsuya Nakadai.

Τέλος, το Samurai Rebellion (1967), μια από τις πιο ψυχαγωγικές ταινίες του Kobayashi και πιθανότατα η τελευταία (χρονολογικά) μεγάλη ταινία του είναι η ιστορία ενός βετεράνου σαμουράι που πάει για πρώτη φορά κόντρα στις εντολές του αφέντη του, όταν εκείνος απαιτεί να επιστραφεί η νύφη του, η οποία τώρα είναι παντρεμένη με το γιο του σαμουράι. Ο Toshiro Mifune δίνει μια επιβλητική ερμηνεία σε μια ταινία jidai-geki (εποχής) που μιλά, εντούτοις, για διαχρονικές παθογένειες της ιαπωνικής κοινωνίας, όπως η εμμονική και συχνά παράλογη προσήλωση σε κανόνες και εντολές που έχουν προ πολλού ξεπεραστεί.

Στιγμιότυπο από την ταινία «The Inheritance» (1962).
Στιγμιότυπο από την ταινία «The Inheritance» (1962).

 

Μην ξεκινήσεις με…

Από την περίοδο των συμβατικών μελοδραμάτων του Masaki Kobayashi που αναφέραμε παραπάνω, δύο είναι αυτές που αξίζει να κρατήσει κανείς: το Sincere Heart (1953) και το Fountainhead (1956) – να μη συγχέεται με το The Fountainhead (1949) του King Vidor. Οι δύο αυτές ταινίες σκιαγραφούν ωραία τις δυναμικές εντός της μέσης ιαπωνικής οικογένειας στη δεκαετία του 1950, αλλά δεν είναι χαρακτηριστικές των ενδιαφερόντων του κύριου κορμού της φιλμογραφίας του σκηνοθέτη. Αρκετά παράξενες αλλά καθόλου άσχημες είναι και δύο ταινίες της όψιμης περιόδου του: το Hymn to a Tired Man (1968), βασισμένο σε ένα μυθιστόρημα του Shusaku Endo, είναι μια ταινία επηρεασμένη από τον Frank Capra, που διαθέτει κάτι αναπάντεχο για το έργο του Kobayashi: αισιόδοξο τέλος. Ενώ το The Fossil (1974), γυρισμένο αρχικά για την τηλεόραση αλλά μονταρισμένο τελικά ως ταινία (200 λεπτών!) και προτεινόμενο από το ιαπωνικό Υπουργείο Πολιτισμού για τα Όσκαρ εκείνης της χρονιάς, είναι ένας νηφάλιος στοχασμός πάνω στο θάνατο.

 

Τα Απαραίτητα

Και περνάμε στα αριστουργήματα του Kobayashi!

Το magnum opus του Ιάπωνα σκηνοθέτη είναι οπωσδήποτε η τριλογία The Human Condition (1959-1961). Όταν ο Kobayashi διάβασε το ομότιτλο μυθιστόρημα, αναγνώρισε σε αυτό την ιστορία της γενιάς του, της «χαμένης γενιάς» του πολέμου, κι αποφάσισε να το μετατρέψει στο έργο ζωής του. Με συνολική διάρκεια που πλησιάζει τις δέκα ώρες, η τριλογία αφηγείται την ιστορία ενός αντιρρησία συνείδησης που από διοικητής στρατοπέδου Κινέζων αιχμαλώτων (1η ταινία) καταλήγει με δυσμενή μετάθεση να πολεμά τους Σοβιετικούς στη Μαντσουρία (2η ταινία) και να αιχμαλωτίζεται ο ίδιος (3η ταινία). Ο παραλογισμός του πολέμου, η αλλοίωση της ανθρώπινης φύσης, ο ζόφος και η παράνοια κυριαρχούν σε μια ταινία που σε βουτά στην κόλαση και σε βγάζει στο απόλυτο υπαρξιακό κενό, κάνοντάς σε να νιώθεις τυχερός που είσαι ζωντανός και ασφαλής. Ο Tatsuya Nakadai, στον πρωταγωνιστικό ρόλο, είναι απλά συγκλονιστικός.

