Η Polly (Dakota Fanning), μια γυναίκα ψυχολογικά διαλυμένη ύστερα από την απώλεια των παιδιών της, περνά μια ολόκληρη νύχτα πολεμώντας για την επιβίωσή της όταν λαμβάνει ένα απρόσμενο, απειλητικό «δώρο» από μια αναπάντεχη επισκέπτρια (Kathryn Hunter). Ανοίγοντας το κουτί που η τελευταία αφήνει έξω από την πόρτα της, η Polly θα βιώσει τον απόλυτο εφιάλτη.
Δεν έχουμε εκτιμήσει όσο θα έπρεπε τον Bryan Bertino. Ο Αμερικανός σκηνοθέτης έκανε το ντεμπούτο του με το θαυμάσιο The Strangers (2008), μια από τις πιο ευρηματικές ταινίες τρόμου της δεκαετίας του 2000, η οποία σε υποχρέωνε να σκανάρεις κάθε γωνιά του κάδρου για να εντοπίσεις από πού ενδεχομένως θα εμφανιστεί η απειλή, ενώ έδινε την ευκαιρία στη Liv Tyler για μια υποδειγματική ερμηνεία. Μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα στο found footage με το Mockingbird (2014), o Bertino παρέδωσε τα υποτιμημένα The Monster (2016) και The Dark and the Wicked (2020), ενώ φέτος παραδίδει την πέμπτη του δουλειά, Vicious. Ένας κινηματογραφιστής που υπηρετεί σταθερά το είδος του τρόμου και παραδίδει στιβαρές, ενδιαφέρουσες και καθηλωτικές δημιουργίες που δεν ανακαλύπτουν τον τροχό αλλά είναι πάντα τουλάχιστον τίμιες.

Στη νέα του ταινία, ο Bertino καταπιάνεται με ένα πολυφορεμένο θέμα του σύγχρονου κινηματογράφου τρόμου, αυτό της απώλειας, του τραύματος και της ενοχής. Ηρωίδα του μια γυναίκα με σκοτεινό παρελθόν, της οποίας οι τύψεις εξωτερικεύονται και παίρνουν τη μορφή της απειλής που καραδοκεί. Ένα μοτίβο συνηθισμένο και κάπως κλισέ πλέον στο λεγόμενο «αναβαθμισμένο τρόμο». Κι όμως, είναι τέτοια η δεξιοτεχνία του Bertino, που γρήγορα λησμονείς πως έχεις ξαναδεί ανάλογες θεματικές και αφήνεσαι να απολαύσεις τους ευρηματικούς και έξυπνους τρόπους που σκαρφίζεται ο σκηνοθέτης για να σε τρομάξει, ενώ παράλληλα προωθεί την στοιχειώδη πλοκή του. Και κάπως έτσι, το Vicious μετατρέπεται σε ένα απολαυστικό παιχνίδι ανάμεσα σε σκηνοθέτη και κοινό, που ό,τι χάνει σε βάθος το κερδίζει σε επινοητικότητα.
Στο επίκεντρο αυτής της παμπόνηρης ενέδρας του Bertino εις βάρος των θεατών, βρίσκεται η Dakota Fanning σε μια από τις καλές της ερμηνείες. Η ηθοποιός έχει αποδείξει πως, όταν δε βαριέται, μπορεί να παραδώσει αξιοπρεπείς παρουσίες, και εδώ είναι μια από αυτές τις περιπτώσεις. Η Fanning αποτινάσσει τη μανιέρα και τη μονοτονία της έκφρασής της, για να συνθέσει το πορτρέτο μιας τραγικής μητέρας και γυναίκας και το αποτέλεσμα είναι ενίοτε συνταρακτικό. Εξίσου καλή είναι και η Kathryn Hunter, η οποία παίζει έναν από τους πιο ενοχλητικούς χαρακτήρες που έχουμε δει στο πρόσφατο σινεμά τρόμου κι η οποία σίγουρα πάτησε πάνω στην ενοχλητική γειτόνισσα του Rosemary’s Baby (1968) του Roman Polanski.
Όπως και οι περισσότερες ταινίες του Bertino, το Vicious δεν χαρακτηρίζεται από τα πολλά επίπεδα ανάγνωσης που (δεν) διαθέτει. Στα χέρια ενός λιγότερο ταλαντούχου σκηνοθέτη, το ίδιο ακριβώς σενάριο μπορεί να είχε καταλήξει να γίνει άλλη μια pretentious αρλούμπα «αναβαθμισμένου τρόμου» που δε θα βλεπόταν μετά το πρώτο δεκάλεπτο. Όμως ο βιρτουόζος σκηνοθέτης έχει την ικανότητα να πάρει ένα στοιχειώδες υλικό και να το μετατρέψει σε συναρπαστική άσκηση ύφους. Και μπορεί, σε μια τόσο δυνατή χρονιά για το είδος του τρόμου, το συγκεκριμένο φιλμ να πέρασε σχετικά απαρατήρητο και να μην εξασφάλισε διανομή στη χώρα μας, σε καμία περίπτωση όμως δε σημαίνει ότι πρέπει να διαφύγει της προσοχής των απανταχού φαν του τρόμου. Είναι μια πραγματικά αξιόλογη, μαστορικά φτιαγμένη ταινία από έναν άριστο γνώστη του είδους, που γνωρίζει τα όριά του και σέβεται πάντα τη νοημοσύνη του κοινού του.


















