Σε μια χρονιά που ξεχωρίζει για τις αξιόλογες ταινίες τρόμου που κυκλοφόρησαν κατά τη διάρκειά της, μια από τις πιο πολυσυζητημένες και ξεχωριστές είναι οπωσδήποτε το Together. Το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Michael Shanks θέτει στο προσκήνιο το ζεύγος (τόσο στην ταινία όσο και στην αληθινή ζωή) Alison Brie – Dave Franco (The Studio), το οποίο εκτελεί χρέη πρωταγωνιστών, αλλά και παραγωγών της ταινίας.
Η πλοκή ακολουθεί τους Millie και Tim (Brie και Franco αντίστοιχα) στο 10ο έτος της ερωτικής τους σχέσης, όταν κι αποφασίζουν να μετακομίσουν σε ένα απόμακρο σπίτι της επαρχίας για να ακολουθήσουν μια πιο ήρεμη ζωή σε σχέση με αυτήν της μεγαλούπολης. Η απόφαση λαμβάνεται εμφανώς προκειμένου να υπάρξει και μια αναζωογόνηση της σχέσης τους, καθώς είναι έκδηλη όχι μόνο στους ίδιους αλλά και στους γύρω τους η φθορά που έχει επιφέρει μια ολόκληρη δεκαετία σχέσης, την ίδια στιγμή που κανένας εκ των δύο πρωταγωνιστών δεν είναι πρόθυμος να κάνει τον ερωτικό του σύντροφο κομμάτι του παρελθόντος του. Γρήγορα όμως το ζευγάρι αντιλαμβάνεται πως το περιβάλλον με το οποίο έρχεται σε επαφή στη νέα κατοικία απέχει παρασάγγας από το ειδυλλιακό επαρχιακό περιβάλλον της φύσης, το οποίο ευαγγελίζεται συχνά ο άνθρωπος του άστεως: αντ’ αυτού οι ίδιοι έρχονται σε επαφή με ένα απόκοσμο περιβάλλον, του οποίου το σκοτεινό παρελθόν δεν θα αργήσουν να μάθουν.

Οι δύο πρωταγωνιστές, όπως δηλώνουν, «δεν θυμούνται» πώς ήταν η ζωή τους πριν ξεκινήσει η σχέση τους. Θύμα της φθοράς που επιφέρει ο χρόνος σε έναν ερωτικό δεσμό, η σεξουαλική τους ζωή έχει απονεκρωθεί, η σχέση έχει καταστεί απλά μια συνήθεια, ένα θλιβερό φάντασμα του μοναδικά όμορφου ενθουσιασμού που κάποτε υπήρχε∙ ένα γνώριμο μέρος στο οποίο μπορούν να καταφεύγουν αμφότεροι οι πρωταγωνιστές για να νιώθουν ασφαλείς. Όμως, ακόμη περισσότερο, τη συγκεκριμένη σχέση τη βαραίνουν κι άλλα στοιχεία, λόγω των οποίων η ίδια έχει καταλήξει να είναι ακόμη και τοξική: η χαρακτήρας της Brie είναι εργαζόμενη εκπαιδευτικός, ενώ εκείνος που υποδύεται ο Franco είναι ένας μουσικός που προσπαθεί να χτίσει εδώ κι αρκετά πλέον χρόνια καριέρα, κάτι που δεν του επιτρέπει να βιοποριστεί μόνος του. Ως αποτέλεσμα, έχει καλλιεργηθεί μια συνθήκη στην οποία τόσο οικονομικά όσο και πρακτικά, στην καθημερινότητα, το πάνω χέρι έχει η Brie με κάπως απροκάλυπτο τρόπο, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν αγαπάει ή εκτιμά απαραίτητα τον εραστή της.
Ομολογουμένως μεγάλο κομμάτι του κοινού θα βρει τον εαυτό του στην αποτύπωση αυτήν των συνεπειών που ο χρόνος πολλές φορές επιφέρει σε μια ερωτική σχέση, ιδιαίτερα με αυτά τα χαρακτηριστικά, με τον αλληγορικό σχολιασμό πάνω στη φθορά των σχέσεων να αναδεικνύεται ως το πιο επιτυχημένο στοιχείο του Together. Το τέλος όμως αποδεικνύεται μάλλον αμήχανο, με μια ξαφνική αλλαγή στη διάθεση των πρωταγωνιστών (θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ίσως συνειδητοποίηση) που δεν προκύπτει οργανικά. Ειδικά η τελευταία σκηνή όμως ξενίζει ιδιαίτερα και, ακόμη κι αν δεχτεί κανείς πως είναι ένα ωραίο αν κι απότομο λογικό αποτέλεσμα, η οπτική της απόδοση δεν καταφέρνει να πείσει.
