/

The House: Μια αιωνιότητα και ένα σπίτι

Δύσκολο πράγμα το stop-motion. Κυριολεκτικά, με την έννοια πως η παραγωγή του είναι από τις πιο χρονοβόρες καλλιτεχνικές διαδικασίες, αλλά κυρίως μεταφορικά, αφού απαιτεί λεπτό χειρισμό, ώστε το αποτέλεσμα να μοιάζει τόσο φυσικό όσο χρειάζεται, χωρίς να κρύβει και την χειροποίητη ατέλειά του που το κάνει τόσο γοητευτικό. To The House, η πρόσφατη ανθολογική ταινία (ή σειρά, δεν είναι ξεκάθαρο ως τι το προωθεί το Netflix) πετυχαίνει αυτήν ακριβώς την ισορροπία, παρουσιάζοντας τη «ζωή» ενός σπιτιού στο πέρασμα του χρόνου με την κάθε μια εκ των τριών ιστοριών να τοποθετείται και σε μια διαφορετική, αλλά απροσδιόριστη χρονική στιγμή.

Στο «The Wolf House» ο εφιάλτης συναντά την πρωτοπορία

Αν και οι τρεις ταινίες διαθέτουν επιμέρους χαρακτηριστικά που τις διαφοροποιούν, σαν σύνολο η ταινία καταφέρνει να διατηρεί μια σχετικά ενιαία ταυτότητα που χαρακτηρίζεται από άβολη, ανα στιγμές ελαφρώς τρομακτική ατμόσφαιρα και το ελλειπτικό σενάριο του Enda Walsh που βουτά το κοινό κατευθείαν στα βαθιά, δίχως να νοιάζεται για επεξηγήσεις και απλουστεύσεις, ενισχύοντας έτσι τόσο την εντύπωση μιας διάχυτης απειλής υπαρξιακού χαρακτήρα, αλλά και την αμφισημία των ιστοριών. Βέβαια, κοινό γνώρισμα είναι και το σταθερά υψηλό επίπεδο του animation που παραμένει διαρκώς εντυπωσιακό και συνοδεύεται από τις παθιασμένες ερμηνείες των ηθοποιών που δανείζουν τις φωνές τους. Πάρτε για παράδειγμα την τελευταία ιστορία, όπου δεν μπορείς παρά να εντυπωσιαστείς με τις ανέλπιστα εκφραστικές ανθρωπόμορφες γάτες που σφύζουν από ζωή. Πραγματικά σπουδαίο επίτευγμα!

Anomalisa: Πόσος ναρκισσισμός χωράει στις ανθρώπινες σχέσεις;

Ι – And heard within, a lie is spun

Η πρώτη ιστορία, σε σκηνοθεσία των Emma de Swaef και Marc James Roels, είναι εκείνη που μπορεί να καταταχθεί στο είδος του τρόμου με μεγαλύτερη ευκολία, αν και μάλλον ούτε αυτός ο όρος την περιγράφει ιδανικά. Σε αυτήν παρακολουθούμε μια οικογένεια, η οποία αφήνει το φτωχικό της σπίτι για να μετακομίσει σε ένα νέο, εντυπωσιακό κτίριο, ευρύχωρο και πολυτελές, το οποίο τους χάρισε ένας αρχιτέκτονας, δίχως κάποιο προφανές αντάλλαγμα. Οι γονείς γοητεύονται από τις νέες συνθήκες διαβίωσης, παρά τις εντολές του αρχιτέκτονα να ζουν υπακούοντας πολύ συγκεκριμένους κανόνες, ωστόσο τα δύο παιδιά αρχίζουν να δυσανασχετούν ή ακόμα και να τρομάζουν. Η ψυχρή πολυτέλεια του νέου σπιτιού δεν μπορεί να αντικαταστήσει το λιτό, μα φιλόξενο σπίτι στο οποίο μεγάλωσαν.

Η εμμονή του αρχιτέκτονα με την συνθετική αρμονία -κάθε λεπτομέρεια του σπιτιού οφείλει να είναι σχεδιασμένη από τον ίδιο, η οικειοποίηση του χώρου από τους κατοίκους απαγορεύεται!- θα μπορούσε να θεωρηθεί ένα σχόλιο για τον ναρκισσισμό των αρχιτεκτόνων (ή ευρύτερα των καλλιτεχνών), ενώ η ερμηνεία της ιστορίας ως αλληγορία για τις καταστροφικές συνέπειες της ακόρεστης δίψας για πλούτο και καλοπέραση δεν φαντάζει άτοπη.

Η επιτυχία της εισαγωγικής ιστορίας κορυφώνεται στο animation, το οποίο ξεχωρίζει για την αισθητική του με τα ιδιόμορφα πρόσωπα και τα μικροσκοπικά, μα εκφραστικά μάτια τους. Τα πάντα έχουν τραχιά υφή που σε προσκαλεί να την αγγίξεις και υπενθυμίζουν πως όσα βλέπουμε είναι για κούκλες, κάνοντας τελικά το αποτέλεσμα ακόμα πιο ατμοσφαιρικό με την σκηνοθεσία των Swaef και Roels να απογειώνει το τελικό αποτέλεσμα.

