/

The Fabelmans: Ζωή σαν Σινεμά

The Fabelmans
Gabriel LaBelle as Sammy Fabelman in The Fabelmans, co-written, produced and directed by Steven Spielberg.

«Οι ταινίες είναι όνειρα που ποτέ δεν ξεχνάς». Καταφύγια για να ξεφύγεις από την πραγματικότητα ή να δημιουργήσεις την δική σου επιλέγοντας ο ίδιος τα δομικά της υλικά. Για τον μικρό, τότε, Spielberg (ή αλλιώς Σάμι στην ταινία) αυτό συνέβη ένα κρύο βράδυ στο Νιού Τζέρσεϊ του 1952, αφότου οι γονείς του τον πήγαν για πρώτη φορά σινεμά για να παρακολουθήσουν στη μεγάλη οθόνη το αριστούργημα του Cecil B. DeMille, The Greatest Show on Earth. Το γεγονός αυτό στάθηκε καταλυτικό στην πρόκληση της επιθυμίας του να αναπαράγει ξανά και ξανά στην κανονική ζωή μια συγκεκριμένη σκηνή από το φιλμ εώς ότου αποκτήσει τον πλήρη έλεγχο επ’ αυτής, αποτελώντας την αρχή ενός,εντελώς, προσωπικού οδοιπορικού με αφετηρία το Νιού Τζέρσεϊ, ενδιάμεσες στάσεις το Φίνιξ και τη Βόρεια Καλιφόρνια, και τερματικό το Χόλιγουντ.

Seen one, seen them all όπως λένε, καθώς αν ανατρέξεις στην φιλμογραφία του παραμυθά Spielberg ο ρόλος, η θέση και η σημασία της οικογένειας αποτελούν κοινό τόπο και αιτία που η απουσία/παρουσία της (της οικογένειας) τον ώθησε στο να φτιάξει ταινίες ως ένα μέσο συμφιλίωσης με το παρελθόν του. Το Fabelmans ρίχνει φως σε σκοτεινά για τον σκηνοθέτη μυστικά και, παράλληλα, λειτουργεί ως μια προσωπική εξομολόγηση του ίδιου αναφορικά με όλα όσα προσπαθούσε εμμέσως ή αμέσως να επικοινωνήσει στις προηγούμενες δουλειές του.

The Fabelmans

Ο Spielberg ανοίγει διάπλατα τις πόρτες (και την καρδιά) του οίκου των Fabelmans τοποθετώντας τους ήρωες του ως μέρος της αφήγησης, συστήνοντας, έτσι, στο κοινό την οικογένεια του που απαρτίζεται από την μητέρα του (οσκαρική ερμηνεία από την Michelle Williams), μια ταλαντούχο καλλιτέχνη και καταπιεσμένη γυναίκα, «παγιδευμένη» στο εσωτερικό τεσσάρων τοίχων θυσιάζοντας τα «θέλω» της για χάρη των παιδιών της και του επιστήμονα συζύγου της (Paul Dano, The Batman), ενός στοργικού οικογενειάρχη, τον επιστήθιο φίλο του(ς) και «θείο» που άθελα του θα φέρει τα πάνω κάτω στη ζωή τους (Seth Rogen), και, τέλος, τον ίδιο τον Σάμι/Spielberg (Gabriel LaBelle), ένα παιδί που θέλει να ασχοληθεί επαγγελματικά, και όχι ως χόμπι, όπως το βλέπει ο πατέρας του, με το σινεμά.

Με μια κάμερα στο χέρι κινηματογραφεί τους συμμαθητές του δημιουργώντας μικρού μήκους ταινίες τις οποίες, στη συνέχεια, τους προβάλλει, αλλά και την οικογένεια του σε μια προσπάθεια του να τους «κρατήσει» ζωντανούς στη μνήμη του. Το «είναι» και το κινηματογραφικό «φαίνεσθαι» μπορούν να ανακατασκευαστούν αλλοιώνοντας, εν μέρει, γεγονότα και πρόσωπα, και αυτό χάρη στον τρόπο χειρισμού της κάμερας. Αλλά η αλήθεια ποτέ, με τον έφηβο Σάμι να το συνειδητοποιεί στην προσπάθεια του να βάλει στη σειρά μεμονωμένα πλάνα από μια οικογενειακή εκδρομή. «Οικογένεια και τέχνη, θα σε χωρίσουν στα δύο» ακούγεται να του λέει κάποιος. Και αυτό ήταν η αλήθεια, καθώς μετά το διαζύγιο των γονιών του ο Spielberg απομακρύνθηκε από τον πατέρα του, ενώ έπρεπε να περάσουν χρόνια για την επανένωση τους.

Το δέος του να παρακολουθείς την πρώτη σου ταινία στη μεγάλη οθόνη, το διαζύγιο των γονιών του, η σχέση του με τη μητέρα του, και οι προσπάθειες να συμφιλιωθεί με την καταγωγή του αποτυπώνονται γραμμικά με κάθε Spielberg-ικά δυνατό τρόπο. Το φιλμ αποπνέει ρομαντισμό, νοσταλγία και συγκίνηση, είναι γεμάτο συναίσθημα (χωρίς αυτό να εκβιάζεται) και ειλικρίνεια πάνω στα καλύτερα, αυτά της παιδικής ηλικίας, του χρόνια, και όλα αυτά δοσμένα με τον πιο mainstream τρόπο, τη στιγμή που άλλοι συνάδελφοι του στον χώρο σκαρφίζονται πολύπλοκες ιδέες για να επικοινωνήσουν τα δικά τους προσωπικά βιώματα (βλέπε το πρόσφατο Bardo).

Η οικογένεια είναι το παν. Και αυτό φροντίζει να το «επισημάνει» ο Spielberg επιστρατεύοντας μια δεύτερη, αυτή των χρόνιων συνεργατών του, προκειμένου να αφηγηθεί την πιο προσωπική του ιστορία.Από τον Tony Kushner (West Side Story, Lincoln, Munich),  στοσενάριο,με τον οποίο το συνυπογράφει, και τον αειθαλή John Williams στη σύνθεση της μουσικής, μέχρι τον Janusz Kaminski στη διεύθυνση φωτογραφίας και τον Rick Carter στη διεύθυνση παραγωγής (η λίστα δεν έχει σταματημό και εσκεμμένα δεν αναφέρω τις συνεργασίες τους γιατί δε θα τελειώναμε ποτέ), θεωρούνται και αυτοί «οικογένεια».

Χρειάστηκε να περάσουν επτά δεκαετίες για να έρθει τόσο ξεκάθαρα αντιμέτωπος με το παρελθόν του και να μιλήσει με μπόλικη αυτοαναφορικότητα για τον ίδιο και την οικογένεια του. Ας είναι. Το σινεμά ως μέσο παρακολούθησης ταινιών, αυτή η συλλογική, αλλά και ταυτόχρονα πολύ προσωπική υπόθεση του καθενός, λειτουργεί και ως γιατρικό, κυρίως για γεγονότα του παρελθόντος, ένας μηχανισμός τέρψης της ψυχής και επούλωσης των πληγών. Είθε, λοιπόν, να είχαν οι περισσότεροι την μεγάλη καρδιά αυτού του μικρού(και ας είναι 75), αιώνιου, εφήβου, και ο κόσμος (μαζί και ο κινηματογράφος) θα ήταν καλύτερος.

Σχόλια

Your email address will not be published.