Ένας ξυλουργός (Nicolas Cage) κρύβεται με την οικογένειά του στην κατεχόμενη από τους Ρωμαίους Αίγυπτο. Ο γιος του (Noah Jupe) μεγαλώνει υπό την αυστηρή προστασία του πατέρα του, ο οποίος τον προφυλάσσει από το κακό που παραμονεύει ενώ ταυτόχρονα τον προετοιμάζει για την υπέρτατη αποστολή του. Όμως ο νεαρός αμφισβητεί τις διδαχές του πατέρα του διαρκώς και καταλήγει να εξεγερθεί εναντίον του. Καθώς αναπτύσσει υπερφυσικές ικανότητες, αρχίζει να τις χρησιμοποιεί εναντίον του πατέρα και προστάτη του. Όμως η φρίκη που καραδοκεί την οικογένεια του φτωχού ξυλουργού δεν έχει ακόμη εκδηλωθεί σε όλο της το μεγαλείο, αφού φυσικές και θεϊκές δυνάμεις ελλοχεύουν.
Το The Carpenter’s Son ισχυρίζεται πως αντλεί έμπνευση από το κρυφό Ευαγγέλιο του Θωμά, για να αφηγηθεί την ιστορία του Χριστού μέσα από τα μάτια του Ιωσήφ – αν και οι χαρακτήρες δεν κατονομάζονται ποτέ μέσα στο έργο, τους γνωρίζουμε απλά ως «Αγόρι» και «Ξυλουργό» αντίστοιχα. Καθώς δεν έχω διαβάσει το εν λόγω κείμενο (ούτε και κάποιο άλλο από τα Ευαγγέλια, για να είμαι ειλικρινής), δεν μπορώ να εξακριβώσω την… πιστότητα της μεταφοράς, ακόμη όμως κι αν δεχθούμε πως ο ισχυρισμός ευσταθεί (πράγμα που δεν έχουμε λόγο να αμφισβητήσουμε, άλλωστε) σε τίποτα δεν αλλάζει η γνώμη μας για την ταινία καθαυτή. Βλέπετε, το φιλμ του Lofty Nathan είναι ένα φτηνό, από κάθε άποψη, και κακοφτιαγμένο b-movie, από αυτά που υπομένουμε απλά και μόνο επειδή είμαστε λάτρεις του Nicolas Cage και completists της φιλμογραφίας του.
Η αλήθεια είναι ότι το concept μιας ταινίας τρόμου με θέμα τη ζωή του Χριστού και μάλιστα γυρισμένης στην Ελλάδα είναι κάτι που μας ιντριγκάρει. Πόσο μάλλον όταν το cast στελεχώνεται από έναν ηθοποιό όπως ο Cage, ο οποίος, στο ρόλο του Ιωσήφ, αφήνεται ελεύθερος να ξεδιπλώσει την αγάπη του για το χαρακτηριστικό, αξιολάτρευτο overacting. Οι στιγμές που ο Nic αφήνει το χειρόφρενο ελεύθερο και αφηνιάζει είναι όχι απλά οι καλύτερες της ταινίας, αλλά και οι μόνες που σε πείθουν να συνεχίσεις την προβολή. Και μόνο η σκέψη ότι έχεις μπροστά σου μερικές ακόμα σκηνές με μανιασμένο Nicolas Cage αρκεί για να συγκρατήσει το δάκτυλο από το πλήκτρο του «Stop».
Δυστυχώς, η ταινία δεν έχει να προσφέρει τίποτα άλλο. Η σκηνοθεσία του Nathan είναι οκ, αξιοποιεί ως ένα βαθμό το τοπίο και κάνει το θέαμα να φαντάζει ως ένα βαθμό αξιοπρεπές. Όμως, ο σεναριακός αχταρμάς, η προχειρότητα στα εφέ και στην παραγωγή (ακούγονται άπταιστα… ελληνικά στο sound design των ομιλιών των κομπάρσων, ενώ η ταινία υποτίθεται πως διαδραματίζεται στην Αίγυπτο) είναι εμφανής εξαρχής, ενώ τα κλισέ των ταινιών τρόμου με μεταφυσικό στοιχείο καθιστούν την παρακολούθηση του φιλμ σχεδόν ανυπόφορη. Το υπόλοιπο cast δε, είναι από το εκπτωτικό ράφι του Χόλιγουντ.
Ποτέ δεν περιμέναμε το The Carpenter’s Son να είναι μια ακριβώς σημαντική ή, έστω, καλή ταινία. Θα θέλαμε, όμως, έναν μεταμεσονύκτιο χαβαλέ που θα μας άνοιγε την όρεξη για επαναληπτικές προβολές, θα μας χάριζε αξιομνημόνευτες ατάκες και θα κέρδιζε με το σπαθί του ένα cult status. Δυστυχώς, το φιλμ του Lofty Nathan δεν πετυχαίνει τίποτα από όλα αυτά και όσο Cage Rage και αν διαθέτει δεν μπορεί να γίνει πραγματικά ενδιαφέρον. Ούτε καν βλάσφημο δεν μπορούμε να το χαρακτηρίσουμε, αφού το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα είναι τόσο αδιάφορο, που αμφιβάλλουμε αν θα θέσει την πίστη οποιουδήποτε σε δοκιμασία.


















