27 - Νοεμβρίου - 2025
Train Dreams: Ο Joel Edgerton αναπολεί την ευτυχία

Με το υπέροχο «Train Dreams», ο Clint Bentley χαρίζει στον κατάλογο του Netflix ένα κινηματογραφικό κομψοτέχνημα.

Ο Robert Grainier (Joel Edgerton), έχοντας μείνει ορφανός από μικρή ηλικία, δουλεύει ως υλοτόμος. Γνωρίζει την Gladys (Felicity Jones), την παντρεύεται, αποκτούν μια κόρη και εγκαθίστανται στη δική τους φάρμα, όμως ο Robert αναγκάζεται να λείπει μεγάλα χρονικά διαστήματα λόγω της δουλειάς του. Επιστρέφοντας από μια σεζόν υλοτομίας, βρίσκει το σπίτι του καμμένο και την οικογένειά του εξαφανισμένη, δίχως κανένας να μπορεί να του πει τι απέγιναν κι αν είναι ακόμα ζωντανοί. Ο Robert θα περάσει όλη την υπόλοιπη ζωή του ξαναχτίζοντας το σπίτι του και περιμένοντας τους αγαπημένους του να γυρίσουν.

Ο Clint Bentley, στη δεύτερη σκηνοθετική του απόπειρα τέσσερα χρόνια μετά το ντεμπούτο του Jockey, διασκευάζει τη νουβέλα Train Dreams του συγγραφέα Dennis Johnson (κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Αντίποδες). Η κινηματογραφική του εκδοχή, γυρισμένη με περιορισμένο προϋπολογισμό τον οποίο ο σκηνοθέτης κι οι συνεργάτες του χειρίζονται προσεκτικά κάνοντάς τον να μοιάζει πολλαπλάσιος κατά τo πρότυπο του περυσινού The Brutalist του Brady Corbet, διαθέτει κάτι από την ποιότητα του κλασικού αμερικανικού αφηγηματικού κινηματογράφου. Ο λυρισμός ενός John Ford, η μυθιστορηματικότητα ενός King Vidor, ακόμα και, μεταγενέστερα, η ποιητικότητα του ύφος ενός Terrence Malick, συσσωρεύονται ως επιρροές ενός φιλμ που πολύ θα θέλαμε να έχουμε παρακολουθήσει στη μεγάλη οθόνη.

Το Train Dreams αφηγείται ολόκληρη τη ζωή ενός ανθρώπου που σημαδεύτηκε από ένα τραγικό γεγονός. Ο ήρωας της ταινίας, τον οποίο υποδύεται αφοπλιστικά ο Joel Edgerton σε μια από τις καλύτερες ερμηνείες της έως τώρα καριέρας του, χάνει τα πάντα και συνειδητοποιεί με καθυστέρηση πως ήταν όσο ευτυχισμένος θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει. Η αναπόληση μιας παρελθούσης, χαμένης ευτυχίας, η ικανότητα (ή μη) του χρόνου να επουλώνει τις πληγές, η αξιοθαύμαστη δύναμη του ανθρώπου να κινείται αποφασιστικά προς έναν, ρεαλιστικό ή ουτοπικό στόχο, αλλά και η αδίστακτη ροή της Ιστορίας και του χρόνου, που σκεπάζουν κάθε μικρή ανθρώπινη ιστορία, είναι οι θεματικές που πραγματεύεται με μεγαλοπρεπή και συγκινητικό τρόπο το σενάριο του Bentley και του συνεργάτη του, Greg Kwedar (Sing Sing).

Αξιοθαύμαστα για δεύτερη ταινία μόλις, ο Bentley δείχνει να έχει κατακτήσει το ύφος και τη γλώσσα του σε βαθμό που ελάχιστοι συνάδελφοί του καταφέρνουν από τόσο νωρίς στην καριέρα τους. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι επιφυλάσσει το μέλλον για τον Αμερικανό σκηνοθέτη, όμως φαίνεται να έχει αφομοιώσει σωστά τις (κατάλληλες) επιρροές και να έχει σμιλεύσει ένα προσωπικό στιλ. Έχοντας γύρω του ένα εκλεκτό επιτελείο συνεργατών (εντυπωσιακός σχεδιασμός παραγωγής, υπέροχη μουσική υπόκρουση, θεσπέσια φωτογραφία), ο Bentley φιλοτεχνεί μια σειρά από πλάνα – πίνακες ζωγραφικής, επηρεασμένος από ζωγραφικά έργα και φωτογραφίες της εποχής όπου διαδραματίζεται η ταινία του.

Τον εξαιρετικό πρωταγωνιστή Joel Edgerton πλαισιώνουν ηθοποιοί προσεκτικά διαλεγμένοι και ταιριαστοί στους ρόλους τους. Η Felicity Jones – να μια ακόμα εκλεκτική συγγένεια με το The Brutalist – υποδύεται με γλυκύτητα κι ευαισθησία τη σύζυγο που συμβολίζει την οικογενειακή γαλήνη και την ηρεμία για τον ήρωά μας. Η Kerry Condon, σταθερά συναρπαστική στις επιλογές και τις ερμηνείες της, εμφανίζεται σε μικρό συγκριτικά ρόλο, αλλά καταφέρνει να εντυπωθεί στο νου. Με μεγάλη χαρά είδαμε ξανά και τον William H. Macy, έναν καρατερίστα περιωπής (Fargo, The Cooler) από εκείνους που το αμερικανικό σινεμά ήξερε κάποτε να αναδεικνύει και σποραδικά ξέρει ακόμα, κι ο οποίος εδώ ξαναβρίσκει ταινία και ρόλο βεληνεκούς, υποδυόμενος μια μορφή βγαλμένη θαρρείς από ταινία του Clint Eastwood.

Το Train Dreams δίκαια απέσπασε ενθουσιώδεις κριτικές κατά την παγκόσμια πρεμιέρα του στο πρόσφατο Φεστιβάλ του Σάντανς. Το Netflix έσπευσε να εξασφαλίσει τη διανομή του, δυστυχώς όμως επέλεξε να το κυκλοφορήσει αποκλειστικά στην πλατφόρμα του. Ακόμα κι έτσι, η ομορφιά και η ποίηση αυτής της ταινίας καταφέρνουν να ξεπεράσουν τους περιορισμούς της μικρής οθόνης και να αναδειχθούν σε όλο τους το μεγαλείο. Πρόκειται για μια από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς, και για μια από τις αναπάντεχες εκπλήξεις της.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *