Ο θάνατος του Ozzy Osbourne, γνωστού για την καριέρα του με τους Black Sabbath αλλά και για τη solo πορεία που ακολούθησε αργότερα, ήρθε ως είδηση που πολύς κόσμος της heavy metal υποκουλτούρας (και, σίγουρα, όχι μόνο) μπορούσε εδώ και χρόνια να διακρίνει στον μακρινό ορίζοντα, αλλά δεν μπορούσε να αποδεχθεί. Ο «πατέρας του heavy metal», ο «πρίγκιπας του σκότους», που αγάπησε το σκοτάδι τόσο που σε μια συναυλία του δάγκωσε μια νυχτερίδα πάνω στη σκηνή (ποιοι συκοφάντες λένε ότι ένα από τα πιο διαβόητα επεισόδια στην Ιστορία του ροκ εν ρολ οφείλεται σε παράνομες χημείες;!) πέθανε στα 76 του χρόνια, μετά από μια ζωή γεμάτη καταχρήσεις, αλλά και σκληρή μάχη με τη νόσο του Πάρκινσον. Κατέπληξε μάλιστα το γεγονός ότι ο Ozzy έφυγε από τη ζωή μερικές μόλις εβδομάδες μετά το “Back to the Beginning”, την τελευταία συναυλία τόσο των Black Sabbath όσο και του Ozzy, στο Μπέρμιγχαμ όπου η θρυλική ιδρυτική τετράδα μεγάλωσε (και μάλιστα στο στάδιο της ίδιας της γειτονιάς τους, του Άστον!). Λες κι ο πρίγκιπας του σκότους είχε πραγματικά κάνει μια συμφωνία με τις σκοτεινές δυνάμεις, για να μπορέσει να ανεβεί μια τελευταία φορά στη σκηνή…

Ένας καλλιτέχνης ιδιαίτερος και μοναδικός, μα και καθολικής αποδοχής
Η παλίρροια αναρτήσεων για τον θάνατο του Ozzy στα κοινωνικά Μέσα είναι αναμενόμενη: για τους μεταλλάδες, έφυγε ο πατέρας της μουσικής που τους ανέθρεψε αισθητικά και πολιτισμικά, το εργατόπαιδο από το βιομηχανικό Μπέρμιγχαμ που έγινε η φωνή των πιο τρομακτικών αφηγήσεων που συνόδευαν τον σκληρό ήχο, που πρώτη η μπάντα του έπαιξε. Για όλο τον υπόλοιπο, μουσικό και μη, κόσμο, έφυγε μια από τις πιο χαρακτηριστικές φιγούρες του ευρύτερου ροκ φάσματος αλλά και της μουσικής γενικότερα˙ ένας τόσο χαρακτηριστικός καλλιτέχνης, στην εμφάνιση (μόνο μαύρο, αυστηρά, εξαιρείται η over-the-top στιλιστική υπερβολή των ‘80s), τον χαρακτήρα, τις ατάκες, την ειλικρίνεια και την αυθεντικότητα: πολύ απλά, ο Ozzy δεν αποτέλεσε τίποτα λιγότερο από τη φωνή που ταυτίστηκε -δικαίως- με τη δημιουργία του σκληρού ήχου, αλλά και μια από τις πιο συμπαθητικές παρουσίες της ευρύτερης πολιτισμικής βιομηχανίας.
Στον Ozzy, βλέπει κανείς το παράδειγμα ενός οραματιστή καλλιτέχνη, που ζούσε στην Αγγλία της «βρετανικής εισβολής» στη δυτική μουσική, μετά την έναρξη της “εποχής των άλμπουμ” και της «δημοφιλούς/popular μουσικής» (με κομβικό σημείο να θεωρείται ευρέως η κυκλοφορία του κατά γενική ομολογία σημαντικότερου ιστορικά δίσκου όλων των εποχών, του Sgt. Peppers’ Lonely Hearts Club Band των Beatles το 1967). Ένα παιδί εργατικής καταγωγής από το Μπέρμιγχαμ, την πόλη που μια φίλη αγγλίδα κάποτε αποκάλεσε “the shithole of England” λόγω του βιομηχανικού και στείρα τσιμεντένιου της περιβάλλοντος.
Αναζητώντας τις καταβολές του έργου του Ozzy και των Black Sabbath σε χώρο και σε χρόνο
i. Ωδή στο Μπέρμιγχαμ
Κι έχει σημασία όχι μόνο ο χρόνος (η ροκ εν ρολ άνθιση και η έναρξη της εποχής της δημοφιλούς μουσικής, με επίκεντρο την Αγγλία), αλλά και ο χώρος: σε μια εποχή όπου η Αγγλία κατακλυζόταν από νέες ροκ εν ρολ μπάντες και χίλιους δυο ήχους, ο ήχος του heavy metal, ο λεγόμενος «σκληρός ήχος» δεν θα μπορούσε να έχει γεννηθεί σε κάποια άλλη πόλη, παρά μόνο στο Μπέρμιγχαμ… κάτι που έμελλε να βαθύνει ακόμη περισσότερο, με τους Judas Priest να αποκρυσταλλώνουν τι εστί heavy metal ως κομμάτι του λεγόμενου “new wave of British heavy metal”, αλλά και την πιο χαοτική ηχητικά μίξη ακραίου μέταλ και hardcore πανκ, το εξαρχής έντονα πολιτικοποιημένο σε αναρχική κατεύθυνση grindcore, να ξεπηδούν από την ίδια πόλη ως άλλες εκφράσεις αγανάκτησης της οργισμένης εργατικής νεολαίας της.
Πρωταρχικά, όμως, στους Sabbath βρίσκει κανείς την προσφορά της εν λόγω αγγλικής πόλης στη ροκ εν ρολ έκρηξη του ’60, με τον Ozzy να αποτελεί τη φωνή της. Ο ίδιος λάτρευε τους Beatles, όπως ήταν αναμενόμενο, αυτό δεν σημαίνει όμως ότι δεν θα δημιουργούσε τη δική του εκδοχή του τι μπορεί να είναι ροκ: εξάλλου, κάθε οραματιστής καλλιτέχνης προσδίδει το δικό του ύφος στο έργο του. Και εγένετο heavy metal: μια μελωδία τόσο σκοτεινή που είχε απαγορευτεί στον Μεσαίωνα ως «η συγχορδία του διαβόλου» ήταν η εναρκτήρια μουσική του τραγουδιού των Black Sabbath που φέρει την ίδια ονομασία με τη μπάντα, από το ντεμπούτο τους το 1970…
ii. Η επαφή της μουσικής με τον τρόμο
Ο Ozzy, με μια φωνή γεμάτη τρόμο τον οποίον εκφράζει τόσο παραστατικά αλλά και μεταφέρει στον ακροατή τόσο αποτελεσματικά, αναρωτιέται “What is this that stands before me / Figure in black, which points at me?”. Η μπάντα, που πήρε το όνομά της από την ομότιτλη ταινία τρόμου του πατέρα του giallo σινεμά, Mario Bava, εξ ορισμού συνδεόταν με τον τρόμο, ήδη αυτοί οι στίχοι όμως απηχούν έναν κοσμικό τρόμο λαβκραφτικής προέλευσης, που έχει στο επίκεντρο το περίφημο φροϊδικό «ανοίκειο» (Unheimlich) με τη μορφή μιας αλλόκοτης μορφής πέρα από την ανθρώπινη γνώση αλλά και νόηση. Φυσικά, ένας υπερφυσικός τρόμος με αναφορές στον σατανά είναι παρών σχεδόν διαρκώς στους πρώτους δίσκους της μπάντας, αλλά εμφανίζεται και στη μετέπειτα, solo καριέρα του Ozzy.
Η επιλογή του ονόματος της μπάντας δεν ήταν τυχαία: η θρυλική τετράδα (Ozzy Osbourne, Tony Iommi, Geezer Butler, Bill Ward) βλέποντας μια τεράστια ουρά μπροστά σε ένα σινεμά του Μπέρμιγχαμ που πρόβαλλε το Black Sabbath (1963) του Bava αναρωτήθηκε «αν τόσος κόσμος πληρώνει τόσα χρήματα για να τρομάξει, μήπως μπορούμε να κάνουμε το ίδιο με τη μουσική;». Ένα νέο μουσικό και συνολικά αισθητικό όραμα γεννιόταν. Σκοτεινό όσο τίποτα που είχε προηγηθεί στο ύφος, αντίστοιχα πρωτοφανώς βαρύ στον ήχο. Αυτό ήταν το heavy metal, με πολύ έντονο το ηχητικό αποτύπωμα των blues ακόμα, έτσι όπως το συνέλαβαν αρχικά οι Sabbath και όπως το τραγούδησε ο Ozzy.

iii. Το ιστορικό πλαίσιο εμφάνισης του σκληρού ήχου

Πού μπορούν να αναζητηθούν πολιτισμικά οι καταβολές της εν λόγω αισθητικής κατεύθυνσης (δηλ. του σκληρού ήχου, αλλά και της σκοτεινής αισθητικής στη μουσική, που έμελλε να μεταπηδήσει αργότερα φυσικά στο ποστ-πανκ, το goth, το darkwave…); Αναφέρθηκαν ήδη τόσο η ροκ εν ρολ έκρηξη του ’60, με τον Ozzy να είναι ενθουσιώδης οπαδός της, αλλά και το ασφυκτικό αστικό πλαίσιο του Μπέρμιγχαμ. Ο χρόνος και το ιστορικό πλαίσιο συγκεκριμένα αφήνουν ακόμη έναν καθόλου αμελητέο παράγοντα: τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο στο Βιετνάμ. Στον απόηχο του διεθνούς αντιπολεμικού κινήματος, το κίνημα των χίπηδων εμφανίστηκε ως μορφή «ειρηνικής διαμαρτυρίας» (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό) απέναντι στον πόλεμο. Το παράδειγμα του Ozzy και των Sabbath, κατ’ επέκταση η ίδια η γέννηση του heavy metal, ήταν ρητά, εν μέρει, μια αντίδραση στον χιπισμό (κάτι που μοιραζόταν με την αντίστοιχη στάση της “πανκ στιγμής” στην Αγγλία το 1977). Ένα διαφορετικό παράδειγμα, που δεν παραβλέπει τα κοινωνικά προβλήματα της εποχής, αλλά επιλέγει έναν πιο σκληρό κι άρα ωμό, ρεαλιστικό τρόπο να τα θίξει: παράδειγμα, το “War Pigs”, ίσως ο σπουδαιότερος αντιπολεμικός ύμνος όλων των εποχών, από το Paranoid (1970), τον σημαντικότερο μάλλον δίσκο για τη σφυρηλάτηση του βαρέος μετάλλου.