Μόλις ένα χρόνο μετά την ολοκλήρωση της τριλογίας, ο σκηνοθέτης παραδίδει το Harakiri (1962), την πρώτη του ταινία με σαμουράι, και μια από τις καλύτερες του είδους. Λαβυρινθώδης πλοκή, αριστοτεχνική σκηνοθεσία, ακόμα μια εξαιρετική ερμηνεία από τον Nakadai και ένα διακριτικό σχόλιο πάνω στην ιαπωνική πολιτική συνθέτουν μια καθηλωτική και θεαματική ταινία που βραβεύτηκε σε διεθνή φεστιβάλ, έκανε γνωστό τον σκηνοθέτη της και εκτός Ιαπωνίας, γνώρισε ένα άνισο remake από τον παραγωγικότατο Takashi Miike το 2011 και φιγουράρει στην πρώτη θέση της λίστας με τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών της εφαρμογής Letterboxd!

Δύο χρόνια μετά, ο Masaki Kobayashi αναμετριέται με ένα από τα λογοτεχνικά μεγαθήρια της χώρας του. Ο Λευκάδιος Χερν, ελληνικής και ιρλανδικής καταγωγής Αμερικανός συγγραφέας που έζησε πολλά χρόνια στην Ιαπωνία και πολιτογραφήθηκε Ιάπωνας, συνέλεξε λαϊκούς θρύλους της χώρας στα βιβλία του με ιστορίες φαντασμάτων. Τέσσερις από αυτές τις ιστορίες πήρε ο Kobayashi και με βάση εκείνες συνέθεσε την πρώτη του έγχρωμη, σπονδυλωτή ταινία, με τίτλο Kwaidan (1964). Η ομορφιά αυτής της ταινίας δύσκολα περιγράφεται με λέξεις αν δεν την έχει δει κανείς. Απόκοσμες, ανατριχιαστικές μα και σαγηνευτικές, οι ιστορίες του Χερν ζωντανεύουν στο κινηματογραφικό πανί με ανεξάντλητη έμπνευση και σκηνοθετική μαεστρία, που καθιστά τα 183 λεπτά του φιλμ απολύτως συναρπαστικά. Μαζί με το Onibaba του Kaneto Shindo που κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά, το Kwaidan ευθύνεται για το γεγονός ότι, εδώ και δεκαετίες, η Ιαπωνία θεωρείται μια από τις βασικές διεθνείς πηγές παραγωγής σημαντικών ταινιών τρόμου, την ίδια στιγμή που ξεπερνά εμφατικά το είδος.

Στιγμιότυπο από την ταινία «The Human Condition I: No Greater Love» (1959).
Στιγμιότυπο από την ταινία «The Human Condition I: No Greater Love» (1959).

 

Τα Υποτιμημένα

Σε αυτήν την κατηγορία θα βάλουμε μόνο μία ταινία. Αλλά τι ταινία… Το The Inheritance (1962) o Kobayashi το γύρισε αμέσως μετά το τρίτο μέρος της τριλογίας The Human Condition και λίγο πριν το Harakiri, κατά κάποιον τρόπο όπως ο Francis Coppola «στρίμωξε» ανάμεσα στα δύο πρώτα The Godfather το The Conversation (1974). Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα το The Inheritance να διαφεύγει της προσοχής των μελετητών και των σινεφίλ, επειδή στην πραγματικότητα είναι ένα ετεροχρονισμένο κλείσιμο της δεύτερης φάσης της φιλμογραφίας του δημιουργού, αυτής των κοινωνικών δραμάτων (1956-1959). Μόνο που το συγκεκριμένο φιλμ είναι εμποτισμένο με άφθονο κατάμαυρο χιούμορ, καθώς αποτελεί μια σάτιρα των ηθών της σύγχρονης Ιαπωνίας, του άκρατου καπιταλισμού και του υλισμού. Η αστική Ιαπωνία του The Inheritance πόρρω απέχει από την εικόνα που παίρνουμε γι’ αυτήν από τις ταινίες του Yasujiro Ozu, για παράδειγμα. Ταυτόχρονα, ο Kobayashi εισάγει στο έργο του νέες τεχνικές και στιλ με σαφή την επίδραση του γαλλικού Νέου Κύματος.

 

Nerd Alert

Όπως κάθε σκηνοθέτης με εκτενή και σημαντική φιλμογραφία, έτσι και ο Masaki Kobayashi έχει ταινίες που, πλέον, απευθύνονται αποκλειστικά τους λεγόμενους «completists», εκείνους τους παθιασμένους σινεφίλ που αναστατώνονται στη σκέψη πως υπάρχει εκεί έξω μια ταινία του σκηνοθέτη του The Human Condition που δεν έχουν δει. Τέτοιες είναι κυρίως οι ταινίες της πρώτης περιόδου του, και αναφέρω ενδεικτικά τις: Youth of the Son (1952), το ντεμπούτο του διάρκειας 48 λεπτών που του προτάθηκε από τον Kinoshita, Somewhere Beneath the Wide Sky (1954), Beautiful Days (1955). Δεν είναι καθόλου άσχημες ταινίες, αντίθετα διαθέτουν στιγμές σκηνοθετικού μεγαλείου και επιρροές από John Ford και Frank Capra, απλώς υστερούν σε σχέση με τις μεταγενέστερες δημιουργίες του σκηνοθέτη. Το τελευταίο ισχύει και για το Inn of Evil (1971), την τελευταία συνεργασία του Kobayashi με τον Nakadai και την τελευταία ασπρόμαυρη ταινία του σκηνοθέτη, η οποία είναι ένα υπερβολικά περίπλοκο jidai-geki, με το ενδιαφέρον στοιχείο του ενιαίου χώρου δράσης, αλλά και μια ακατάσχετη φλυαρία που το εμποδίζει να γίνει πραγματικά ενδιαφέρον.

Οι ταινίες του Masaki Kobayashi, τις περισσότερες φορές, αποσπούσαν εξαιρετικές κριτικές, βραβεία σε διεθνή φεστιβάλ και καθιερώνονταν άμεσα ως αριστουργήματα, σπάνια όμως έφερναν πίσω λεφτά. Χαρακτηριστικά, το Kwaidan, που απέσπασε διθυραμβικές κριτικές ακόμη και στην Αμερική όπου εξασφάλισε διανομή το 1965, ήταν τόσο μεγάλη οικονομική καταστροφή ώστε, όταν ο Kobayashi επέστρεψε στην Ιαπωνία, πληροφορήθηκε πως το στούντιο που το υποστήριξε είχε χρεοκοπήσει. Από εκείνο το σημείο κι έπειτα, γινόταν όλο και πιο δύσκολο για τον δημιουργό να βρει χρήματα να υλοποιήσει τις ταινίες που ήθελε. Συνέχισε να δουλεύει ως και τη δεκαετία του 1980, γυρίζοντας ακόμα δύο ταινίες μυθοπλασίας, εξαιρετικά δυσεύρετες, τις οποίες δεν κατάφερα να βρω και να δω, καθώς και ένα πεντάωρο τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ για τις δίκες του Τόκιο, που επίσης παραμένει δυσεύρετο.

Ο Kobayashi έφυγε από τη ζωή το 1993, σε ηλικία 77 ετών, ενώ ετοίμαζε ένα ακριβό πολεμικό έπος εποχής που θα διαδραματιζόταν στην Κίνα. Δυστυχώς δεν πρόλαβε να το υλοποιήσει, αν και με τις άσχημες επιδόσεις των τελευταίων ταινιών του στα ταμεία ήταν αμφίβολο αν θα κατάφερνε να το κάνει, στην περίπτωση που ζούσε μερικά χρόνια ακόμη. Το έργο που άφησε πίσω του, όμως, αρκεί για να τον τοποθετεί ανάμεσα στους σημαντικότερους δημιουργούς του ιαπωνικού – και όχι μόνο – κινηματογράφου.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *