Ο Steve (Cillian Murphy) είναι δάσκαλος σε ένα κακόφημο σχολείο της Ιρλανδίας, όπου φοιτούν οι πιο ατίθασοι, ταραχοποιοί μαθητές. Παιδιά δίχως μοίρα στον ήλιο, που στην καλύτερη περίπτωση θα καταλήξουν στη φυλακή, στη χειρότερη νεκροί σε κάποια επιχείρηση λαθρεμπορίας ναρκωτικών που θα στραβώσει. Όμως, ο Steve επιμένει να κάνει ευσυνείδητα τη δουλειά του παρά τις αντιξοότητες. Όταν η κυβέρνηση αποφασίσει πως το σχολείο πρέπει να κλείσει, εκείνος και οι συνάδελφοί του θα προσπαθήσουν πρώτα να ανατρέψουν την απόφαση και, ύστερα, όταν συνειδητοποιήσουν κι αποδεχθούν το μάταιο του αγώνα τους, να προσφέρουν στους μαθητές τους το καλύτερο που μπορούν στους έξι μήνες που απομένουν μέχρι την κατεδάφιση του κτιρίου.
Ένα χρόνο πριν, τέτοιο καιρό, κυκλοφορούσε στις αίθουσες το θαυμάσιο Small Things Like These, σκηνοθετικό ντεμπούτο του Tim Mielants, που είχε ξεκινήσει την πορεία του από το Φεστιβάλ Βερολίνου του 2024 με την ώθηση του «πρώτου ρόλου του Cillian Murphy μετά το Oppenheimer» και της διόλου αμελητέας εκδοτικής επιτυχίας των βιβλίων της Claire Keegan, σε ένα από τα οποία βασιζόταν το φιλμ, για να καταλήξει σε ένα από τα λιγότερο προβεβλημένα, μα πιο ουσιαστικά συγκινητικά φιλμ της χρονιάς. Πώς να μην ανυπομονείς, λοιπόν, για την επόμενη συνεργασία σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή; Και πώς να μην απογοητευτείς όταν η συνεργασία αυτή προκύπτει σαν το Steve;

Είναι λες και ο Mielants βάλθηκε να κάνει ακριβώς την αντίθετη ταινία από το ντεμπούτο του. Ό,τι θαυμάσαμε εκεί, η λεπτότητα, η διακριτικότητα του μηνύματος, η σιωπηλά εκρηκτική ερμηνεία του Murphy, ο υπόγειος τρόπος με τον οποίο εκφράζονται τα συναισθήματα των χαρακτήρων, η συνειδητή απουσία εξωτερικής δράσης και εξάρσεων, αντιστρέφεται εδώ. Κι έτσι, έχουμε ένα φιλμ που διατυπώνει ή, μάλλον, ουρλιάζει το μήνυμά του σε κάθε σκηνή σχεδόν, έναν Murphy καθοδηγούμενο από τον σκηνοθέτη του να παραδίδει την πιο εξωστρεφή ερμηνεία του, κάτι που δεν αναφέρουμε απαραίτητα για καλό, ένα σενάριο γεμάτο exposition διαλόγους κι επεξηγηματικές σκηνές, συναισθηματικές κλιμακώσεις κάθε δεύτερη σκηνή. Κι αν στην αρχή, προσερχόμενοι καλοπροαίρετα, προσπαθούμε να ταυτιστούμε το δράμα των προσώπων, η ταινία το καθιστά πλήρως αδύνατο μέχρι το τέλος, καθώς οι αλλεπάλληλες φωνές, τα κλάματα, τα ουρλιαχτά μετατρέπουν το φιλμ σε μια ιδιαίτερα οδυνηρή, ενοχλητική εμπειρία.
Μερικώς διασωζόμενη η Emily Watson, που κρατούσε μικρό ρόλο και στο Small Things Like These, είναι το μοναδικό δέλεαρ μιας ταινίας που, αναπάντεχα, δε διαθέτει σχεδόν τίποτα άλλο να εκτιμήσεις. Η υστερία που αναδύεται από κάθε σκηνή και κάθε διάλογο δεν θυμίζει σε τίποτα έναν σκηνοθέτη που εκτιμήσαμε για τη μειλιχιότητά του κι έναν ηθοποιό που εκτιμούμε βαθύτατα για την εσωτερικότητα των ερμηνειών του.
Δε γνωρίζουμε κατά πόσο η συνεργασία με το Netflix και ενδεχόμενες παρεμβάσεις των ιθυνόντων του τελευταίου στο τελικό αποτέλεσμα αλλοίωσαν το όραμα του Tim Mielants, δυσκολευόμαστε όμως να πιστέψουμε ότι αυτή η ταινία θα μπορούσε να βελτιωθεί. Μοιάζει απολύτως συνειδητή και στοχευμένη η απόπειρα του σκηνοθέτη να κάνει κάτι διαφορετικό, δυστυχώς όμως επιλέγει να αποτινάξει ό,τι έκανε το πρώτο φιλμ του αξιόλογο. Η δεύτερη ταινία μετά από ένα καθηλωτικό ντεμπούτο είναι πάντα δύσκολη, ελπίζουμε όμως ο Mielants να μην αποδειχθεί περίπτωση της μιας καλής ταινίας και των πολλών μετριοτήτων – ή και βαρβαροτήτων, όπως περίπου είναι το Steve.


















