Χρειάζεται ενσυναίσθηση και ευελιξία στη σκηνοθεσία μίας ταινίας που έχει στον πυρήνα της το τραύμα. Η Eva Victor στο κινηματογραφικό της ντεμπούτο Sorry, Baby, στο οποίο πρωταγωνιστεί και υπογράφει το σενάριο, επιχειρεί, διατηρώντας τις ισορροπίες ανάμεσα στο χιούμορ και το δράμα, να αγκαλιάσει ένα κορίτσι που υπέστη παρενόχληση και να παρακολουθήσει τη σιωπηλή διαδικασία επούλωσής της σε έναν κόσμο που κινείται γρηγορότερα από τους ρυθμούς της.
Η Agnes είναι διδακτορική φοιτήτρια αγγλικής φιλολογίας σε ένα Πανεπιστήμιο της Νέας Αγγλίας. Η καθημερινότητά της χαρακτηρίζεται από βιβλία κλασικής λογοτεχνίας, συζητήσεις με την καλύτερή της φίλη, διθυραμβικά σχόλια για τις εργασίες της από τον καθηγητή της, τον οποίο εκτιμά ως συγγραφέα. Ώσπου συμβαίνει, απροσδόκητα, κάτι τραυματικό στη ζωή της. Κάποιος την έβλαψε και μετά την παράτησε, χαμένη, μπροστά σε ένα μπλεγμένο κουβάρι από σκέψεις και βιώματα. Και αναζητά τον τρόπο να συνεχίσει τη ζωή της, συνυπάρχοντας με μία πληγή.

Η Eva Victor δομεί την αφήγηση σπονδυλωτά, χωρίζοντας σε κεφάλαια σκόρπιες, χρονικά ασύνδετες μεταξύ τους, στιγμές από τη ζωή της Agnes. Κάθε κεφάλαιο είναι σημαντικό για εκείνη υποκειμενικά, διότι την άλλαξε ως άτομο. Κυρίως, επιθυμεί να δείξει ότι δεν περιστρέφεται καθετί που της συμβαίνει γύρω από το τραύμα της, αλλά μαθαίνει να συνυπάρχει με αυτό χωρίς να την εμποδίζει από το να προσλαμβάνει καινούρια ερεθίσματα. Έτσι, αυτό που της συνέβη δεν την εμποδίζει να χαρεί με την εγκυμοσύνη της καλύτερής της φίλης ή να γνωρίσει έναν νέο έρωτα, ούτε να πανηγυρίσει με τον διορισμό της ως καθηγήτριας.
Είναι ενδιαφέρουσα η επιλογή να παρακολουθούμε την ταινία από την οπτική γωνία της Agnes. Εξοικειωνόμαστε με το ιδιόμορφο χιούμορ, κι ας φαίνεται παράταιρο αρχικά, συνηθίζουμε τα χρονικά άλματα στις αναμνήσεις της, πράγμα λογικό, αφού το μυαλό μετά από ένα σοκ δε σκέφτεται γραμμικά, κατανοούμε πως τα τρίτα πρόσωπα δε μιλούν στην Agnes με ρεαλιστικό τρόπο, αλλά όπως τα ακούει εκείνη. Πρόκειται δηλαδή για εντελώς προσωπική της εκτίμηση της πραγματικότητας. Έτσι, όταν της απευθύνονται με τρυφερότητα και πρόθεση να βοηθήσουν, εκείνη αντιλαμβάνεται τη φροντίδα πολλαπλασιασμένη. Αντίστοιχα, όταν βιώνει την παντελή ανεπάρκεια και απόρριψη των κοινωνικών φορέων, εκείνη τους αναπαριστά σαν καρικατούρες, τους γελοιοποιεί.

Σαφώς επηρεασμένη από το Fleabag και το ύφος της Phoebe Waller- Bridge, η Eva Victor διαθέτει την σπάνια ικανότητα να προκαλεί συναισθήματα έντονης συγκίνησης παράλληλα με ειλικρινές γέλιο, λόγω του επιτηδευμένα άβολου ύφους που υιοθετεί στην ερμηνεία της. Σε επίπεδο σεναρίου, υπήρχε περιθώριο να εμπλουτιστεί, ώστε να γνωρίσουμε καλύτερα ως χαρακτήρα τόσο την Agnes όσο και τα κοντινά της πρόσωπα. Πάντως είναι ολοφάνερη η φρέσκια ματιά και το ανεπιτήδευτο της γραφής.
Αλλά και η ίδια η επιλογή της τοποθεσίας από τη σκηνοθέτιδα οδηγεί στην αντιφατικότητα των συναισθημάτων. Ένα μέρος απομονωμένο από τον υπόλοιπο κόσμο, κρύο και κλειστό, όπου είναι σύνηθες να νιώθεις λύπη, μοναξιά, την αίσθηση ότι κανείς δε σε καταλαβαίνει, μα από την άλλη μπορείς να βρεις εύκολα ανθρώπους που, ακόμα κι αν δε σε γνωρίζουν, θα σε προτρέψουν να τους ανοίξεις την καρδιά σου. Ακόμα και η απομόνωση, όταν συμβαίνει σε έναν τόπο γεμάτο φύση και ηρεμία, μπορεί να αποδειχτεί θεραπευτική.
Ακόμα και αν η ηρωίδα δε φτάνει σε κάποια φανερή κάθαρση, όπως μας έχουν συνηθίσει άλλες ταινίες για το τραύμα και την παρενόχληση, σίγουρα διανύει τον προσωπικό της αγώνα, αργά μα σταθερά. Μέχρι να φορέσει ξανά τα παπούτσια που καταχώνιασε στην αποθήκη χωρίς να φοβάται πια την ανάμνηση που κουβαλάνε, συνειδητοποιώντας πως δεν είναι η Agnes αυτή που πρέπει να νιώθει φόβο. Ένα από τα νοήματα, απλό και σαφές, που αφήνει η ταινία ως επίγευση είναι πως δεν είμαστε εντελώς μόνοι, αλλά υπάρχουν άνθρωποι διατεθειμένοι να συντονίζουν την ανάσα τους με τη δική μας, μέχρι να μη μας πνίγει ο αέρας.


















