/

Normal People

Αν στο μυαλό των θεατών, η μέση ρομαντική ιστορία έχει συνδυαστεί με το Hollywood, τότε είναι εξαιρετικά πιθανό να έχει διαμορφωθεί μια πολύ συγκεκριμένη εικόνα για το τι είναι μια ρομαντική ταινία. Συνήθως, έχουμε να κάνουμε με γλυκανάλατες ιστορίες, οι οποίες συχνά ωραιοποιούν καταστάσεις και οδηγούνται σε χαρούμενα φινάλε, όπου όλοι καταλήγουν με εκείνους που αγαπούν. Ωστόσο, είναι προφανές πως αυτή η προσέγγιση δεν είναι η μοναδική και σειρές σαν το Normal People μας υπενθυμίζουν πως και εκείνες έχουν τη γοητεία τους.

Βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Sally Rooney, η σειρά ακολουθεί την πορεία της σχέσης της Marianne με τον Connell μέσα στα χρόνια – από την εφηβεία, όταν αποκάλυψαν ο ένας τα συναισθήματα του για τον άλλον και έβγαιναν κρυφά μέχρι τα ύστερα φοιτητικά χρόνια, όταν και ξανασυναντήθηκαν και μια ήταν μαζί, μια χώρια.

Παρά την τεράστια επιτυχία της, η σειρά δεν ακολουθεί τον εύκολο δρόμο. Αντιθέτως, παρουσιάζει μια σχέση που περνά από χίλια δυο προβλήματα και η έλλειψη επικοινωνίας των δύο πρωταγωνιστών μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά εκνευριστική. Εκεί ακριβώς, όμως, έγκειται και η γοητεία της σειράς, στην παρουσίαση δύο ανθρώπων που μοιάζουν προσγειωμένοι στα πρότυπα του μέσου ανθρώπου με την έννοια πως διαθέτουν αρκετά ελαττώματα.

Ο Connell, παρ’ ότι αρχικά πρόκειται για έναν από τους δημοφιλέστερους τύπους του σχολείου του, είναι ντροπαλός, δυσκολεύεται να εξωτερικεύσει τις σκέψεις του, ενώ κατά τη διάρκεια των μαθητικών του χρόνων αγνοεί δημόσια την Marianne, ώστε να αποφύγει την περιπαιχτική συμπεριφορά της παρέας του. Παρόμοια, η προβληματική σχέση της Marianne με την οικογένεια της, την απαθή μητέρα και τον βίαιο και εριστικό αδερφό της, της δημιουργούν ένα αίσθημα κατωτερότητας που εκφράζεται ως ανασφάλεια στα πλαίσια της σχέσης της με τον Connell. Κάπως έτσι, ένα ζευγάρι το οποίο να ταιριάζει σε τόσα πολλά, καταλήγει να βασανίζεται από τις προσωπικές αδυναμίες, ώστε κάθε επανασύνδεση να μοιάζει καταδικασμένη να τελειώσει άδοξα… μέχρι την επόμενη.

Η σκηνοθεσία του Lenny Abrahamson κατανοεί τη ψυχοσύνθεση των χαρακτήρων και γι’ αυτό το λόγο ξεδιπλώνει την ιστορία με αργούς ρυθμούς, επιτρέποντας στις σιωπές, στις κλεφτές ματιές και τα δειλά αγγίγματα να εκφράσουν όσα δεν τολμούν να πουν οι δύο πρωταγωνιστές. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, βγάζουν απόλυτο νόημα και οι πολυάριθμες ερωτικές σκηνές, οι οποίες δεν επιδιώκουν να σοκάρουν, αλλά να εκφράσουν τη συναισθηματική κατάσταση του ζευγαριού, καλύπτοντας παράλληλα κι ένα κενό που συναντάται αδικαιολόγητα συχνά σε ιστορίες του είδους.

Βέβαια, θεμέλιος λίθος της επιτυχίας της σειράς είναι το πρωταγωνιστικό δίδυμο, το οποίο δεν ξεχωρίζει μονάχα για την επιτυχημένη αποτύπωση του βάθους του χαρακτήρα τους, αλλά και για την εξαιρετική χημεία, δίχως την οποία δεν θα έπειθε η σχεδόν καρμική σχέση του ζευγαριού. Ο Cornell του Paul Mescal είναι απόμακρος με μια δυσδιάκριτη, αλλά σαφώς υπαρκτή θλίψη (εκπληκτική η σκηνή που “σπάει” μπροστά στη ψυχολόγο του), ενώ η Marianne της Daisy Edgar-Jones, αν και χαμηλών τόνων, διαθέτει δυναμικότητα όταν χρειάζεται να ανταπαντήσει σε όποιον της επιτίθεται λεκτικά.

Το ρομάντσο του Normal People είναι γεμάτο σκαμπανεβάσματα, πόνο, θλίψη, αλλά και πάθος, χαρά και ερωτική επιθυμία. Το ζευγάρι παλεύει πρώτα απ’ όλα με τους δικούς του δαίμονες, κερδίζοντας τη συναισθηματική ταύτιση των θεατών και δικαίως μια θέση στις πιο ενδιαφέρουσες τηλεοπτικές προτάσεις των τελευταίων ετών.

Σχόλια

Your email address will not be published.