03 - Οκτωβρίου - 2025
Play Dirty: Ο Mark Wahlberg παίρνει τον Shane Black στον λαιμό του

Ο Shane Black διασκευάζει τη σειρά βιβλίων του Donald E. Westlake, «Parker», με πρωταγωνιστή τον Mark Wahlberg.

Οι Mark Wahberg (αριστερά) και LaKeith Stanfield (δεξιά) στην ταινία του Shane Black, «Dirty Play».

Αντλώντας έμπνευση από το σύνολο της σειράς βιβλίων Parker, με πρωταγωνιστή τον ομώνυμο αδίστακτο ληστή, o Shane Black προσθέτει με το Play Dirty ακόμη μία ταινία στον μακρύ κατάλογο -επίσημων και ανεπίσημων- κινηματογραφικών διασκευών των εν λόγω βιβλίων, έχοντας για πρωταγωνιστή τον πιο άχρωμο και άοσμο ηθοποιό του σύγχρονου Χόλιγουντ. Τον Mark Wahlberg.

Χωρίς να αμφισβητούμε την προσπάθειά του, ο Wahlberg μπορεί να ανταποκρίνεται ικανοποιητικά στο σκέλος της δράσης, αλλά είναι παγερά αδιάφορος σε όλα τα υπόλοιπα. Ανίκανος να πιάσει τον παλμό του μαύρου χιούμορ της γραφής του Shane Black, ο δόλιος ο Wahlberg αδυνατεί να χαραχθεί στη μνήμη ως ένας αλησμόνητος κινηματογραφικός πρωταγωνιστής, καθώς δεν διαθέτει τη σπιρτάδα ενός δαιμόνιου και έτοιμου για παν ενδεχόμενο ληστή, ούτε τη στόφα ενός γνήσιου χολιγουντιανού σταρ που μπορεί να πείσει ως έντιμος αλήτης με έναν εντελώς ιδιαίτερο κι αναμφίβολα σκληρό κώδικα τιμής.

Ο Mark Wahlberg πρωταγωνιστεί στην ταινία «Play Dirty» σε σκηνοθεσία Shane Black.

Η άστοχη επιλογή του Wahlberg ως πρωταγωνιστή υπογραμμίζεται και από την πρόθεση της ταινίας να υιοθετήσει την κατασκοπική κλάση των ταινιών του James Bond, η οποία για να επιτευχθεί θα χρειαζόταν έναν ηθοποιό με διαχρονικότερη γοητεία και όχι την αδιάφορη κοψιά που φέρει ο Wahlberg. Πάντως, στην προκειμένη περίπτωση, η αποτυχία της ταινίας οφείλεται και στον χαμηλό προϋπολογισμό της, ο οποίος σίγουρα στέκεται εμπόδιο στην επίτευξη της κλασάτης εμφάνισης που θα ήθελε να πετύχει. Κάπως έτσι, το Play Dirty βρίσκεται εγκλωβισμένο ανάμεσα σε διάσπαρτα στοιχεία κλασικής αισθητικής (πχ το βίντατζ αυτοκίνητο του Parker) και την ακαλαίσθητη μοντέρνα όψη των κακοφτιαγμένων ψηφιακών εφέ. Αν τουλάχιστον αποδεχόταν την μοίρα της και προσάρμοζε τις αισθητικές της βλέψεις στις ικανότητές της, αντί να διαθέτει σεκάνς καταστροφών που υπερβαίνουν την κλίμακά της, τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι πολύ καλύτερα.

Εξίσου σκούρα είναι τα πράγματα και στην επιλογή των υπόλοιπων ηθοποιών. Κάποιες επιλογές περιφερειακών χαρακτήρων παραείναι καρικατουρίστικες και άλλες ενισχύουν ακόμα περισσότερο την αίσθηση πως αυτό που βλέπεις είναι μια φθηνή απομίμηση των ταινιών Bond∙ η τίμια, αλλά όχι ιδιαίτερα πειστική Rosa Salazar (Undone, Brand New Cherry Flavor) φέρνει στο μυαλό την πολύ πιο πειστική Ana de Armas του No Time to Die. Ο μόνος που διασώζεται και προσφέρει μερικές αξιοπρεπέστατες κωμικές στιγμές είναι ο LaKeith Stanfield στο ρόλο ενός ηθοποιού που συντηρεί το θέατρό του συμμετέχοντας σε ληστείες που οργανώνει ο Parker.

Παραδόξως όμως, το Play Dirty δεν είναι όσο ανυπόφορο το κάνουν να μοιάζουν οι παράγραφοι που προηγήθηκαν. Και τα εύσημα για αυτό οφείλονται αφενός στην πλοκή που είναι γεμάτη με τις γνώριμες, πλην διασκεδαστικές, απανωτές ανατροπές του είδους κι αφετέρου στο ελάχιστο επίπεδο ποιότητας που εγγυάται το όνομα του Shane Black.

Δίχως να βρίσκει θέση ανάμεσα στις καλύτερες στιγμές του, το Play Dirty φέρει όλα τα γνώριμα χαρακτηριστικά του δημιουργού του, από το χριστουγεννιάτικο κλίμα μέχρι το ευρηματικό κι ανα στιγμές αιματοβαμμένο χιούμορ, και διαθέτει σεκάνς δράσης που μπορεί να μην διεκδικούν δάφνες πρωτοτυπίας ή ακόμη και να παραείναι υπερβολικές, αλλά δεν σε αναγκάζουν να καταριέσαι την ώρα και τη στιγμή που αποφάσισες να δώσεις μια ευκαιρία στην ταινία.

Με άλλα λόγια, το Play Dirty απέχει από τις κορυφαίες σεναριακές και σκηνοθετικές στιγμές του Shane Black, αλλά αποτελεί ένα διασκεδαστικό ταινιάκι του σωρού που θα ήταν πολύ καλύτερο με έναν πιο ικανό πρωταγωνιστή.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *