Αφού παρέδωσε μια από τις καλύτερες ταινίες Star Wars, εξοργίζοντας παράλληλα τους σκληροπυρηνικούς φαν του franchise, ο Rian Johnson έστρεψε το ενδιαφέρον του στο είδος του μυστηρίου. Από τη μια, με την τηλεοπτική σειρά Poker Face (2023-2025) και από την άλλη, με την σειρά ταινιών Knives Out. Το Wake Up Dead Man (διαθέσιμο στο Netflix), η τρίτη ταινία μυστηρίου με πρωταγωνιστή τον Benoit Blanc του Daniel Craig, φέρνει τον δαιμόνιο ντετέκτιβ αντιμέτωπο με το «απίθανο έγκλημα», τη δολοφονία του μονσινιόρ Jefferson Wicks (Josh Brolin), η οποία, όμως, δεν μοιάζει ικανή να ερμηνευθεί παρά μόνο με υπερβατικούς όρους. Άραγε, ήταν ο Σατανάς που στέρησε τη ζωή από τον ιερέα ή κάποιο ανθρώπινο χέρι;
Δίχως να κρύβει τις επιρροές του από το αστυνομικό μυθιστόρημα Ο Φόνος του Ρότζερ Ακρόιντ, ο Johnson ξεδιπλώνει το νήμα της πλοκής κυρίως μέσα από την αφήγηση του Jud Duplenticy (Josh O’Connoll), του νεαρού ιερέα που στάλθηκε στη μονή του Wicks, ως τιμωρία για ένα βίαιο ξέσπασμά του. Το σκοτεινό παρελθόν του και οι διαφωνίες του με τον συγχωρεμένο σχετικά με την κατεύθυνση που είχε πάρει η μονή, τον μετατρέπουν στον βασικό ύποπτο της υπόθεσης, μόνο που εκείνος δεν παύει στιγμή να υπερασπίζεται την αθωότητά του. Σταδιακά, η πλοκή εμπλουτίζεται και από τις οπτικές των υπόλοιπων χαρακτήρων, των ελάχιστων πιστών που είχαν απομείνει να παρακολουθούν με ζέση τα γεμάτα μίσος κηρύγματα του Wicks, με τον Johnson να εκμεταλλεύεται ξανά τα ψέμματα -ή καλύτερα, τις μισές αλήθειες- των υποκειμενικών αφηγήσεων.
Πιστός στην επιθυμία του να κατακεραυνώνει τους ισχυρούς αυτού του μάταιου κόσμου, ο Johnson στήνει μια ιστορία μυστηρίου που αντηχεί τους πολωμένους καιρούς μας, μόνο που αυτή τη φορά συνειδητοποιεί πως οι εξυπνακισμοί που μάστιζαν το Glass Onion (2022) μάλλον δεν λειτουργούν πάντοτε υπέρ του. Γι’ αυτό, στο Wake Up Dead Man παραδίδει την, ίσως, πιο ανθρώπινη ταινία της τριλογίας του, εκείνη που φανερώνει μια πρόθεση κατανόησης με την προοπτική γεφύρωσης των διαφορών. Ο Josh O’Connor, ο οποίος εδώ παραδίδει μια ερμηνεία που ακροβατεί ανάμεσα στην υπαρξιακή κρίση και την πεποίθηση πως το καλό μπορεί να βρεθεί σε όλους μας, είναι ο κύριος εκφραστής της έννοιας της συγχώρεσης, αλλά αυτή αποτυπώνεται εξίσου γλαφυρά και στην ιδιαίτερα συγκινητική κατάληξη του μυστηρίου.
Η ματιά του Johnson σε διάφορα αρχέτυπα ανθρώπων είναι διασκεδαστική, ενίοτε και ευρηματική -ξεχωρίζουμε τον ρόλο του Andrew Scott ως ξεπεσμένου συγγραφέα που αξιοποιεί πλέον το ταλέντο του για να σκαρφίζεται ανύπαρκτους εχθρούς, διαθέτει μια ωραία μεταφορική υπόσταση που ξεφεύγει από τη στείρα καρικατουροποίηση-, η εξερεύνηση των θετικών όψεων της πίστης εκπλήσσει, το φλερτ με την αλα Scooby-Doo λογική είναι απολαυστικό -σε έναν δίκαιο κόσμο ο Daniel Craig θα άξιζε μια υποψηφιότητα μόνο και μόνο για τον deadpan τρόπο που ερμηνεύει την ατάκα «Scooby-Dooby-Doo»-, αλλά η εξήγηση που δίνεται στο μυστήριο λειτουργεί περισσότερο στο συναισθηματικό και συμβολικό επίπεδο, παρά στο ορθολογικό.
Το γοτθικό σκηνικό της εκκλησίας και τα εξπρεσιονιστικά παιχνίδια μεταξύ σκιάς και φωτός συντροφεύουν ταιριαστά τις πνευματικές ανησυχίες του Wake Up Dead Man, επαναφέρουν την σικάτη όψη που τόσο μας έλειψε από τη δεύτερη ταινία -ένα πραγματικό μνημείο κακογουστιάς!-, συνεχίζοντας επιτυχημένα την παράδοση του franchise στους αισθητικούς πειραματισμούς.
Σημαντική αναβάθμιση από το Glass Onion, η τρίτη περιπέτεια του Benoit Blanc βρίσκει τον Rian Johnson και το λαμπερό επιτελείο ηθοποιών του σε μεγάλη φόρμα, παραδίδοντας ένα απολαυστικό μυστήριο, ιδανικό για μία κρύα φθινοπωρινή νύχτα.


















