The Last Voyage of the Demeter

The Last Voyage of the Demeter: Πάλη με το παράλογο

Ο επιδραστικός Δράκουλας του Bram Stoker έχει προσφέρει άπλετο υλικό στην κινηματογραφική βιομηχανία. Ήδη από τα πρώτα της βήματα, εκείνη βρήκε στις σελίδες του εμβληματικού μυθιστορήματος την έμπνευση για μια από τις σημαντικότερες ταινίες του φανταστικού, το Nosferatu. Έκτοτε, ο θρύλος του Δράκουλα έχει ενσαρκωθεί αμέτρητες φορές∙ η επιτυχία του Bela Lugosi παραμένει θρυλική, προσφέροντας μάλλον την αρχετυπική εκδοχή του Δράκουλα (σε βαθμό που αποδείχτηκε καταστροφικός για την καριέρα του ίδιου του Lugosi, όπως αποτυπώνει και ο Tim Burton στο Ed Wood), με τον Christopher Lee και τις ταινίες της Hammer προστέθηκε η σεξουαλική ένταση, ο Gary Oldman εισήγαγε μερικές δόσεις ακαταμάχητου γοτθικού ρομαντισμού, ενώ μέσα στις δεκαετίες ο χαρακτήρας άγγιξε μέχρι και τα όρια της κωμωδίας! Κι όμως, ο Δράκουλας του Last Voyage of the Demeter, σε σκηνοθεσία του Andre  Øvredal, υπόσχεται να ζωντανέψει την πιο βίαιη και σαδιστική εκδοχή του χαρακτήρα, αποτυπώνοντάς τον στην πιο ζώωδη στιγμή του∙ στο ταξίδι από τα Καρπάθια Όρη στο Λονδίνο, όπου η αστείρευτη δίψα του για αίμα είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο του πληρώματος της ρώσικης σκούνας, ονόματι Demeter.

Όπως δηλώνουν οι ίδιοι συντελεστές, βασική επιρροή στη δημιουργία της ταινίας ήταν το Alien του Riddley Scott. Όντως, οι ομοιότητες των δύο ιστοριών είναι τέτοιες που ευνοούν μια τέτοια προσέγγιση. Το Demeter πλέει στη μέση του ωκεανού, μεταφέροντας, εν αγνοία του πληρώματος, ένα πλάσμα αχαλίνωτο και αιμοδιψή, απ’ το οποίο δεν διαφαίνεται καμία, μα καμία ευκαιρία διαφυγής. Ο Øvredal ανταποκρίνεται ικανοποιητικά στον στόχο του. Προτού αρχίσει το μακελειό, έχει φροντίσει να παρουσιάσει όσο πρέπει το κάθε μέλος του πληρώματος, ώστε να αποκτήσει ξεχωριστή, αυτόνομη φωνή, ενώ η αργόσυρτη σκηνοθεσία του και η έλξη του σκηνοθετικού του βλέμματος προς τις σκοτεινές και σκονισμένες γωνιές του πλοίου γεννά αξιοπρόσεκτα επίπεδα κλειστοφοβίας και απειλής. Ωστόσο, η αλα Alien προσέγγιση μπάζει νερά σε δύο σημεία. Αφενός, οι συγκρούσεις ανάμεσα στο πλήρωμα, αν και υπαρκτές, ποτέ δεν κλιμακώνονται ιδιαίτερα, στερώντας έτσι την ευκαιρία προστιθέμενης έντασης. Αφετέρου, η επαναληπτικότητα των θανατικών αρχίζει  να κουράζει από ένα σημείο και ύστερα, υποχρεώνοντας το κοινό να αναμένει τον θάνατο του επόμενου αναλώσιμου ναύτη, μέχρι να φτάσει η στιγμή της τελικής σύγκρουσης και τα αίματα να ανάψουν και πάλι.

Αν και η ζημιά δεν είναι αμελητέα, οι ερμηνείες των ηθοποιών και τα προσεγμένα σκηνικά μετριάζουν τις συνέπειες. Λόγου χάρη, ο Liam Cunningham (Game of Thrones) ερμηνεύει με βαθύτατη ανθρωπιά και πηγαία αρχοντιά την τραγική φιγούρα του καπετάνιου, αν και εκείνος που ξεχωρίζει είναι μάλλον ο Carey Hawkins που ερμηνεύει τον πρωταγωνιστή, Clemens. Μορφωμένος, παρά το χρώμα του, δηλώνει πιστός ακόλουθος της λογικής, οπότε η παρουσία ενός πλάσματος που μοιάζει να υπερβαίνει τα όρια της, αποτελεί για εκείνον όχι μόνο μια σωματική, αλλά κυρίως μια υπαρξιακή πρόκληση. Ο Hawkins προσεγγίζει τον ρόλο του με ταπεινότητα, σωφροσύνη, αλλά κυρίως ένα προσωπείο ψυχραιμίας, αναζητώντας μέχρι τέλους την απάντηση ενάντια στο Παράλογο. Ταυτόχρονα, το ίδιο το Demeter, κατασκευασμένο μέχρι και την τελευταία του λεπτομέρεια, μοιάζει γήινο και βιωμένο, ενώ οι λαβυρινθώδεις χώροι του συμβάλλουν στη δημιουργία ατμόσφαιρας.

Ωστόσο, τα προβλήματα επανέρχονται. Ο Δράκουλας ελλοχεύει διαρκώς στα σκοτάδια, η παρουσία του είναι ως επί το πλείστον τμηματική και τελικά, αντί αυτό να προσθέτει πόντους στην ήδη τεταμένη ατμόσφαιρα, καταλήγει να λειτουργεί εις βάρος της. Ο λόγος; Παρ’ ότι φτιαγμένος με πρακτικά εφέ και ερμηνευμένος από κανονικό ηθοποιό ο οποίος μάλιστα ανταποκρίνεται όπως πρέπει στις ανάγκες του ρόλου του, το οπτικό αποτέλεσμα καταλήγει για κάποιον λόγο να θυμίζει περισσότερο ψηφιακά εφέ μέτριας ποιότητας, λειαίνοντας τις θεωρητικά αιχμηρές δαγκωματιές του τερατόμορφου Κόμη.

Απέχοντας από την μέση ταινία τρόμου του σωρού, το Last Voyage… σίγουρα ξεχωρίζει για την αποπνικτική του ατμόσφαιρα, το σκηνοθετικό όραμα του Øvredal και τις στιβαρές ερμηνείες των έμπειρων ηθοποιών του. Δυστυχώς όμως, ποτέ δεν καταφέρνει να προσφέρει το κάτι παραπάνω, αποτελώντας τελικά ένα (φουρτουνιασμένο) ταξίδι που ενώ έχει τις στιγμές του και ικανοποιεί την ανάγκη για τίμιες ανατριχίλες, δύσκολα θα αφήσει το στίγμα του στο είδος.

Σχόλια

Your email address will not be published.