/

The Social Network: Η γέννηση ενός villain

Από την εποχή που κυκλοφόρησε το Social Network μέχρι σήμερα ελάχιστα πράγματα έχουν μείνει ίδια όσον αφορά τον κόσμο των μέσων κοινωνικών δικτύωσης. Αυτό που τότε φαινόταν να διαθέτει μια ορμή που κανείς δεν γνώριζε πώς και σε ποιόν βαθμό θα αλλάξει τη ζωή μας, σήμερα έχει μετατραπεί σε αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας, επηρεάζοντας τα πάντα -από τον τρόπο που φλερτάρουμε μέχρι την άσκηση πολιτικής. Υπό αυτή την έννοια, η απόπειρα για καταγραφή της γέννησης του facebook ίσως έμοιαζε κάπως πρόωρη εκείνη την εποχή (για τον τότε εαυτό μου πάντως φάνταζε σίγουρα βαρετή), αλλά έχοντας πλέον τη γνώση της κατάληξης του, δηλαδή τη μετατροπή του σε έναν εταιρικό κολοσσό με πολιτική επιρροή και οικονομική ισχύ μεγαλύτερη ακόμα και από εκείνες κρατών, έχει ενδιαφέρον να εξετάσουμε αν η ταινία του David Fincher είναι επίκαιρη ή αν οι εξελίξεις την έχουν ξεπεράσει προ πολλού.

Φαινομενικά, η ταινία μοιάζει να αγνοεί το κοινωνικο-πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο γεννήθηκε, διαμορφώθηκε και γιγαντώθηκε το facebook. Όντως, το σενάριο του Aaron Sorkins ποτέ δεν ενδιαφέρεται για αυτά, αλλά εστιάζει μονάχα στις εμμονές του αντι-κοινωνικού Zuckerberg, ο οποίος ήθελε παθιασμένα να γίνει μέλος σε κάποια από τις ιδιωτικές και prestige ομάδες του Harvard και στον τρόπο με τον οποίον αυτές οι εμμονές αποδείχθηκαν καταστροφικές για τις προσωπικές του σχέσεις. Όλα ξεκινάνε, όταν η κοπέλα του (εξαιρετική η Rooney Mara, αν και διαθέτει μικρό ρόλο καταφέρνει να κλέψει τις εντυπώσεις παρέα με τον Eisenberg) τον ρώτησε, στην εισαγωγική, μα εξαιρετικά σημαντική σκηνή της ταινίας, σε ποιά από αυτές τις ομάδες είναι πιο εύκολο να μπει, εκείνος παρεξηγήθηκε, εκκινώντας έναν αδικαιολόγητο καβγά που κατέληξε στο χωρισμό του ζευγαριού. Εξοργισμένος, ο Mark γυρνάει σπίτι και αποφασίζει να φτιάξει μια σελίδα, όπου οι φοιτητές θα συγκρίνουν κοπέλες επιλέγοντας την ομορφότερη με σκοπό να τιμωρήσει την πρώην του για την οποία μάλιστα έγραψε και ένα διόλου κολακευτικό άρθρο στο blog του.

Έστω και άθελα του, ο Sorkins αναδεικνύει μια ενοχλητική αλήθεια: όλα τα χαρακτηριστικά της γνωστής πλατφόρμας που έχουν αποτελέσει αιτίες για άσκηση κριτικής απέναντί της, όπως η καταπάτηση των προσωπικών δεδομένων ή η διαδικτυακή παρενόχληση και η κουλτούρα μίσους που διατηρείται σε διάφορες σελίδες, δεν αποτελούν απλά τη μια πλευρά του νομίσματος, αλλά πυρηνικά χαρακτηριστικά της. Αυτή η παρατήρηση δεν θα έπρεπε να προκαλεί την παραμικρή έκπληξη, αφού παρακολουθώντας την ταινία (με μοναδική εξαίρεση το φινάλε όπου λειαίνονται οι γωνίες του χαρακτήρα), προκύπτει πως ο Zuckerberg ελάχιστα ενδιαφέρεται για την εμβάθυνση των ανθρώπινων σχέσεων. Για εκείνον, η ένταξη στις ελίτ ομάδες του πανεπιστημίου αποτελεί ακόμα έναν στόχο, μια εμμονή, που πρέπει να ικανοποιηθεί προκειμένου να λάβει την πολυπόθητη ευχαρίστηση με την ερμηνεία του Jessie Eisenberg να αναδεικνύει στην εντέλεια το προφίλ του χαρακτήρα του – ο λόγος του γεμάτος ένταση, δεν αφήνει περιθώρια εφησυχασμού, ενώ παράλληλα στερείται κάθε ίχνος συναισθήματος.

Αν το σενάριο του Sorkins αποτελεί τη βάση της επιτυχίας, είναι οι μικρές λεπτομέρειες που τόσο πολύ αγαπά να φροντίζει ο Fincher εκείνες που απογειώνουν το αποτέλεσμα. Η ιστορία δεν κινηματογραφείται σαν το τυπικό δράμα, αλλά εμπλουτίζεται με μια θριλερική διάσταση. Τα κάδρα είναι βουτηγμένα στο γνώριμο πράσινο φίλτρο του σκηνοθέτη, τα πατήματα κουμπιών στα πληκτρολόγια ακούγονται πιο επιθετικά από ποτέ, η ασυνήθιστα δυνατή (για τα κινηματογραφικά δεδομένα) μουσική στα κλαμπ απαιτεί την προσπάθεια των θεατών, δημιουργώντας μια διαρκή αίσθηση κάποιας απροσδιόριστης απειλής, η οποία εντείνεται ακόμα περισσότερο από τους αιχμηρούς ηλεκτρονικούς ήχους των Atticus Ross και Trent Reznor που μοιάζουν βγαλμένοι από την κόλαση. Κυρίως, όμως, είναι ο τρόπος που αποδίδονται οι διάλογοι που εντείνει τη θριλερική προσέγγιση του Fincher, διαθέτοντας μια περίεργη μουσικότητα που σε πνίγει με τον γρήγορο ρυθμό της.

Δέκα χρόνια μετά την κυκλοφορία της, η ταινία των Fincher και Sorkins παραμένει επίκαιρη, αφενός επειδή στον πυρήνα της βρίσκονται οι ανθρώπινες σχέσεις και η φθορά τους εξαιτίας των προσωπικών φιλοδοξιών, θεματικές που έχουν αποδείξει την ικανότητα τους να παραμένουν διαχρονικές (καθόλου τυχαία, οι συντελεστές της ταινίας αναφέρονται σε αυτήν ως μια σαιξπηρική ιστορία) και αφετέρου επειδή καταφέρνει, έστω και πρόωρα, να ψηλαφίσει τις προβληματικές πτυχές μιας εταιρίας που πλέον έχει μετατραπεί σε αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητάς μας.

Σχόλια

Your email address will not be published.