Από το Taxi Driver (1976) και το Falling Down (1993) μέχρι το Joker (2019) και το τηλεοπτικό Beef (2023), οι ιστορίες καθημερινών ανθρώπων, τις περισσότερες φορές ανδρών χαμηλών τόνων, που οδηγούνται σε ακραία ξεσπάσματα διαθέτουν μια γοητεία∙ ίσως επειδή μάς δίνουν την ευκαιρία για μία ασφαλή και αναίμακτη υπέρβαση των ορίων που τόσο πολύ θα θέλαμε να ξεπεράσουμε και στην πραγματική ζωή, αν δεν υπήρχαν συνέπειες. Η ισπανική σειρά Furia, ή Rage, όπως είναι ο αγγλικός τίτλος, υιοθετεί το ίδιο μοτίβο, μόνο που τον ρόλο των ατόμων στα πρόθυρα νευρικού κλονισμού περνούν οι γυναίκες. Γυναίκες της υψηλής κοινωνίας, αλλά και της εργατικής τάξης που ωθούνται στα άκρα, η καθεμιά για τον δικό της λόγο.
Κάθε επεισόδιο της σειράς, υποτίθεται πως εστιάζει σε κάθε μία από τις γυναίκες, παρακολουθώντας την πορεία τους μέχρι τη στιγμή που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο θα οδηγηθούν στο καθαρτικό ξέσπασμά τους. Παράλληλα όμως, κάθε ιστορία αποκαλύπτεται πως συνδέεται με τις υπόλοιπες, αφού οι ζωές των πρωταγωνιστριών συνδέονται σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό. Αυτή η προσέγγιση δεν είναι ασυνήθιστη, ωστόσο το πρόβλημα με το Rage είναι πως δεν μπορεί να αποφασίσει αν θέλει να είναι μια ανθολογία (με ελαφριά σύνδεση της κάθε ιστορίας), όπως στο πρώτο μισό, ή μια σειρά πιο «συμβατικής» δομής όπου όλες οι ιστορίες ενσωματώνονται σε μια ενιαία αφήγηση, όπως στο δεύτερο μισό.

Ως αποτέλεσμα, προκύπτει ένας αφηγηματικός αχταρμάς που εκβιάζει την σύνδεση μεταξύ των χαρακτήρων, κάνοντας μια μεγαλούπολη όπως η Μαδρίτη να μοιάζει με χωριουδάκι ελάχιστων κατοίκων, και υποχρεώνει σε επανάληψη των ίδιων και των ίδιων σκηνών, αλλά από διαφορετικές οπτικές κάθε φορά χωρίς όμως να προσθέτει κάποια ουσιαστική πληροφορία. Ακόμα χειρότερα, είναι προφανές πως αυτή η αφηγηματική στροφή από τα μέσα της σεζόν και μετά προκύπτει επειδή το σενάριο ξεμένει από ιδέες και προσπαθεί να οδηγήσει τις πολλαπλές ιστορίες του σε κάποιο κοινό σημείο, ενώ κάλλιστα θα μπορούσαν να είχαν ολοκληρωθεί στο επεισόδιο που αντιστοιχεί στην κάθε μία. Μάλιστα, καταφέρνει με αυτόν τον τρόπο να κάνει μια σειρά μόλις οκτώ ημίωρων επεισοδίων να φαντάζει αφηγηματικά φλύαρη!
Και είναι κρίμα που ένα εγχείρημα σαν κι αυτό, θεωρητικά ξεκάθαρο ως προς τι προθέσεις του, περιπλέκεται τόσο ανούσια, διότι το πρώτο μέρος του Rage, παρά τις εξώφθαλμες σεναριακές ευκολίες του (τα σπίτια των πλουσίων φαίνεται πως είναι ξέφραγο αμπέλι στην Μαδρίτη), έχει μία παιχνιδιάρικη, πολύχρωμη όψη που εντάσσεται ικανοποιητικά στο ρεαλιστικό αστικό περιβάλλον των διάφορων κοινωνικών κρίσεων και διαθέτει ενδιαφέρουσες ιδέες που εξερευνούν μια σχετικά πλούσια γκάμα θεματικών, από το χάσμα γενεών μέχρι την έντονη τουριστικοποίηση της πόλης και την κρίση κατοικίας που αυτή συνεπάγεται.
Δυστυχώς, παρά την ποπ αισθητική του και τις σκόρπιες ενδιαφέρουσες ιδέες του, το Rage πέφτει θύμα μίας κακοστημένης αφήγησης που αδυνατεί να διαχειριστεί τις πολυάριθμες υποπλοκές του, οδηγώντας μια δυνητικά ιντριγκαδόρικη σειρά σε αδιέξοδο.


















