//

Moon Knight: Οι αμμόλοφοι της τρέλας

Από τη δεκαετά του ’80, όταν και πραγματοποιήθηκε το κομιξικό του ντεμπούτο, μέχρι και σήμερα, αρκετοί είναι οι δημιουργοί που πρόσθεσαν το λιθαράκι τους στη μυθολογία του Moon Knight. Για πολλούς, στην κορυφή των ιστοριών του εκκεντρικού υπερήρωα με την διαταραχή πολλαπλών προσωπικοτήτων βρίσκεται η προσθήκη των Jeff Lemire και Greg Smallwood.

Κιόλας από τις πρώτες σελίδες, γίνεται φανερό πως η προσέγγιση του Lemire απομακρύνεται από τα τυπικά γνωρίσματα μιας συνηθισμένης υπερηρωικής ιστορίας, αλλά φέρνει τη δικιά του ανθρωποκεντρική ματιά. Εδώ, δεν κρίνεται τόσο το μέλλον της ανθρωπότητας και τίποτα δεν είναι απολύτως ξεκάθαρο ή απόλυτα κατανοητό. Μεγάλο μέρος της πλοκής μπορεί να συμβαίνει όντως ή είναι εξίσου πιθανό να λαμβάνει χώρα στο μυαλό του Marc, του οποίου ο κύριος στόχος είναι να αποδεχθεί την κατάσταση του και να καταφέρει να προχωρήσει τη ζωή του, αγκαλιάζοντας τη διαταραχή του. Η εσωτερική διαμάχη λοιπόν, διαφέρει από τα πλανητητικά διακυβεύματα που των υπερηρωικών ιστοριών και η παρουσία του μεγάλου ανταγωνιστή αποκτά βαρύτητα κυρίως για τον Marc.

Η πρωτοτυπία της ιστορίας αποτυπώνεται με ιδανικό τρόπο και στο σχεδιαστικό κομμάτι με το σχέδιο του Greg Smallwood να ξεχωρίζει με ευκολία από τον μέσο όρο. Η τραχιά, αμμώδης υφή ταιριάζει με την αιγυπτιακή επιρροή της ιστορίας και τους αμμόλοφους που κατακλύζουν (;) τη Νέα Υόρκη, τα ρευστά όρια ανάμεσα στα λευκά διαχωριστικά όρια των πάνελ και των ίδιων των καρέ αποτυπώνουν τη διείσδυση της φαντασίας στην πραγματικότητα και τούμπαλιν, ενώ συχνά ο Smallwood παίζει με τα μεγέθη των καρέ για να αποτυπώσει την απώλεια συναίσθησης του Marc.

Επιπλέον, κάθε προσωπικότητα διαθέτει και ένα διαφορετικό στιλ σχεδίασης από διαφορετικούς καλλιτέχνες, οπότε εκτός του Smallwood δανείζουν την πένα τους κι άλλα μεγάλα ονόματα του χώρου, όπως ο Wilfredo Torres, Francesco Francavilla και James Stokoe. Ο πρώτος φέρνει χρώμα και ζεστασιά, ο δεύτερος δημιουργεί μια νουάρ ατμόσφαιρα σε μπλε και μωβ αποχρώσεις, ενώ το λεπτομερές σχέδιο του τρίτου με τις manga επιρροές οπτικοποιεί την πιο περιπετειώδη προσωπικότητα του Marc. Βέβαια, αξίζει να σημειωθεί πως η δουλειά του Smallwood είναι τόσο καλή, ξεχωριστή και ταιριαστή με το ύφος της πλοκής, ώστε οι υπόλοιπες προσθήκες να χάνουν σε κάθε σύγκριση.

Για παράδειγμα, ο ψηφιακός χρωματισμός του Francavilla, χωρίς να είναι πραγματικά κακός, φαντάζει τρομερά επίπεδος και απλοϊκός, συγκριτικά με τα σχέδια του Smallwood. Αν και η εναλλαγή του αισθητικού ύφους ανα προσωπικότητα έχει ενδιαφέρον και δικαιολογείται σεναριακά, σίγουρα θα ήταν προτιμότερο να εκτελούνταν από τον ίδιον τον Smallwood. Εντούτοις, ο απαιτητικός προγραμματισμός της Marvel είχε άλλα σχέδια…

 

Δυστυχώς, αν και το κόμικ διαθέτει χαρακτηριστικά που το οπλίζουν με σημαντικές αρετές ενάντια στην κοινοτυπία του υπερηρωικού σωρού, το αποτέλεσμα δύσκολα μπορεί να κερδίσει μια θέση στις πραγματικά σπουδαίες στιγμές του δημιουργού του. Το σενάριο του μοιάζει επαναλαμβανόμενο και οι εσωτερικές διαμάχες του χαρακτήρα, παρ’ ότι θεωρητικά αποτελούν τον πυρήνα της ιστορίας, επιλύονται με εξαιρετικά εύκολο τρόπο, όταν αυτό κρίνεται σεναριακά αναγκαίο. Λόγου χάρη, μπορεί ο Marc να έρχεται αντιμέτωπος για ολόκληρα τεύχη με τις άλλες του ταυτότητες, προσπαθώντας να τις τιθασεύσει, αλλά τελικά αυτό επιτυγχάνεται στο άψε σβήσε με τη δύναμη της θέλησης και κανα δυο φιλικές κουβέντες, μόνο και μόνο για να ακυρωθεί λίγο αργότερα, όταν ο Marc βρεθεί (για ακόμη μια φορά) σε δυσμενή θέση, οπότε χρειαστεί βοήθεια. Αποκορύφωμα των σεναριακών ευκολιών βέβαια είναι η σύγκρουση με τον κεντρικό ανταγωνιστή, τον οποίον ο Marc καταφέρνει να κερδίσει επειδή…κάπως βρίσκει την εσωτερική δύναμη να το κάνει, προσφέροντας ένα αντι-κλιμακωτικό, γεμάτο ευκολίες φινάλε.

Δύσκολα μπορούν να αμφισβητηθούν οι αγαθές προθέσεις του Lemire, ο οποίος έμεινε πιστός στο χαρακτηροκεντρικό ύφος του, προσπαθώντας να σεβαστεί τη διαταραχή του πρωταγωνιστή και να το ντύσει με μια πλοκή που την σέβεται και την αποδέχεται, στήνοντας παράλληλα μια αφήγηση που διατηρεί μεγάλο μέρος της ασάφειάς της μέχρι τέλους. Ωστόσο, δεν γίνεται να αγνοηθούν σημαντικές αστοχίες στο σεναριακό κομμάτι, το οποίο φαίνεται να χρησιμοποιεί την προαναφερθείσα ασάφεια για να υποκύπτει δίχως τύψεις σε νεκραναστήσεις και άλλες εύκολες λύσεις. Για τα δεδομένα του Moon Knight δεν έχω μέτρο σύγκρισης, καθώς τούτη είναι η πρώτη ιστορία που διαβάζω με εκείνον πρωταγωνιστή (κι ως προς αυτό είναι αρκετά κατανοητή!), αλλά σε σύγκριση με την πλούσια βιβλιογραφία του Lemire, το αποτέλεσμα σίγουρα δεν κινείται στα υψηλότερα ποιοτικά επίπεδα. Αυτό βέβαια, δεν λέει και πολλά, γιατί μια μέτρια ιστορία του Lemire μπορεί να αποτελούσε ολόκληρη καριέρα για άλλους.

Σχόλια

Your email address will not be published.