/

Planet Paradise: Το ευφάνταστο στυλιζάρισμα δεν είναι πάντα αρκετό

Πέρυσι, όταν γράφαμε για την εκπληκτική Hedra του Jesse Lonergan, λέγαμε πως οι εντυπωσιακοί οπτικοί πειραματισμοί ναι μεν ωθούν το μέσο σε άκρα που σπάνια συναντάμε πλέον, ωστόσο θυσιάζουν μια πλούσια ιστορία που θα κεντρίσει το ενδιαφέρον των αναγνωστών. Μάλιστα, το μικρό μέγεθος της ιστορίας ήταν το ιδανικό για τέτοιους πειραματισμούς, οι οποίοι όντας περιορισμένοι δεν κουράζουν με την επαναληψιμότητα τους, προσφέροντας μια σύντομη, αλλά οπτικά πλούσια οπτική εμπειρία.

Λίγους μήνες αργότερα, ο Lonergan κυκλοφόρησε μια δεύτερη ιστορία, το Planet Paradise, που φαίνεται να τοποθετείται στο ίδιο σύμπαν με την Hedra, αλλά αυτή τη φορά αντί για one-shot, πρόεκειται για έναν κανονικό τόμο, των εκατό τριάντα σελίδων. Αυτομάτως, οι προσδοκίες μεταβάλλονται, περιμένοντας ένα κόμικ όπου οι ευφάνταστοι πειραματισμοί του Lonergan θα συνοδεύονται από μια πιο ζουμερή ιστορία, πετυχαίνοντας ιδανικά την κατάλληλη ισορροπία ανάμεσα στα δύο.

Δυστυχώς, όμως, το αποτέλεσμα δεν ικανοποιεί τις προσδοκίες.

Ένα τουριστικό διαστημόπλοιο απογειώνεται με τελικό προορισμό τον εξωτικό πλανήτη Planet Paradise, αλλά στη διάρκεια της διαδρομής συντρίβεται σε έναν άλλον πλανήτη με γιγαντιαίες σαύρες. Με την πιλότο σοβαρά τραυματισμένη, η μοναδική ελπίδα των κοιμισμένων, σε κατάλληλο θάλαμο, τουριστών, είναι η Eunice, μια τουρίστρια που ξύπνησε κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης. Αυτό που ακολουθεί είναι μια περιπέτεια που θα αλλάξει τη ζωή της -απ’ ότι φαίνεται- γυναίκας, η οποία θα αρχίσει έκτοτε να αναζητά την ανδρεναλίνη.

Σχεδιαστικά, δεν αλλάζουν και πολλά συγκριτικά με την Hedra με τον Lonergan να διατηρεί το ίδιο καρτουνιστικο ύφος, παρόμοια χρωματική παλέτα και μια εξίσου ανορθόδοξη, αλλά πλήρως λειτουργική χρήση των πάνελ, προσφέροντας για ακόμη μια φορά μια εντυπωσιακή και σπάνια αίσθηση του χώρου σε ένα κατεξοχήν στατικό μέσο. Βέβαια, στην προκειμένη περίπτωση οι ενδιαφέροντες πειραματισμοί είναι αισθητά περιορισμένοι, επιτρέποντας στο σενάριο να αναπτυχθεί. Ή τουλάχιστον, αυτό θα περίμενε κάποιος.

Στην πραγματικότητα, το σενάριο της ιστορίας θυσιάζεται στο βωμό του στυλ. Και αν κάτι τέτοιο είναι καλοδεχούμενο σε ένα μικρό one-shot, μετατρέπεται σε τροχοπέδι σε ένα graphic novel με αξιώσεις, διότι όχι μόνο μοιάζει με μια επανάληψη του προκατόχου του, αλλά στερεί από τους χαρακτήρες, και κυρίως την Eunice, την ευκαιρία για μια ομαλή και οργανική ανάπτυξη. Έτσι, η πρωταγωνίστρια μας από μια -όπως υπονοείται- φιλήσυχη γυναίκα μετατρέπεται μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα σε ένα περιπετειώδες άτομο με το σενάριο να μην μπαίνει στον κόπο να εμβαθύνει στις συνέπειες αυτής της μεταστροφής σε σχέση, λόγου χάρη, με τον σύντροφό της. Εξίσου, υπανάπτικτη και υπαινικτική μένει η σχέση της Eunice με την τραυματισμένη πιλότο. Παρά τις δυσμενείς συνθήκες στις οποίες καταλήγουν οι δύο πρωταγωνίστριες, και οι οποίες θεωρητικά θα ενίσχυαν την νεογέννητη σχέση τους το σενάριο αμελεί να την αναπτύξει, παρ’ ότι στο τέλος επειχειρεί να μας σοκάρει (;) με μια επιλογή που μάλλον πέφτει στο κενό και δεν προκαλεί την αναμενόμενη συναισθηματική ένταση.

Εν τέλει, παρ’ ότι ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει την συναρπαστική αφηγηματική δεινότητα του Lonergan, το Planet Paradise αναδεικνύει ένα σημαντικό κενό του στη δημιουργία μιας ολοκληρωμένης ιστορίας που θα δίνει στους χαρακτήρες και την πλοκή ισότιμη βαρύτητα με τους αφηγηματικούς πειραματισμούς. Είτε αυτό γίνεται συνειδητά, είτε όχι, ελάχιστη σημασία έχει. Το μόνο σίγουρο είναι πως όταν επιτευχθεί αυτή η ιδανική ισορροπία θα μπορούμε να μιλάμε για μια μεγάλου μήκους ιστορία που θα συναρπάζει σε κάθε πτυχή της.

Σχόλια

Your email address will not be published.