II – Then lost is truth that can’t be won

Στη δεύτερη ιστορία, το σπίτι βρίσκεται πλέον στα όρια μιας πλήρως ανεπτυγμένης αστικής περιοχής. Εδώ, πρωταγωνιστεί ένα ποντίκι το οποίο αφού πρώτα ανακαίνισε το κτίριο (θα τρίζουν τα κόκκαλα του Αρχιτέκτονα!), σκοπεύει να το πουλήσει. Πεπεισμένο πως η παρουσίαση του σπιτιού θα έχει τρομερή επιτυχία, προσπαθεί να τα έχει όλα στην εντέλεια, αλλά αυτές οι ριμάδες οι κατσαρίδες δεν λένε να εξαφανιστούν. Σα να μην έφτανε αυτό, η παραγγελία για το φαγητό των καλεσμένων έρχεται, αλλά αποδεικνύεται πως δεν είναι η σωστή, εκκινώντας ένα γαϊτανάκι καταστροφής που κλιμακώνεται με τρόπο οργιαστικό, θέτοντας εν αμφιβόλω κάθε προσπάθεια εγκράτειας των ανελέητων πρωτόγονων ενστίκτων που περιμένουν την πρώτη ευκαιρία για να κατασπαράξουν κάθε ίχνος πολιτισμού.

Η ταινία της Niki Lindroth von Bahr είναι μακράν η πιο «ανάλαφρη» απ’ τις τρεις, με την εννοια πως ειναι διαποτισμένη με αρκετές δόσεις μαύρου χιούμορ, χωρίς αυτό να σημαίνει πως αποβάλλει ολοκληρωτικά τις πιο ατμοσφαιρικές, ή καλύτερα άβολες, στιγμές της. Για ακόμη μια φορά, το animation είναι εκπληκτικό, τα σκηνικά εντυπωσιακά και τα ποντίκια όσο κωμικά και αηδιαστικά χρειάζεται, αν και η μοντέρνα αισθητική στερεί κάτι από την σπουδαία ατμόσφαιρα των άλλων δύο προσθηκών.

III – Listen again and seek the sun

Ίδιο σπίτι, διαφορετικές συνθήκες. Η τρίτη και τελευταία ιστορία μας μεταφέρει σε έναν μετα-αποκαλυπτικό κόσμο όπου η στάθμη της θάλασσας έχει καλύψει κάθε ίχνος χτιστού περιβάλλοντος. Μονάχα το σπίτι «μας» έχει απομείνει, αν και το μέλλον του φαντάζει προδιαγεγραμμένο. Παρ’ όλα αυτά, η νεαρή πρωταγωνίστρια μας, η ανθρωπόμορφη γάτα Rosa, επιμένει να αγνοεί την κατάσταση και εμμένει στο όνειρο της  να ανακαινίσει το κτίριο, ώστε να το επαναφέρει στα παρελθοντικά μεγαλεία των παιδικών της χρόνων. Εγκλωβισμένη από αυτή την ανώφελη εμμονή, αρνείται να κοιτάξει την μεγάλη εικόνα, αρνείται να αποδεχθεί πως στις ακραίες συνθήκες που έχει οδηγηθεί ο κόσμος έννοιες όπως το χρήμα, το ενοίκιο και η ιδιοκτησία μοιάζουν αφελής. «Το κάνουμε ακόμα αυτό;», απαντά με εμφανή αμηχανία ο φιλικός Elias, όταν η απηυδισμένη Rosa ζητά για ακόμη μια φορά το νοίκι.

Η σκηνοθεσία της Paloma Baeza (συζύγου του σπουδαίου και αγαπημένο μας εδώ στο Director’s Cut, Alex Garland) εκμεταλλεύεται πλήρως τις συνθήκες που πλαισιώνουν την ιστορία της και παραδίδει μια ταινία άκρως ατμοσφαιρική. Η πηχτή ομίχλη εντείνει την κλειστοφοβία και το άλλοτε αγέρωχο, ή ακόμα και απειλητικό σπίτι, μοιάζει με ένα γκριζωπό φάντασμα, έτοιμο να περάσει στην υπαρξιακή λήθη.  Σταδιακά, η αποπνικτική, δυστοπική ατμόσφαιρα, που ως έναν βαθμό αντικατοπτρίζει και την εμμονική Rosa με την ασφυκτική προσήλωση σε ένα ιδεατό κόσμο που είναι αδύνατον να υλοποιηθεί, η σκηνοθεσία αποκτά ονειρικές διαστάσεις (που δήλωναν την παρουσία τους μέσω του εξαρχής απαλού κι ονειρικού φωτισμού). Όνειρο και πραγματικότητα μπλέκονται, ο σουρεαλισμός κυριεύει για ακόμη μια φορά και οι απαντήσεις για το φινάλε επαφίονται ξανά στο κοινό.

Σχόλια

Your email address will not be published.