Η καριέρα του Ozzy μετά τους Black Sabbath: η αναγέννηση του Madman
Αυτές είναι οι απαρχές της λαμπρής, μέσα στον αισθητικό ζόφο που αντιπροσωπεύει, καριέρας του Ozzy, όμως ο ίδιος δεν σταμάτησε εκεί. Μέσα σε όλα, την πρωτοτυπία του έργου του, την τόλμη με την οποία δημιούργησε μια τόσο αντισυμβατική (σκοτεινή, θορυβώδη…) κι αποκλίνουσα από την κυρίαρχη αισθητική ακόμη και του ροκ εν ρολ τέχνη, ο ίδιος ήταν ένας πολεμιστής. Αυτό μαρτυρά ο εμβληματικός τρόπος με τον οποίον πρακτικά «αναγεννήθηκε από τις στάχτες του», όταν δημιούργησε από το μηδέν μια νέα καριέρα, solo αυτήν τη φορά, αφού απολύθηκε από τους Sabbath λόγω καταχρήσεων. Η κατάθλιψη που αντιμετώπισε, η τρομακτική εξάρτησή του από το αλκοόλ και τα ναρκωτικά, η με κάθε τρόπο οριακή κατάσταση για έναν άνθρωπο με την οποία ο ίδιος βρέθηκε αντιμέτωπος, δεν ήταν παράγοντες αρκετά ισχυροί για να τον καταβάλουν!
Έχοντας ήδη τραγουδήσει σε 8 δίσκους με τους Black Sabbath, εκ των οποίων οι πρώτοι 6 θεωρούνται αριστουργήματα (εντάξει, κι ο 7ος κι ο 8ος μια χαρά είναι!) και επανερχόμενος μετά την αναφερθείσα κρισιακή κατάσταση με την οποία ήρθε αντιμέτωπος και η οποία κόντεψε να τον ξεκάνει, ο Ozzy κυκλοφορεί μια σειρά εξαιρετικών δίσκων αγνού heavy metal, στους οποίους εν πολλοίς διατηρείται η θεματολογία τρόμου: Blizzard of Ozz, Bark at the Moon… και πολλά άλλα εξίσου σπουδαία παραδείγματα. Η κοιλάδα της δημιουργίας ήταν πολύ πιο εύφορη απ’ όσο πίστευαν οι περισσότεροι… Όμως οι βάσεις του έργου του “Madman”, καθώς και οι καθοριστικοί παράγοντες που επηρέασαν συνολικά το έργο του, δεν μπορούν παρά να αναζητηθούν στο εργατικό, σκληρό παρελθόν του στο βιομηχανικό Μπέρμιγχαμ.

Μια κληρονομιά γεμάτη θορυβώδεις, σκοτεινούς εφιάλτες, που απηχεί στην αιωνιότητα
Η κληρονομιά του έργου του Ozzy είναι, φυσικά, φανερή σχεδόν παντού όχι μόνο στη μουσική, αλλά, θα μπορούσε κανείς να πει, ακόμα και συνολικά στην ποπ κουλτούρα της εποχής. Όχι μόνο υπήρξε η φωνή της γέννησης του heavy metal, συμβάλλοντας τα μέγιστα στην αποδοχή για πρώτη φορά μιας πιο «θορυβώδους» κι αποκλίνουσας ηχητικής κατεύθυνσης, αλλά με το στιχουργικό περιεχόμενο και το συνολικό ύφος του Ozzy και των Sabbath για πρώτη φορά στην εποχή της δημοφιλούς μουσικής έγινε πιο ευρέως αποδεκτό ένα παράδειγμα αισθητικοποίησης του σκοτεινού, του παρακμιακού και «νοσηρού» (για να γίνει αναφορά και στις ποιητικές καταβολές αυτού του αισθητικού παραδείγματος). Είναι σίγουρα άξιο αναφοράς ότι το παράδειγμα αυτό άντλησε από την αφηγηματική τέχνη του σινεμά, φυσικά, για να επηρεάσει αργότερα το σύνολο της ποπ κουλτούρας.
Με τον Πρίγκιπα του Σκότους πάντα στο προσκήνιο και μέχρι τέλους πάνω στη σκηνή.


