Επιπλέον, υπάρχουν και κάποια προβλήματα ροής– ποιος ο λόγος να τοποθετηθούν ένα, δυο jump scares στην αρχή σχετικά της ταινίας, αν δεν αναπτυχθεί στη συνέχεια κάποια σχέση αυτών με την πλοκή της ή γενικότερα με το ύφος της; Αυτά θα πρέπει να νοηθούν μάλλον ως μια κίνηση εντυπωσιασμού άνευ ουσίας, αν ληφθεί υπόψη η ανάγκη μια ταινία, μια οποιαδήποτε μυθοπλαστική διήγηση να αποτελεί ένα συνεκτικό έργο.
Πάντως, ακόμα και δεν λατρέψαμε απαραίτητα το Together, φλερτάραμε να το κάνουμε αν μη τι άλλο λόγω (και) της αποτύπωσης του χιπισμού σε αυτήν και της εμμονής των χίπηδων με την «επιστροφή στη φύση», τους κινδύνους της οποίας η ταινία αποτυπώνει με την ελευθερία που της δίνεται βάσει της μυθοπλαστικής της φύσης ιδίως ως μιας ταινίας τρόμου (δε μπορούμε να αποκαλύψουμε περισσότερα, χωρίς να καταφύγουμε σε spoilers).

Σε ό,τι αφορά τη σκηνοθεσία και τις ερμηνείες, πρέπει και οι δυο αυτές πλευρές της ταινίας να αποτιμηθούν γενικά με ένα θετικό πρόσημο. Η σκηνοθεσία είναι τολμηρή, με πλάνα από ασυνήθιστες γωνίες να συντελούν στην πιο έντονη αποτύπωση των πιο φρικιαστικών σκηνών και με την «ψυχρή» χρωματική παλέτα να αξιοποιείται με τρόπο με τον οποίον το φυσικό τοπίο προβάλλεται ως ένα μέρος απόκοσμο. Όλα αυτά δεν είναι δεδομένα, αν ληφθεί υπόψη ότι πρόκειται για σκηνοθετικό ντεμπούτο. Σε ό,τι αφορά τις ερμηνείες, ο Dave Franco πείθει ιδιαίτερα ως ο ψυχολογικά φορτισμένος, ανασφαλής Tim∙ καταφέρνει να ανταπεξέλθει στις απαιτήσεις ενός πιο συγκινησιακά φορτισμένου ρόλου, ιδιαίτερα στις σκηνές τρόμου. Η Alison Brie, με μια ιδιαίτερα πλούσια καριέρα και ρόλους σε αξιόλογα δράματα όπως το Mad Men μεταξύ άλλων, δεν μπορούμε να πούμε πως εκπλήσσει τόσο με την ερμηνεία της: η πιο δραματική τεχνική της σε έντονες στιγμές τρόμου είναι άξια αναφοράς μεν, όμως δεν καταφέρνει συνολικά να «σώσει» μια ερμηνεία μάλλον περισσότερο παγερή απ’ όσο επιτάσσει το σενάριο.
Αμιγώς στα της πλοκής, είναι γεγονός ότι το μυστήριο αναπτύσσεται σταδιακά, παράλληλα με την ανάπτυξη του σωματικού τρόμου, με ωραίο τρόπο. Συνολικά, το Together δικαίως είναι πολυσυζητημένo, ερχόμενο μεσούσης μιας ιδιαίτερα πλούσιας χρονιάς σε ό,τι αφορά τον κινηματογραφικό τρόμο, αλλά και μόλις έναν χρόνο μετά την πολύ αξιόλογη ταινία σωματικού τρόμου The Substance. Και παρά τις επιμέρους αδυναμίες της, πρόκειται αν μη τι άλλο για μια ταινία που στέκεται επάξια δίπλα στις άλλες πολύ καλές φετινές κυκλοφορίες. Όσα άτομα αγαπούν τον τρόμο σίγουρα αξίζει να της δώσουν μια ευκαιρία.


















